Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

῾Η θέση τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου στήν ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησίας μας

Πρωτ. Γεωργίου Δορπαμπράκη
Προκειμένου νά δοῦμε τή θέση τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία μας, θά ξεκινήσουμε μέ μιά σύντομη ἀναφορά στίς θέσεις τῶν ἑτεροδόξων ἀπέναντί της• τί πρεσβεύουν οἱ Προτεστάντες καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί.
Μή ὀρθόδοξες τοποθετήσεις. Προτεστάντες• ἡ αἱρετική αὐτή ὁμάδα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποῦ προῆλθε ὡς ἀντίδραση στά κακῶς κείμενα τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ τόν 16ο αἰώνα, ἀλλά πού δέν μπόρεσε νά βρεῖ
τήν ἀληθινή ὁδό τῆς ᾿Ορθοδοξίας γιά λόγους ψυχολογικούς καί ἱστορικούς, στέκεται, πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὑποτιμητικά καί περιφρονητικά ἀπέναντι στή Θεοτόκο. Οἱ Προτεστάντες θεωροῦν τήν Παναγία ὡς μιά ἁπλή γυναίκα πού δέν θά πρέπει κανείς νά τῆς δίνει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ἡ πίστη μας, λένε, εἶναι στόν Χριστό καί σέ κανέναν ἄλλον. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ πεποίθησή τους αὐτή πάσχει καί λογικά καί θεολογικά. Λογικά, γιατί εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἡ γυναίκα πού ἐπιλέχτηκε ἀνάμεσα ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες τοῦ κόσμου γιά νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου ἔπρεπε νά παρουσιάζει κάτι τό ἰδιαίτερο σέ σχέση μέ ὅλους τούς ἄλλους, τό ὁποῖο θά εἵλκυε τόν Θεό, κι αὐτό δέν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπό ἐκεῖνο πού “γοητεύει” τόν Θεό πάντοτε• ἡ ἁγνότητα καί ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Θεολογικά, γιατί ἡ ἴδια ἡ ῾Αγία Γραφή μᾶς προσανατολίζει στήν ἰδιαίτερη τιμή πού πρέπει νά δίνεται στήν Παναγία, ὅταν π.χ. ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ στό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τή χαρακτηρίζει “Κεχαριτωμένη”.
Δέν μᾶς παραξενεύει ὅμως ἡ τοποθέτηση αὐτή τῶν Προτεσταντῶν, γιατί οἱ αἱρετικοί αὐτοί δέν διακρίνονται γενικῶς γιά τόν σοβαρό θεολογικό προβληματισμό τους. ᾿Εδῶ ἀμφισβητοῦν τόν ἴδιο τόν Χριστό σέ μεγάλο βαθμό, δέν θά ἀμφισβητήσουν καί τήν Παναγία Μητέρα Του;
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔπειτα• αὐτοί βρίσκονται στόν ἀντίποδα τῶν Προτεσταντῶν. ῎Αλλωστε ἱστορικά οἱ Προτεστάντες κινήθηκαν ἀντιδραστικά πρός τούς προγενεστέρους αὐτῶν Ρωμαιοκαθολικούς• ὅ,τι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί πρέσβευαν τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἐπέλεξαν οἱ Προτεστάντες. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί λοιπόν ὑπερτίμησαν τήν Παναγία, γι’ αὐτό κατά φυσικό τρόπο ὑποτίμησαν τήν Παναγία καί οἱ Προτεστάντες.
Ποιά ἡ ὑπερτίμηση τῆς Παναγίας ἀπό τούς Καθολικούς; Τήν τοποθέτησαν καί τήν τοποθετοῦν σέ ἐπίπεδο σχεδόν θεότητας. Φτάνουν στό σημεῖο ὄχι τῆς τιμῆς πρός αὐτήν, ἀλλά τῆς λατρείας ἀπέναντί της, στοιχεῖο πού προσιδιάζει μόνον στόν Τριαδικό Θεό καί τόν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό. ῾Η Μαριολατρεία αὐτή, ἡ ὁποία κυρίως φαίνεται ἀπό τό δόγμα τους τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Παναγίας, δηλαδή συνελήφθη ὅπως καί ὁ Χριστός, χωρίς συνεύρεση τῶν γονέων της, ἀποτελεῖ ἐκτροπή καί αὐτή ἀπό τήν ὀρθή πίστη. Καί τοῦτο γιατί ἀποδίδει στήν Θεοτόκο χαρακτηριστικά τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Μόνον ὁ Χριστός συλλαμβάνεται ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, πού σημαίνει ὅτι μόνον ἐν τῷ Χριστῷ ἀνακόπτεται ἡ κληρονομικότητα τῆς ἁμαρτίας καί δημιουργεῖται τό καινούργιο δένδρο τῆς ἀνθρωπότητας. ῎Αν καί στήν Παναγία ἔχουμε ἀνακοπή τῆς κληρονομικότητας τῆς ἁμαρτίας, τότε ἡ Παναγία δέν χρειαζόταν σωτηρία. ῾Ο Χριστός γι’ αὐτήν θά ἦταν περιττός ἤ μᾶλλον ἐκείνη θά μποροῦσε νά Τόν ὑποκαταστήσει. “Τό πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεού” (Ρωμ. 3, 23) τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ δέν θά ἴσχυε, ὅπως καί τό “ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ” (Λουκ. 2, 11) τῶν ἀγγέλων πρός τούς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ.
Στό βάθος ἡ Μαριολατρεία αὐτή, μολονότι φαίνεται ὅτι ἀποσκοπεῖ στόν τονισμό τῆς ὑψηλῆς θέσης τῆς Παναγίας, τήν ὑποβαθμίζει, γιατί κινεῖται ὡς θεολογική θέση στό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς, πού ἀγνοεῖ τά δεδομένα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι κι αὐτή μιά αἱρετική καθαρά θέση.
῾Η ὀρθόδοξη τοποθέτηση.
῾Η ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία μένοντας μακριά ἀπό τίς ἀκρότητες καί τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης χριστιανικῆς ἑτεροδοξίας κινήθηκε καθαρά πάνω στά δεδομένα τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί τῆς γραμμῆς τῆς ἀδιαίρετης ᾿Εκκλησίας. ῎Ετσι•
1. Κατ’ αὐτήν, ἡ Παναγία ποτέ δέν ἔπαυσε νά εἶναι κανονικός ἄνθρωπος, πού ἦρθε στόν κόσμο ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄρα μέ τήν κληρονομικότητα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καί τῆς μέ αὐτήν συνδεδεμένης ἀνάγκης γιά σωτηρία. ῾Η Παναγία φέρνει στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπο τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου, ἀλλά καί ἡ ἴδια παραμένει τέκνο τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ, πού θά πεῖ ὅτι πρώτη αὐτή δέχεται τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. ῾Η Παναγία παρ’ ὅλη τήν ἁγιότητά της δέν ξεφεύγει ἀπό ὁρισμένα “σφάλματα”, ὅπως γιά παράδειγμα τοῦ ἐλέγχου τοῦ μικροῦ Χριστοῦ, ὅταν δωδεκαετής ἀνέρχεται στό Ναό καί “χάνεται”, ὅπως ἐπίσης τῆς ἀναζήτησής Του, ὅταν βγῆκε στό κήρυγμα τριακονταετής.
2. ᾿Ενῶ ὅμως παραμένει κοινός ἄνθρωπος, εἶναι, καθώς σημειώσαμε, ἡ “Κεχαριτωμένη” καί ἡ “εὐλογημένη ἐν γυναιξί” (Πρβλ. Λουκ. 1, 28). Καί χρειάζεται νά τονίσουμε ἐν προκειμένω ὅτι ἡ ἀξιολόγηση αὐτή δέν εἶναι ἀνθρώπινη. ᾿Αποτελεῖ ἀξιολόγηση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ ἀπεσταλμένου Του ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. ῾Ο ᾿Αρχάγγελος μᾶς καθοδηγεῖ στό νά προσφωνοῦμε ἔτσι τήν Παναγία καί συνεπῶς νά τήν τιμοῦμε κατά ἐντελῶς ἰδιαίτερο καί ξεχωριστό τρόπο. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, μολονότι ἔχει ἱστορική ἀφετηρία – τήν ἔκφραση εὐγνωμοσύνης τῶν Βυζαντινῶν γιά τή θαυμαστή ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου ἀπέναντι στίς ἐπιθέσεις τῶν Περσῶν καί τῶν ᾿Αβάρων στίς ἀρχές τοῦ 7ου αἰ. – δέν παύει ν’ ἀποτελεῖ μίμημα τοῦ παραδείγματος τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Καί χαριτώθηκε ἡ Παναγία μας ἀπό τόν Θεό καί πρό τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, μά κυρίως μετά, λόγω τοῦ βαπτίσματός της στό ῞Αγιον Πνεῦμα κατά τό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
3. ᾿Εκεῖνο πού ἔφερε στήν Παναγία τήν ἰδιαίτερη γι’ αὐτήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς της. ῾Η νηστεία της, ἡ διαρκής προσευχή της, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ σιωπή της. Συνεργάστηκε ἡ ἄδολη αὐτή παιδούλα ἀπό πολύ μικρή μέ τόν Θεό. ῾Η θέλησή της ἦταν διαρκῶς κατατεθειμένη στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ. Κι ἐκεῖ πού φανέρωσε τήν ἀπόλυτη ὑπακοή της σ’ ᾿Εκεῖνον ἦταν ὅταν κλήθηκε νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του. Τό “ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου” (Λουκ. 1, 38) συνιστᾶ τή μαρτυρική ἐπιλογή της, προκειμένου νά μείνει πιστή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μήν ξεχνᾶμε ὅτι τό τίμημα τῆς γέννας γιά μιά ἀνύπαντρη κοπέλα στά χρόνια ἐκεῖνα ἦταν ὁ θάνατος!
4. ῾Η ὑπακοή της μέχρι θανάτου δείχνει καί τό μέγεθος τῆς ἁγιότητάς της. ῾Υπακοή σημαίνει ταπείνωση καί ἡ ταπείνωση εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως ὁ Κύριος ταπεινώθηκε – “ἐκένωσεν ἑαυτόν” (Φιλ. 2, 7) – γιά νά ἔρθει στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος, ὅπως πορεύτηκε μέ τήν ταπείνωση καί τή φανέρωσε μαζί μέ τήν ἀγάπη Του πάνω στόν Σταυρό, ἔτσι καί ἡ Παναγία. ῾Η ταπείνωσή της φανερώνει τό πνευματικό ὕψος στό ὁποῖο βρίσκεται, ὕψος τέτοιο πού εἶναι παραπάνω ἀπό τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ. Εἶναι “ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἡ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ”.
5. ῾Ως ἐκ τούτου ἡ Παναγία ἔχει μέσα της καί τή μεγαλύτερη χάρη, ἄρα καί τή μεγαλύτερη ἀγάπη καί τή μεγαλύτερη παρρησία ἐνώπιόν του Θεοῦ. Εἶναι κοντά μας καί κοντά στόν Υἱό της περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἁγίους. “Γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν”. ῞Ο,τι λοιπόν ἐν πίστει τῆς ζητοῦμε μᾶς τό δίδει καί μάλιστα ἐκ περισσοῦ. Μᾶς τό δίδει δηλαδή ὁ Υἱός της πρός χάρη τῆς Παναγίας Μητέρας πού παρακαλεῖ γιά ἐμᾶς. “Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου”. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἄπειρα τά θαύματά της πού τά βλέπει ἡ πιστεύουσα καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
6. ῾Η ἀποδοχή ὅμως τῆς Παναγίας μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο καί ἡ ἐπισήμανση τῆς χάρης πού ἔχει ἀπαιτεῖ καί τή δική μας συμμετοχή στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἔχων χάρη Θεοῦ ἀποδέχεται τήν Παναγία. Βλέπει κανείς ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει. Κι εἶναι τοῦτο ἀπόδειξη τῆς ἔλλειψης τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ σέ ὅλους τούς αἱρετικούς πού ἀμφισβητοῦν τήν ἐξαίρετη θέση της μέσα στήν ᾿Εκκλησία. Πόσο τοῦτο φαίνεται ἄμεσα ἀπό τό περιστατικό τῆς συνάντησης τῆς Παναγίας μέ τήν ἐξαδέλφη της ᾿Ελισάβετ, μητέρα τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου. Μόλις ἄκουσε τό χαιρετισμό τῆς Μαρίας ἡ ᾿Ελισάβετ, “ἐπλήσθη πνεύματος ἁγίου καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλͺῃ καί εἶπε• Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί” (Λούκ. 1, 41). Τήν προσφωνεῖ εὐλογημένη, γιατί γέμισε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Εἶναι κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι συμβαίνει καί μέ τόν Κύριο. Τόν ἀποδέχεται κανείς ὡς Θεό, μόνον ὅταν ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. “Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾿Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ” (Α´ Κορ. 12, 3).
Δέν θά ἤμασταν λοιπόν ὑπερβολικοί ἄν λέγαμε ὅτι κριτήριο τῆς ὀρθοδοξίας μας εἶναι ἡ στάση μας καί ἔναντι τῆς Θεοτόκου. ᾿Ορθή ἀποδοχή της σημαίνει ὀρθή ἀποδοχή καί τοῦ Χριστοῦ. Καί ὀρθή ἀποδοχή τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ταυτοχρόνως ὀρθή ἀποδοχή καί τῆς Παναγίας. Χριστός καί Παναγία πηγαίνουν πάντοτε μαζί. Τυχόν διάσπαση τῆς ἑνότητάς τους σημαίνει ἀλλοίωση καί τῆς ὀρθῆς πίστης. Γι’ αὐτό καί ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ Γ´ Οἰκουμενική Σύνοδος γιά νά ὁριοθετήσει τήν πίστη στόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο προσδιόρισε τήν πίστη καί στήν Παναγία• εἶναι ἡ Θεοτόκος.
῾Η Παναγία εἶναι πολύ κοντά μας. Τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό ἀπολυτίκιο τῆς κοιμήσεώς της• “…ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε”, ὅπως καί ἐπανειλημμένως στούς χαιρετισμούς• “χαῖρε ἡ τούς πιστούς ἀπαύστως ἐπισκιάζουσα”. ῎Αν ὁ γέρων Πορφύριος ἔλεγε ὅτι μετά τό θάνατό του θά εἶναι πιό κοντά στούς πιστούς, πόσο μᾶλλον ἰσχύει τοῦτο γιά τήν Παναγία, πού πιστεύουμε ὅτι μεταστάθηκε καί σωματικά καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή προτυπώνει καί τά μέλλοντα (“ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα”). Δέν ἔχουμε παρά νά τήν ἐπικαλούμαστε πάντοτε.
Το βιβλίο «Ὦ Πανύμνητε Μῆτερ»
τοῦ π. Γεωργίου Δορμπαράκη
κυκλοφορείται από τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ».
(τηλ.: 210 9310605).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου