Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Περί του σεβασμού των πιστών προς την Υπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον και Αειπαρθένον Μαρίαν και περί των αγίων αυτής εικόνων και περί των ιερών ναών των τιμωμένων επ' ονόματι αυτής




Του εν αγίοις πατρός ημών Νεκταρίου Πενταπόλεως

Η Θεοτόκος τοσούτου απέλαυε σεβασμού παρά των πιστών, τοσαύτης τιμής και αγάπης, ώστε προς ταύτην μετά Θεόν, πλην της λατρείας, τα δευτερεία της τιμής, του σεβασμού και της αγάπης απέδιδαν. Ο σεβασμός των πιστών προς την παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ανέρχεται εις αυτόν τον Α' και Β' αιώνα, και επεβάλλετο υπ' αυτών των Ιερών Γραφών μνημονευουσών του ονόματος αυτής ως κεχαριτωμένης και ευλογημένης και ως ευρούσης χάριν παρά τω Θεώ μόνης μεταξύ πασών των γυναικών. Αυτή η Θεοτόκος εν πνεύματι προφητικό ήδη αναγγέλει την περιωπήν αυτής μεταξύ πασών των γενεών, λέγουσα: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί κτλ.» (Λουκ. α' 48). Και αληθώς από του χρόνου εκείνου ήρξατο ο μακαρισμός της Θεοτόκου. Την Θεοτόκον εμακάρισε πρώτη η Ελισάβετ, ήτις, πλησθείσα πνεύματος αγίου, ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου» (Λουκ. α' 42-45). Επίσης αι σύγχρονοι γυναίκες αι θεωρούσαι την παρθένον αγκαλοφορούσαν το θείον βρέφος πάντως θα εμακάριζον αυτήν. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει την επάρασαν φωνήν εκ του όχλου και μακαρίσασαν την γαλακτοτροφήσασαν τον Κύριον Μητέρα (ια' 27). Εκ της χριστιανικής αρχαιολογίας μανθάνομεν ότι αι εικόνες της θεομήτορος εικονίζοντο και ετιμώντο από του Α' ήδη και Β' αιώνος. Και ουκ ην άλλως γενέσθαι, του Ευαγγελίου αυτού συνιστώντας την τιμήν προς την Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν, και αυτής της Θεοτόκου αναγγελούσης ότι «από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί». Όθεν η Θεοτόκος ετιμάτο και εμακαρίζετο από πασών των γενεών των από του Ευαγγελισμού αυτής μέχρι σήμερον και θέλει μακαρίζεται μέχρι της συντελείας των αιώνων. Οι την τιμήν δε και τον μακαρισμόν της Θεοτόκου μη προσφέροντες προς ρητός του Ευαγγελίου εντολάς αντιστρατεύονται, διότι όλον το Ευαγγέλιον εστί νόμος, και η αθέτησις ενός ιώτα ή μιας κεραίας εστίν αθέτησις του νόμου. Κατά την Γ' πλέον εκατονταετηρίδα ο σεβασμός προς την Θεοτόκον εξεδηλούτο μέγας. Η χριστιανική υμνωδία υμνεί την Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν ως Βασίλισσαν του Ουρανού και Κυρίαν των Αγγέλων. Κατά την εποχήν δε ταύτην ανεφάνησαν εν τισί χώραις, ένθα ευάριθμοι χριστιανοί συνοικούν μετά πολυαρίθμων εθνικών, κακόδοξοι τίνες, οίτινες ανήγαγον τον προς την Θεοτόκον σεβασμόν εις λατρείαν και απένειμαν τη Παρθένω Μαρία ισόθεον τιμήν κατά μίμησιν των από των εθνικών λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων. Η κακόδοξος αύτη αίρεσις επεκλήθη των Κολλυριδιανών διά τους πλακούντας ή κολλυρίδας, ας ως θυσίαν προσέφεραν καθ' ωρισμένην ημέραν επί δίφρου και ους έπειτα έτρωγαν (Επιφάνιος εν αιρέσει 78 και 79). Κατά την αυτήν εποχήν ανεφάνησαν και οι εκ διαμέτρου αντίθετοι των Κολλυριδιανών, οι Άντιδικομαριανίται λεγόμενοι, οι την δόξαν της Μητρός του Κυρίου μη ανεχόμενοι, οίτινες και επί τοσούτον εξετραχηλίσθησαν, ώστε να τολμήσωσι να είπωσιν, ότι η Παρθένος μετά την γέννησιν του Σωτήρας συνήλθεν ανδρί και έτεκε και άλλα τέκνα. Ταύτης της αιρέσεως ζηλωταί εγένοντο και οι νεώτεροι αντιδικομαριανίται, οι την αειπαρθενίαν και την προσωνυμίαν Θεοτόκος αρνούμενοι. Τας αιρέσεις ταύτας η Εκκλησία κατεδίκασε και κατέκρινε, και ευκρινώς διετύπωσε την ορθήν και ασφαλή αυτής δόξαν, καθ' ην την αειπάρθενον κόρην ως Θεοτόκον οφείλομεν να τιμώμεν, ουχί δε ως Θεόν να προσκυνώμεν (Κύριλλος). Αι αιρέσεις των Κολλυριδιανών και των Αντιδικομαριανιτών, αι κατά την Γ' Εκατονταετηρίδα εμφανισθείσαι, μαρτυρούσι παρεκτροπήν από της αληθούς δόξης της Καθολικής Εκκλησίας, ήτις ευρίσκετο εν τω μέσω των δύο εκ διαμέτρου αντιθέτων αιρέσεων. Ο Επιφάνιος εν αιρέσει οη' κεφ. 23 λέγει «Άλλους πάλιν αφραίνοντας εις την υπέρ της αυτής αγίας αειπαρθένου υπόθεσιν, αντί Θεού ταύτην προσάγειν εσπουδακότας και σπουδάζοντας, και εν εμβροντήσει τινί και φρενοβλαβεία φερομένους. Διηγούνται γαρ ως τινές γυναίκες εν τη Αραβία από των μερών της Θράκης τούτο γε το κενοφώνημα ενηνόχασιν, ως εις όνομα της αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν, και συνάγεσθαι επί το αυτό, και εις όνομα της αγίας Παρθένου υπέρ το μέτρον τι πειράσθαι αθεμίτω και βλασφήμω επιχειρείν πράγματι, και εις όνομα αυτής ιερουργείν διά γυναικών». Και εν αιρέσει οθ' κεφ. 1 λέγει «Η αίρεσις πάλιν εν τη Αραβία από της Θράκης και των άνω μερών της Σκυθίας ανεδείχθη... τινές γυναίκες κουρικόν τινά κοσμούσαι, (ήτοι δίφρον τετράγωνον), απλώσασαι επ' αυτόν οθόνην, εν ημέρα τινί φανερά του έτους, εν ημέραις τισίν άρτον προτιθέασι και αναφέρουσιν εις όνομα της Μαρίας, αι πάσαι δε από του άρτου μεταλαμβάνουσιν». Ουχ ήττον κατά την Δ' ήδη εκατονταετηρίδα η ευλάβεια και ο σεβασμός προς την Θεομήτορα εξεδηλώθη και εξωτερικώς επί μάλλον λαμπρότερος δι' ανεγέρσεως μεγαλοπρεπών Ιερών Ναών αφιερωμένων εις το όνομα της Θεομήτορος. Η Θεοτόκος ην και έστι και έσται τοις πιστοίς η άμαχος προστάτις και ο ταχύς αντιλήπτωρ και βοηθός. Ταύτην επεκαλούντο εν κινδύνοις και εν θλίψεσι, και ταύτην είχον υπέρμαχον στρατηγόν εν τοις πολέμοις. Η απροσμάχητος αυτής δύναμις συνέτριβε τους πολεμίους και η μητρική προς τον Υιόν και Θεόν Αυτής παρρησία το θείον επί τους πιστούς εδαψίλευεν έλεος. Η ευλάβεια των πιστών προς την Θεομήτορα από του χρόνου της καταδίκης της αιρέσεως του Νεστορίου εξεδηλούτο καθ' άπαν το Ρωμαϊκόν κράτος δια λαμπρών εορτών και πνευματικών πανηγύρεων, οι δε πανταχού ανεγειρόμενοι επ' ονόματι της θεομήτορος μεγαλοπρεπείς ναοί λαμπρώς διεκοσμούντο και κάλλει διέπρεπον. Η ηδραιωμένη δε αυτή εν ταις καρδίαις των πιστών ευλάβεια προς την Θεοτόκον και αειπάρθενον Μητέρα του Κυρίου, αρξαμένη από της αναδείξεως αυτής ως Μητρός του Κυρίου, διετέλεσεν αμετάπτωτος καθ' όλους τους αιώνας και θέλει διαμείνη παρά τοις πιστοίς εις άπαντα τον αιώνα ασάλευτος. 

 Η προσωνυμία Θεοτόκος, δι' ης προσφωνείται η Υπεραγία Δέσποινα ημών και Μήτηρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, είναι η μόνη προσήκουσα αυτή επωνυμία. Οι αποκρούοντες το όνομα Θεοτόκος λέγουσιν ότι όλοι οι σημαντικοί πατέρες της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας μέχρι του Επιφανίου, ήτοι επί 400 έτη μ. Χ. οίον Πολύκαρπος, Ειρηναίος, Ιουστίνος ο μάρτυς, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Χρυσόστομος, Βασίλειος εις τα γνήσια συγγράμματα αυτών, αναφερόντες το όνομα της Παναγίας, ονομάζουσιν ως επί το πλείστον Μαρίαν, Μητέρα του Χριστού, Μαρίαν Παρθένον, Αγίαν Παρθένον κτλ. αλλά ποτέ Θεοτόκον» λέγουσι δ' ότι το όνομα τούτο έγεινε συχνότατον από της εν Εφέσω τω 430 μ.Χ. συνελθούσης Οικουμενικής Γ' Συνόδου. Προς ταύτα απαντώμεν, εξ αυτών τούτων των θειων Πατέρων και διδασκάλων της εκκλησίας φέροντες τας αποδείξεις. Και εν τοις προφήταις και εν πάση τη Κ. Διαθήκη, εν οις η εκ παρθένου γέννησις του Χριστού προφητεύεται και ευαγγελίζεται, Θεοτόκος η Μαριάμ κηρύττεται, διότι αύτη εγέννησεν ουκ άνθρωπον ψιλόν, αλλά Θεόν σεσαρκωμένον αληθώς και κυρίως, και τοιαύτην πιστεύοντες ομολογούσι, συνωδά προς την δόξαν της Ορθοδόξου ημών Ανατολικής Εκκλησίας και άπαντες εν γένει οι ιεροί της εκκλησίας φωστήρες από του πρώτου μέχρι του εσχάτου ως παραδεχόμενοι την παρθένον Μαρίαν Μητέρα Θεού. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου