Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ - ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Αγίου Νικολάου του Καβάσιλα
Ομιλία περί της Υπεραγίας Δεσποίνης ημων και Παναχράντου Θεοτόκου εκφωνηθείσα εις την Πάνδοξον Κοίμησιν Αυτής
«Μακαρία η κοιλία η βαστάσασα σε και μαστοί ους εθήλασας»
            Κανείς, νομίζω, δεν αγνοεί ότι είναι αδύνατον νά υπάξη σπουδαιότερος αγώνας απο αυτόν εδω, εάν ήθελε να είναι συνεπής. Εγώ μάλιστα τόσο πολύ απέχω από το να επιδιώξω στήν προκειμένη περίστασι να ομιλήσω όπως αρμόζει, ώστε θεωρώ ότι άν και όλοι οι άνθρωποι οφείλουν αυτό το έπαθλο των εγκωμίων πρός τήν Παρθένο, πλήν όμως δέν είναι κάν δυνατόν να ελπίζουν ότι θα ανταποκριθούν με τα εγκώμια τους στο μέγεθος της πραγματικότητας. Επομένως ούτε είναι δυνατόν να μας ενοχοποιήση κάποιος ως παράτολμους. Αλήθεια, που να εύρεθη τέτοια τόλμη; Το να καταπιάνεται βέβαια κανείς με υψηλά θέματα και να εγκαταλείπη την προσπάθεια απο φόβο μήπως ηττηθή, δεν θα ήταν λογικό.
Πράγματι δεν ήμπορει να υπάρξη άνθρωπος ο οποίος θα κατηγορήση όσους υστέρησαν στόν αγώνα τόν οποίο κανείς δέν είναι δυνατόν να κερδίση. Γιατί λοιπόν να εγκαταλείψωμε την προσπάθεια, αφού κανείς δεν θα μας ενοχοποιήση γι’ αυτήν; Αφού λοιπόν προσήρμοσα τόν λόγο στίς δυνάμεις μου, θα προχωρήσω στό εγκώμιον της Παρθένου, προσθέτοντας ότι αυτό δεν το επιχειρώ για να γνωστοποιήσω στούς ακροατάς τις χάριτες της υμνουμένης, τις οποίες τυχόν αγνούν· διότι δέν υπάρχει κανείς που να αγνοή το κοινόν αγαθό· αλλά γιά να κάμω, ενθυμούμενος την αιτία της ιδικής μου σωτηρίας, καλλιτέρα την ψυχή όσων έχουν αυτήν την δυνατότητα με την ανάμνησι. Αυτός μου φαίνεται πως είναι και ο λόγος για τον οποίον ύμνησαν όλοι τήν Παναγία καί δέν υπάρχει κανείς που να μήν έκαμε αυτόν τον αγώνα, επιτυγχάνοντας άλλος ολιγώτερο και άλλος περισσότερο τόν σκοπό του· διότι είναι όντως πολυύμνητος, όχι μόνον αφ’ ότου εγεννήθη, αλλά και πρίν ακόμη χαρισθή στούς ανθρώπους. Πράγματι οι Προφήτες και οι οραματισμοί και οι λόγοι τους τήν μακαρία Παρθάνον υμνούσαν. Καί ά, υπήρχε κάτι πράγματι σεβαστόν, όπως η Σκηνή και η Κιβωτός και τα ιερά σρατόπεδα του Μωυσέως και όλα εκείνα γιά τά οποία υπερηφανεύοντο οι Εβραίοι, εκτός μόνον απο την ονομασία τους το θαύμα της Παρθένου προετύπωναν. Επειδή όλα αυτά ήσαν σεβαστά αλλά και εδημιουργήθησαν εξ’ αρχής ακριβώς για να την προεικονίσουν καί να την προαναγγείλουν στούς ανθρώπους. Αλλά τί λέγω; αφού όλοι οι έπαινοι που εψάλλησαν στούς ανθρώπους, είτε πρός έπαινον του ανθρωπίνου γένους είτε γιά ιδιαίτερα αγαθά, πρέπει να αποδοθούν στήν Παρθένο. Διότι δεν υπάρχει και ούτε είναι δυνατόν να υπάρξη αγαθόν, μικρό ή μεγάλο, άξιο να τιμήση το ανθρώπινο γένος, που να μη το έφερε στόν κόσμον η καινή μητέρα και ο καινός τόκος της. Καί όχι μόνον όταν επραγματοποιήθη, αλλά καί από πολύ ενωρίτερα, με μόνο το γεγονός ότι επρόκειτο να φανερωθἠ.
            Διότι αν όλα τα κάνωμε για να αξιωθούμε να γίνωμε κοινωνοί του Θεου, και αυτό είναι το ακρότατον όλων των αγαθών, το οποίον όμως ήταν ακατόρθωτο για τούς ανθρώπους χωρίς τις θείες δωρεές της Παρθένου, πως δεν αναφέρονται τα πάντα σ’ εκείνην; Αυτή λοιπόν είναι η αιτία να επαινήται οτιδήποτε αξιοσέβαστον υπάρχει στούς ανθρώπους. Αλλά το ύψιστο των αγαθών μας είναι η κοινωνία με τον Θεό· και αυτή όμως η δυνατότης της κοινωνίας στήν Παρθένον οφείλεται. Γι’ αυτόν ακριβώς τόν λόγον η πολυύμνητος πρέπει να θεωήται αιτία όλης της ωραιότητος και της σεμνότητος και κάθε άλλου αξιυμνήτου πράγματος που υπάρχει στο γένος των ανθρώπων· και γι’ αυτό όλα τα εγκώμια πρός αυτήν μόνο πρέπει να αναφέρωνται. Αλλά και για το γεγονός οτι υπάρχουμε και είμεθα άνθρωποι, την μακαρία Παρθένο πρέπει να θεωρούνε αιτίαν. Και όχι μόνον αυτό, αλλά όπως το δένδρον υπάρχει χάριν του καρπού έτσι χάριν της Παρθένου εδόθη η αρμονία και η ιδία η ύπαρξις και στόν ουρανό και στήν γη και στόν ήλιο και σε όλη τήν κτίσι. Αν λοιπόν για τον καρπόν επιδοκιμάζωμε το δένδρον, άν όποιος χαίρεται για το δένδρο τόν καρπόν επαινεί, ποίος δέν γνωρίζει ότι όλη η ευταξία των όντων και η χάρις και η ωραιότης, « εί τις αρετή και εί τις έπαινος», όπως λέγει ο Παύλος, μόνο στήν Παρθένον αξίζει να αποδοθή; Ώστε δικαιούμεθα να είπουμε ότι ο χαρακτηρισμός πού έδωσε στα κτίσματα ο Θεός, όταν τα απεκάλεσε καλά και μάλιστα «καλά λίαν», αποτελούσε εγκώμιον της παρθένου.


            Από τόσο παλαιά λοιπόν υμνείτο. Καί μάλιστα ότι η μακαρία είναι ο καρπός των κτισμάτων και ότι αυτήν ακριβώς την θέσι έχει μέσα στο σύμπαν γίνεται φανερό από τα εξής: Επειδή κατά γενικήν ομολογία καρπός είναι εκείνο που επαναφέρει τήν φύσι απο την πορεία της πρός τον αφανισμόν και με την καρποφορία την καθιστά πάλι νέα, ποίος, ειπέ μου, ανέπλασε τούς ανθρώπους; Από που προήλθεν η « καινή κτίσις»; Σε ποίον οφείλεται αυτή η αλλοίωσις του σύμπαντος; Διότι είναι αναμφισβήτητο το γεγονός οτι ο ουρανός εδέχθη νέους αναγεννημένους πολίτες· και αυτούς τούς μετέφερεν εκεί από την γήν η Παρθένος. Η γη ομοίως εφιλοξένησε τόν καινόν άνθρωπο, τον ίδιο τόν Δεσπότη του ουρανού, επειδή εβλάστησεν όχι πλέον τον παλαιόν καρπό της αμαρτίας, «ακάνθας καί τριβόλους», αλλά το νέον άνθος της αρετής, τήν Παρθένο. Και διά μέσου αυτής όχι μόνον εφυγαδεύθη το γήρας και εδόθη σε όλους η δυνατότης της αναγεννήσεως, αλλά και του ούρανου το σώμα χάρις σ’ αυτήν θά γίνη καλλίτερο καί θα απαλλαγή τελείως από την φθορά, καθώς επίσης και η σελήνη και η γη και οι αστέρες. Επειδή δεν ήταν δυνατόν να αναστηθή η κτίσις απο τη φθοράν, άν δέν ελευθερώνοντο τα τέκνα του Θεού· και το λύτρον αυτής της ελευθερίας, τόν «πρωτότοκον εκ των νεκρών», το έφερε ακριβώς η Παρθένος.
            Θά απαλλάξη λοιπόν και την γην από τήν φθοράν και θα εκπληρώση τον πόθο της αποδίδοντας την αφθαρσία την οποία «εκδεχομένη (προσδοκώντας) στενάζει», όπως λέγει ο Παύλος· ώστε γίνεται φανερόν ότι και αυτό που λέγει πρός τον Θεόν ο Προφήτης, οτι «απο καρπού των έργων σου χορτασθήσεται η γη», σ’ αυτήν αναφέρεται και αυτόν τον καρπό, την Παρθένο, υπονοεί σαν πόθο της γής· επειδή και αυτή θα χορτάση, σύμφωνα με το ψαλμικόν, όταν φανερωθή η δόξα του Σωτήρος. Και άν λάβωμε υπ’ όψιν ότι η Γραφή αποκαλεί γη τους ανθρώπους, είναι φανερόν οτι και αυτοί διά της Παρθένου είδαν να πρααγματοποιούνται οι επιθυμίες τους και να φθάνη η ημέρα εκείνη την οποίαν «επεθύμησαν οι προφήται ιδείν». Διότι βεβαίως, αφού απο τότε που μας έπλασε ο Θεός εχάσαμε την ευδαιμονία, την ποθούσαμε διακαώς· όμως κανείς δεν απεδείχθη ικανός μα μας την επαναφέρη, ούτε απο τους Αγγέλους ούτε απο τους ανθρώπους. Αλλ’ αντιθέτως εβυθιζόμεθα σε χειρότερα, ώστε έτσι κατέστη αδύνατον να επιστρέψωμε στήν αρχικήν μας κατάστασι, και στενάζαμε επειδή αυτό ακριβώς ήταν το μόνο που ποθούσαμε· αυτήν την δυνατότητα της ευδαιμονίας μας την εχάρισε μόνη η μακαρία Παρθένος. Αυτή εξεπλήρωσε την επιθυμία μας ενώνοντας με τους ανθρώπους τον μόνον Επιθυμητόν, Αυτόν τον οποίον, όταν κάποιος γνωρίση προσωπικώς, δεν είναι δυνατόν να ζητήση κάτι περισσότερο. Και ηνώθη δι’ αυτής ο θεός τόσο στενά με τους ανθρώπους, ώστε έγινε μέτοχος όχι μόνον του τόπου και του τρόπου της ζωής μας, αλλά και της ιδίας της φύσεως μας.
            Και μάλιστα δεν περιωρίσθη να ευεργετήση μόνο τους ανθρώπους και αυτόν εδω τον κόσμο, σαν να είχε βάλει όριο των δωρεών της τον ουρανό, αλλά και αυτόν τον υπερβαίνει, και αυτόν ακόμη τον εκάλυψε με την αρετήν της. Διότι ευηργέτησε και τους Αγγέλους, τις ίδιες τις «Αρχές» και τις «Εξουσίες», αφου έκαμε ν’ ανατείλη και γι’ αυτές το φώς και τους έδωσε την δυνατότητα να γίνουν σοφώτεροι απο πρίν και καθαρώτεροι, να γνωρίσουν την αγαθότητα και την σοφία του Θεού καλλίτερα απο πρίν. Διότι «η πολυποίκιλος σοφία του Θεού» δι’ αυτής «εγνωρίσθη ταίς αρχαίς και ταίς εξουσίαις» και δι’ αυτής είδαν όλοι καθαρά το «βάθος του πλούτου της σοφίας και της γνώσεως του Θεού» χρησιμοποιώντας τήν μακαρία σαν οφθαλμό ή σαν φώς. Όντως αυτή υπήρξε ο μοναδικός οδηγός κάθε ψυχής και κάθε νου πρός την αλήθεια του Θεού.
            Με αυτόν τον τρόπον η Παρθένος εδημιούργησε «ουρανόν καινόν και γήν καινήν» ή μάλλον αυτή είναι η καινή γη και ο καινός ουρανός· γη μέν, διότι απο εκεί προήλθε, καινή δε, διότι σε τίποτε δεν εταίριαζε με τους προγόνους της, ούτε κληρονόμησε την παλαίαν ζύμη, αλλά έγινε, σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου, «νέον φύραμα*» και έκαμε αρχήν ενός νέου γένους. Αλλ’ όμως ποίος αγνοεί τον λόγο για τον οποίον η Παρθένος είναι ουρανός και μάλιστα καινός, διότι ευρίσκεται μακρυά απο κάθε γήρας και είναι ασυγκρίτως ανωτέρα απο κάθε είδους φθορά, και ακόμη διότι μόλις προσφάτως, σ’ αυτές τις έσχατες ημέρες εχαρίσθη στούς ανθρώπους, σύμφωνα με την επαγγελία του Θεού που εμήνυσε ο Ησαίας· «ουρανόν καινόν και γήν καινήν δώσω υμίν». Και αν θέλης να προχωρήσωμε περισσότερο, η Παρθένος είναι υπερφυής* και πρωτοφανής γη και ουρανός συγχρόνως, διότι και απο την γήν υψηλότερα ανήλθε και τον ουρανόν υπερέβη τόσο στην καθαρότητα όσο και στήν μεγαλειότητα. Ως πρός μεν το μέγεθος, είχε ένοικον εκείνον τον οποίον ο ουρανός δεν ημπορούσε να χωρέση· ως πρός δε την καθαρότητα, διότι εκείνα που δεν ήταν δυνατόν να ίδουν οι άνθρωποι με τους οφθαλμούς των χωρίς να σχισθούν ή να ανοίξουν οι ουρανοί, τίποτε δεν τούς εμποδίζε να τα απολαύσουν διά μέσου αυτής. Ακόμη περισσότερο, η Παρθένος γίνεται οδηγός σε όσους ανυψώνονται πρός τον Θεόν, ενώ ο ουρανός τους γίνεται εμπόδιο. Και ενω εκείνος πρέπει να φύγη απο την μέση, αυτή αν δεν μεσολαβοὐσε μεταξύ Θεού και ανθρώπων, δεν θα καθίστατο δυνατόν να γίνουν οι γήινοι κοινωνοί των υπερκοσμίων.
            Πράγματι, όπως λέγει η Γραφή, ο ουρανός δεν ημπόρεσε να αντέξη την θείαν ακτίνα και εσχίσθη, όταν αυτή διήρχετο. Διότι, λέγει, όταν το Πνεύμα κατήλθε στόν ομότιμον Ιησού, ο μέγας Ιωάννης «είδε σχιζομένους τούς ουρανούς». Ενώ η μακαρία, όταν την επεσκέφθη το Πνεύμα, απήλαυσε ακόμη περισσοτέραν ειρήνη, την οποίαν ο Παύλος απεκάλεσε «πάντα νούν υπερέχουσαν», και έγινε υπερφυής τόπος της ιδίας της υποστάσεως του Σωτήρος, η οποία δεν περιορίζεται στόν χώρο· και τον έφερε μέσα της ανωδύνως. Επομένως αυτόν που ο Προφήτης ονομάζει «ουρανόν του ουρανου» και τονίζει οτι είναι μόνον για τον Θεόν κατάλληλος, λέγοντας «ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω» είναι ακριβώς η μακαρία Παρθένος. Αφού «ουδέ αυτός ο ουρανός καθαρός ενώπιον σου», όπως λέγει σε άλλο σημείον η Γραφή, ενω αυτή, που ευρίσκεται πλησίον του Θεού, δηλαδή η Παρθένος, δεν είναι μόνον καθαρά απο κάθε κακόν, αλλά και θετικώς «καλη»· και όχι απλώς καλή, αλλά καθ’ όλα καλή· «όλη γάρ ει καλή», λέγει. Και δεν πρόκειται εδω για κρίσιν ανθρωπίνην, αλλά ο ίδιος ο Θεός χαρακτηρίζει καλήν την μακαρία. Και αυτό όχι κατά τρόπον συνηθισμένο, αλλά με θαυμασμό: «Τι γάρ ει καλή, η πλησίον μου». Και όλα αυτά, μολονοτί «πάσα ανθρωπίνη δικαιοσύνη (αρετή) ενώπιον του Θεού» είναι κατά την Γραφή πιο σιχαμερά απο οποιοδήποτε βδέλυγμα και αποκαλείτα πονηρία. Όπως λοιπόν γίνεται φανερόν, η αρετή της Παρθένου δεν ευρίσκετο μέσα στα ανθρώπινα όρια, ούτε υπερέβη την ανθρωπίνην φύσιν απλώς ολίγο ή πολύ, τόσο δηλαδή που να υπάρχη σύγκρισις, αλλά σε τοιουτόν βαθμόν ώστε να είναι αδύνατον να μετρηθή η υπεροχή της.
            Γι’ αυτό και συνεκάλυψε κάθε ανθρωπίνην κακία και κατέστησε τους ανθρώπους αξίους να ζήσουν ηνωμένοι με τον Θεόν και την γην αξία να φιλοξενήση τον Θεόν. «Πάντες εξέκλιναν, άμα (συγχρόνως και) ηχρειώθησαν ». κανείς δεν ήταν σε θέσι να βοηθήση το γένος που ευρίσκετο σε κίνδυνο, ούτε να αναχαιτίση τήν αμαρτία που εξεχύνετο ως ποταμός. Διότι και απο τους ίερεις και τους Κριτάς και όλη την σειρά των Προφητών και των άλλων ανθρώπων του Θεού, απο τους οποίους ημπορούσε να ελπίζη κανείς κάποιαν βελτίωσι του γένους, κανείς τους δέν ημπόρεσε να βοηθήση την ανθρωπότητα ούτε στο παραμικρόν· αφού ούτε τους ιδίους τους εαυτούς των δεν κατώρθωσαν να αναδείξουν καθαρούς απο αμαρτήματα και ενοχές, αλλ’ όταν έφευγαν απο εδω, τους υπεδέχετο όλους ο Άδης. Και ήταν ακατόρθωτο να επανέλθωμε στην προηγουμένην ζωή μας, αφού οι άνθρωποι αδυνατούσαν να επαρκέσουν και στους εαυτούς των, οι δε αγαθοί Άγγελοι, μολονότι ζητούσαν απο τον Θεόν οτι το καλλίτερο για μας και προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν στόν αγώνα μας, ενικήθησαν απο το μέγεθος των ανθρωπίνων κακών. Απο το άλλο μέρος, ο μόνος που εχρειάζετο να πληγωθή πρός χάριν μας ήταν στούς ανθρώπους μισητός· διότι «επέβλεψε επί την γήν και ουκ ην συνιών (συνετός) ουδ’ εκζητών τον Θεόν». Συνέβη δηλαδή με την ανθρωπότητα οτι και με ένα σώμα που έχει καταστραφή ολόκληρον απο κάποια νόσο και δεν του έχει απομείνει κανένα σημείον απο το οποίον να ανακαλέση την υγείαν εκείνος που θέλει να το θεραπεύση. Διότι ήθελε βεβαίως ο Θεός την σωτηρία μας ως φιλάνθρωπος που είναι, αλλά δεν εύρισκε εκείνους απο τους οποίους θα ημπορούσε να αρχίση δικαίως την προσφορά των δωρεών του. Πράγματι αποτελεί και αυτό νόμον της θείας δικαιοσύνης, το να παρέχη μερικές φορές τις ευεργεσίες που κάνουν καλλιτέρα την ανθρωπίνη φύσι και χωρίς να το θελήσουν οι άνθρωποι· αποτελεί όμως επίσης νόμο και το εξής: οι ευεργεσίες που επανορθώνουν την θέλησι και την προαίρεση* και φέρουν μέσα μας τον Θεόν και μας δίδουν τον αρραβώνα της ιδικής του ειρήνης, να είναι μέν μεγάλες και να υπερβαίνουν κάθε ανθρωπίνην ελπίδα, να μη χορηγούνται όμως σε όλους, αλλά σε όσους συμβαίνει να έχουν προηγουμένως συνεισφέρει απο την πλευρά τους οτι συντελεί στήν προσέλκυσι των ευεργεσίων αυτών. Γι’ αυτό πρίν απο την κάθοδο του Σωτήρος και την πραγματοποίηση των μυστηρίων της Θείας Οικονομίας του, τα οποία επανέφεραν στο σωστόν δρόμο την θέλησι μας, η οποία είχε εκπέσει απο την θείαν αγάπη, εχρειάζετο μια ανθρωπίνη αρετή ικανή όχι μόνον να αντισταθμίση την τόσο μεγάλη κακία, αλλά πολύ πιο μεγάλη και θαυμαστή. Με αετήν θα έπρεπε να απαλλαγη η φύσις μας απο το μίασμα, να εξαλειφθή η αισχύνη που της είχε προκαλέσει η αμαρτία, να παύση η ύβρις του κοινού έχθρου και έτσι, αφου ο Θεός θα έχη συμφιλιωθή με τους ανθρώπους, να τους προσφέρη χείρα βοηθείας.
            Γίνεται λοιπόν αυτό πραγματικότης· την αρετήν αυτήν την προσέφερε εκ μέρους όλου του κόσμου η Παρθένος, αυτή έγινε σ’ έμας κάθαρσις και ιλασμός και εξήγνισε ολόκληρο το ανθρώπινον γένος. Και όπως η φωτοχυσία ή το πύρ μεταδίδεται σε όποιο σώμα συναντήση, έτσι και η μακαρία μετέδωσε σε όλους την λαμπρότητα της. Συνέβη οτι και με το φυσικόν αυτό φως, το οποίον παρουσιάζει το κάλλος των ορατών πραγμάτων, χωρίς όμως να ανήκη στην φύσι όλων αυτών, διότι ο Θεός το έδωσε μόνο στον δίσκο του ηλίου· με τον ίδιον ακριβώς τρόπο και η ωραιότης των ανθρώπων και το σεμνόν μεγαλείο της φύσεως και όλη η χάρις που ανθούσε πρίν χάση ο άνθρωπος τον Θεόν και την οποία θα είχε, αν είχε τηρήσει τον νόμο του Θεού, και την δικαιοσύνη που είχε κι εκείνη που έπρεπε να έχη αλλά δεν την είχε, ολα αυτα ευρέθησαν συγκεντρωμένα μόνο στην μακαρία και «πάντας εδικαίωσαν», πράγμα που ο Παύλος είπε περί του Σωτήρος. Υπήρξε έτσι η Παρθένος θυσαυρός η περιουσία η πηγη η, δεν γνωρίζω πως αλλιώς να το ειπώ, της αγιωσύνης των ανθρώπων.
            Γι’ αυτό από τους ανθρώπους όλων των εποχών μόνη αυτή κατοίκησε στο θυσιαστήριο και προσεφέρθη ως μια προπαρασκευαστική και καθαρτήριος θυσία πριν από το μεγάλο θύμα, προς χάριν ολοκλήρου του γένους. Και έτσι «πρόδρομος μεν εις τα άγια των αγίων εισήλθεν ο Ιησούς», ως πρόδρομος δε του Σωτήρος εισήλθε στα ενδότερα του καταπετάσματος η μακαρία Παρθένος προσφέροντας τον εαυτόν της στον Πατέρα. Και ο μεν Ιησούς συμφιλίωσε απολύτως τους ανθρώπους με τον Πατέρα αποθνήσκοντας επάνω στον Σταυρό. Ενώ η μακαρία, με το να προσφερθή στον Θεόν, τόσον ημπόρεσε να συμβάλη στην καταλλαγήν*, όσον εχρειάζετο για να φέρη τον συμφιλιωτήν στους ανθρώπους, να κάμη αδελφό τους τον πρεσβευτήν, αυτόν που επρόκειτο να εμφανισθή προς χάριν τους ενώπιον του Θεού και να διεκδικήση την σωτηρία γι’ αυτούς που ησαν πλέον ιδικοί του, που είχαν την ιδία με αυτόν φύσι. Διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι, ινα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεύς τα προς τον Θεόν». Και αυτός μεν, έγινε το κοινόν όριον των δύο φύσεων, επειδή ηταν σε μια υπόστασι και τα δύο: και αυτό που είμεθα εμείς και Θεός. Γι’ αυτό και αποτελεί ένωσιν Θεού και ανθρώπων και καταλλαγήν και ειρήνην και έρωτα και ότι άλλο οδηγεί προς αυτά. Ενώ η μακαρία με το να είναι αφ’ ενός άνθρωπος, εφ’ όσον κατήγετο από τους ανθρώπους και να ταιριάζη αφ’ ετέρου σε ότι αφορά την υπέροχη αρετή της μόνο με τον Θεόν, με αυτό εξυψώνει τους ανθρώπους και τον Θεόν κινεί σε έρωτα προς το ανθρώπινο γένος, ελκύοντας Αυτόν με το κάλλος της. Και ο μεν Σωτήρ επλήρωσεν όλα όσα εμείς χρεωστούσαμε. Διότι δεν τον ήλεγχεν η συνείδησις του για κάποιαν ευθύνην, αφου «αμαρτίαν ουκ εποίησεν», αλλ’ ανέλαβε επάνω του τις ιδικές μας και «περί ημων ωδύνατο (εβασανίσθη)». Και ήρκεσεν η πληγή ενός, ο οποίος δεν είχε διαπράξει καμμίαν αδικία, να απαλλάξη από την ευθύνην όλους τους ανθρώπους που είχαν αμαρτήσει σε μέγιστον βαθμό, με το να τιμωρηθή Αυτός αντί εκείνων. Η δε μακαρία παρουσιάζοντας μόνη αυτή μεταξύ των ανθρπώπων την ψυχή της αξίαν του Θεού ημπόρεσε να υπερασπισθή και τους άλλους.
            Γι’ αυτό από τους πολλούς που έλαβαν πολλές φορές μηνύματα από τον ουρανό, μόνο σ’ αυτήν ο Θεός είπε το «χαίρε». Διότι δεν είχεν υπάρξει κανείς ο οποίος απηλλαγμένος από αμαρτίες ημπόρεσε να απαλλαγή από την σχετικήν ποινή. Πράγματι, όλους τους έκρινεν ο Θεός αξίους να πονούν και να βασανίζωνται˙ αυτή ακριβώς ήταν η τιμωρία των ανθρώπων για την καταπάτησι του νόμου της αληθινής χαράς και ειρήνης. Με το να θεωρήση λοιπόν την μακαρίαν αξία να χαίρεται και με το γεγονός ότι την απεκάλεσε «κεχαριτωμένην» και «ευλογημένην» εφανέρωσε ότι δεν είχε να της καταλογίση τίποτε από εκείνα για τα οποία ήταν υπεύθυνος η ανθρπίνη φύσις. Επειδή έπρεπε το καινόν θύμα που προσεφέρθη προς χάριν μας, οι οποίοι είχαμε ανάγκην από πολλούς καθαρισμούς, να είναι άμωμον και άγιον. Διότι αν το θυσιαστήριο, το οποίο ηταν σχεδίασμα και εικόνα των χαρίτων της Παρθένου, έπρεπε να είναι άγιον σε σχέσι με τα άγια, τι γνώμη θα έπρεπε να δώσωμε για την ιδία την Αλήθεια; Επειδή το θυσιαστήριο δεν υστερούσε από την Παρθένο μόνον όσον υπολείπεται η σκιά και ο τύπος από την αλήθεια, αλλά υπάρχει μεταξύ τους πολύ μεγαλυτέρα, άπειρος απόστασις. Διότι ενώ «το Χερουβίμ κατασκίαζει το θυσιαστήριον» όπως είπεν ο Παύλος, την πολυύμνητο την επισκιάζουν όχι εκείνα τα Χερουβίμ η κάτι σπυδαιότερον από αυτά, αλλ’ ο ίδιος αυτός τον οποίον υπηρετούν τα Χερουβίμ, η «δύναμις του Υψίστου» καθώς ανήγγειλεν ο Θειότατος Γαβριήλ. Εξ άλλου η θυσία είναι ιερωτέρα από το θυσιαστήριο, διότι αυτή ακριβώς το κάνει ιερόν ̇ το χρίσμα του αίματος είναι εκείνο που το αγιάζει. Αλλά η μακαρία Παρθένος είναι ιερωτέρα από οποιανδήποτε άλλην θυσία, τόσον ώστε κανείς να μη ημπορή να εκφράση την υπεροχή της. Διότι το αίμα της καινής αυτής θυσίας δεν το εδέχθη απλώς το θυσιαστήριον ούτε το κατέφαγε το πύρ, αλλά το έλαβε για τον εαυτόν του ο ίδιος ο Θεός και το εφόρεσε ως «ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης» μεταδίδοντας το στους ανθρώπους ως όπλον εναντίον κάθε κακού και κάθε πόνου…
            Ώ, τι καινά μυστήρια! Ώ, τι θαυμαστή δικαιοσύνη! Ώ, τι ψυχή είναι εκείνη, η οποία εκόσμησε με τέτοιαν αγνότητα το σώμα της! Ώ, σώμα, που αγνοώντας την φύσι του υψώθη μαζί με την ψυχήν! Ώ, νούς, που ελαμπρύνθη από τέτοιο φως! «Τι είπω και τι λαλήσω;» λέγει όλος απορία ο Προφήτης. Τον Θεόν, που κανείς ποτε δεν περιέλαβε τόπος, που η κτίσης όλη, και αν ακόμη γίνη μύριες φορές μεγαλυτέρα από ότι είναι, δεν τον χωρεί, αυτόν τον ενέδυσε με το αίμα το ιδικόν της η Παρθένος ̇ και το σπουδαιότερον είναι ότι του ύφανε με το αίμα της τέτοιον χιτώνα που να αρμόζη από κάθε άποψι σε βασιλέα. Αν και, βεβαίως, δεν ηνώθη ο Θεός με την ανθρωπίνην σάρκα απλώς όσο το σώμα ενώνεται με το ένδυμα, ούτε  η ανθρωπίνη φύσις έλαβε μέρος στην Θείαν ακτίνα, όσον η στόλη στην βασιλικήν ευδαιμονία. Αλλά τοσό μόνον επιτρέπεται να ονομάσωμε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος περιβολήν και ενδυμασία, όσο χρειάζεται για να εκφρασθή ότι δεν έγινε σύγχυσις μεταξύ των δυο φύσεων, αλλά ότι η κάθε μια μένει αμιγής από τα ιδιώματα της άλλης. Ενώ σε ότι αφορά τα υπόλοιπα, τόσο πολύ υπερβαίνει η πραγματικότης αυτήν την εικόνα, όσον η απλή ένωσις την τελεία διαίρεσι. Διότι η συνάφεια αυτή ούτε ημπορεί να γίνη παράδειγμα σε τίποτε άλλο αούτε με άλλο παράδειγμα να έκφρασθή. Αλλά είναι μια ένωσις μοναδική, πρωτοφανής και ανεπανάληπτος. Επειδή το αίμα της μακαρίας έγινε αίμα Θεού – πώς να το είπω; - και συμμετέσχε τόσο στενά σε οτιδήποτε είχε αυτός, ώστε ανεδείχθη ομότιμο και ομόθρονο και ομόθεο με την Θείαν φύσι. Σε τέτοιον ύψος αγιότητος ανήλθεν η Παρθένος, τόσον η αρετή και το μεγαλείο της υπερβαίνει κάθε νου!
            Άνθρωπος ήταν · από ανθρώπους εβλάστησε · έγινε μέτοχος σε όλα τα κοινά γνωρίσματα του ανθρωπίνου γένους. Δεν εκληρονόμησεν όμως την ιδία νοοτροπία ούτε παρεσύρθη από την τόσο μεγάλη κακία που επικρατεί, αλλ’  αντεστάθη στην αμαρτία και άντεξε στην φθορά που κυνηγά την φύσι μας και έδωσε τέλος στην κακία. Έτσι έγινε και αυτή «απαρχή αγία», εβάδισε πρώτη τον δρόμο προς τον Θεόν και έγινε οδηγός των ανθρώπων προς αυτόν. Επειδή είχε τέτοιο φρόνημα σαν να ήταν μόνη της σ’ αυτή την ζωή και να μην υπήρχε κανείς άλλος άνθρωπος ούτε άλλο κτίσμα να είχε ποτέ δημιουργηθή, αλλά να ευρίσκετο μόνη ενώπιον του Θεού. Δεν έδωσε προσοχή σε κανένα από τα κτίσματα ούτε προσηλώθη σε κάποιο απ’ αυτά, αλλά από την πρώτη στιγμή που ήλθε μεταξύ των ανθρώπων τους απεχωρίσθη και μάλιστα από ότι καλλίτερο διέθεταν. Και έτσι, αφού υψώθη επάνω από όλη την κτίσι, την γη, τον ουρανό, τον ήλιο, τους αστέρες, τον ίδιο τον χορό των αγγέλων που περιβάλλει τον Θεόν, δεν εστάθη, η καθαρά, παρά αφου έγινε ένα με τον καθαρόν Θεόν. Και ανεδείχθη ιερωτέρα από τις θυσίες και τιμιωτέρα  από τα θυσιαστήρια ενώπιον του Θεού, τόσον αγιωτέρα από τους δικαίους και τους Προφήτες και τους ιερείς, όσον αγιώτερος είναι από τους αγιαζομένους εκείνος που τους αγιάζει. Επειδή κανείς δεν ήταν άγιος πρίν έλθη στην ύπαρξι η μακαρία · αλλά πρώτη αυτή και μοναδική, απηλλαγμένη εντελώς από την αμαρτία παρουσιάσθη να είναι όντως αγία και αγία αγίων και ότι ακόμη μεγαλύτερο θα ημπορούσε να είπη κανείς  · ήνοιξε και στους άλλους την θύρα του αγιασμού με το να έχη προετοιμάσει καταλλήλως τον εαυτόν της για την υποδοχή του Σωτήρως, από τον οποίο προήλθεν η αγιότης όλων των αγίων και προφητών και ιερέων και όλων αυτών που ηξιώθησαν να γίνουν κοινωνοί θείων μυστηρίων.
            Διότι ο καρπός της Παρθένου είναι ο πρώτος και ο μόνος που έφερε στον κόσμο την αγιότητα, και αυτό ακριβώς εννοούσε ο Παύλος όταν είπε ότι «πρόδρομος υπέρ ήμων εισήλθεν εις τα άγια ο Ιησούς». Και αν πριν από την έλευσι του Σωτήρος ακούμε ότι πολλοί έλαβαν αυτήν την επωνυμία, αυτό οφείλεται στο ότι έγιναν κοινωνοί των μυστηρίων της θείας οικονομίας δια της συμμετοχής στις προτυπώσεις των…
            Και γιατί αναφέρω τους Προφήτες, οι οποίοι δεν ημπορούσαν ούτε από τα δεσμά του Άδου να ελευθερωθούν, επειδή δεν υπήρχε η δυνατότης συμμετοχής στις δωρεές της Παρθένου, αφού και από τους ιδίους τους Αγγέλους, τους Αρχαγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ η μακαρία Παρθένος είναι αγιωτέρα; Πράγματι, αν προσφέρεται ως έπαθλο της αγιωσύνης σε όλους κατά τον ίδιον τρόπον ο Θεός, τον κερδίζει όμως περισσότερον εκείνος που έχει προπαρασκευασθή καλλίτερα, πως δεν είναι αναγκαίο να κρίνωμε τον βαθμό της αγιότητος από τα έπαθλα και να χρησιμοποιούμε ως βέβαιον μέτρο της το πόσον ευρίσκεται ο καθένας κοντά στον Θεό; Και μάλιστα η Γραφή λέγει ότι «τα Χερουβίμ ίστανται κύκλω του Θεού» και υποδέχονται τις θείες ακτίνες του, χωρίς ούτε να τολμούν να τον ατενίσουν. Ενώ η Παρθένος, κατά ένα πρωτοφανή και απερίγραπτον τρόπο, περιέλαβε μέσα της αυτόν που κανείς τόπος δεν εχώρεσε. Και δεν εδέχθη μέσα της κάποιαν λαμπρότητα και δόξαν, αλλά την ιδία την υπόστασι του Θεού. Όσο λοιπόν φανερωτέραν έκαμε ο Θεός την παρουσία του στην Παρθένο από ότι στα Χερουβίμ – και η διαφορά είναι τόσο μεγάλη που δεν ημπορεί να εκφρασθή – τόσο είναι κατ’ ανάγκην αγιωτέρα εκείνη και ιερωτέρα.
            Και αληθώς όλα τα όντα, δια μέσου των οποίων εκδηλώνεται σαφώς η σοφία του Θεού, ηττώνται εμπρός στη καθαρότητα και την αγιωσύνη της Παρθένου, όπως ακριβώς από όλα τα σώματα καθαρώτερα είναι εκείνα που ευρίσκονται πλησιέστερα στο φώς. Διότι, αφού ο Θεός είναι πανταχού παρών εξ ίσου, η διαφορά ως προς την φανέρωσι του πρέπει να αποδοθή στα κτίσματα. Και αν έτσι συμβαίνει, ποίος τότε δεν αναγνωρίζει ότι η Παρθένος είναι η πλέον ιερά από όλους τους ανθρώπους και από όλους τους αγγέλους; Επειδή βεβαίως δια των αγγέλων εδόθησαν οι εντολές του Θεού, ο παλαιός νόμος, «ο δι αγγέλων λαληθείς λόγος», καθώς είπεν ο Παύλος και τα άλλα σημεία που εφανέρωναν την δύναμι και την δικαιοσύνη του Θεού. Ενώ η Παρθένος δεν περιωρίσθη να φέρη μόνον κάποια μηνύματα στους ανθρώπους, αλλά τους έκαμε γνωστήν την ιδία την ενυπόστατο σοφίαν του Θεού και όχι απλώς με σημεία και εικόνες, αλλά με τρόπον άμεσο, τους εφανέρωσε δηλαδή τον ίδιον τον Θεόν, τον Σωτήρα, και όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στις αγγελικές Αρχές και Εξουσίαις «ίνα γνωσθή», λέγει ο Παύλος, «ταις αρχαίς και ταις εξουσίες η πολυποίκιλος σοφία του Θεού». Και δεν είπε «ίνα γνωσθή μάλλον», να γίνη δηλαδή περισσότερο γνωστή, αλλ’ απλώς «ίνα γνωσθή», δηλώνοντας πιστεύω, ότι η πρίν από την Παρθένο γνώσις του Θεού ήταν τόσον αμυδρά, ώστε να μη συγκρίνεται με την Δευτέρα, η οποία ανέτειλε δι’  αυτής. Γίνεται λοιπόν φανερόν ότι όχι μόνο για τους ανθρώπους, τους δικαίους και τους αδίκους, τους πονηρούς και τους αγαθούς, αλλά και για αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις ανέτειλεν η Παρθένος τον ήλιον της δικαιοσύνης.
            Είναι λοιπόν η μακαρία τόσον ανωτέρα από όλα τα κτίσματα, όσον η θεία Οικονομία του Σωτήρος υπέρ ημών είναι αδύνατον να συγκριθή με κάποιο από τα όντα. Και πράγματι, αν τόσο πολύ καλλιτέρους από τους ιδίους τους εαυτούς των έκαμε τους αγγέλους, ώστε να υποστηρίζη ο Απόστολος ότι είναι αδύνατος η σύγκρισις μεταξύ της πρώτης και της δευτέρας τους ευδαιμονίας, ας εξετάσωμε πόσο μεγάλη είναι αυτή η υπεροχή. Διότι εάν «το έλαττον υπο του κρείττονος ευλογείται (το μικρότερο δηλαδή ευλογήται από το μεγαλύτερο», ποία σύγκρισις ημπορεί να υπάρξη μεταξύ του να ευεργετή κάποιος και να ευεργετήται; Γι’ αυτόν τον λόγον ο Προφήτης έβλεπε την Παρθένο να είναι «θρόνος Θεού υψηλός και επηρμένος» ενώ τα Χερουβίμ τα έβλεπε γύρω από τον θρόνο. Και όχι απλώς γύρω από τον θρόνο, αλλά να στέκουν με συστολήν και φόβο χωρίς να τολμούν ούτε να τον αντικρύσουν. Όπως λέγουν μάλιστα οι άγγελοι πάντοτε αγρυπνούν και δεν υπάρχει τέλος στις υμνωδίες τους · αλλά για την μακαρίαν αυτό πρέπει να θεωρήσωμε ότι ισχύει τόσον περισσότερο – και δεν εννοώ μόνο μετά την εκδημία της από την γη, αλλά και όταν ακόμη ευρίσκετο σ’ αυτήν την ζωή – όσο πιο αισθητή έγινε σ’ αυτήν η θεία ακτίνα. Διότι και στις δυνάμεις που κυκλώνουν τον Θεόν, περισσότερον από οτιδήποτε άλλο διεγείρει τον ζήλο τους και τις κάνει να αγρυπνούν το ότι έχουν γευθή εξαιρετικώς τις θείες χάριτες. Ώστε εκείνο το οπίο στους άλλους αγίους συμβαίνει πρίν απαλλαγούν από το σώμα, το να παραμένουν δηλαδή αμετακίνητοι στο αγαθόν και στην αρετή, αυτό συνέβαινε στην Παρθένο και πρίν αποθέση το σώμα.
            Και αυτό ήταν φυσικόν επακόλουθο. Διότι βεβαίως το σώμα της, το οποίον ουσιαστικά είχε παραμερισθή, υπερέβη την ονομασία του. Και ήταν σώμα όχι ψυχικόν, ούτε τίποτε άλλο, αλλά όπως λέγει ο Παύλος, «σώμα πνευματικόν», αφού το Πνεύμα είχε σκηνώσει μέσα του και είχε μεταθέσει τους νόμους της φύσεως. Αλλά εκτός αυτού, το σώμα το οποίον όταν ακόμη υπάρχει στους αγίους δεν τους αφήνει να στραφούν προς τον Θεόν, εβοηθούσε υπερβολικώς την μακαρία Παρθένο. Διότι σ’ εκείνους, και όταν ακόμη είχαν πληρωθή από έντονον επιθυμία να ευρίσκωνται κοντά στο ακρότατον των επιθυμητών και ενώ είχαν όλη την νοερά δύναμι για την θεωρία του αληθώς Όντος, δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσουν προς άλλες καταστάσεις ούτε να στρέψουν προς εκείνο εξ ολοκλήρου του νου τους, επειδή τους ημπόδιζαν όλα τα ορατά. Ποίος όμως δεν γνωρίζει ότι στην Παρθένον όλα αυτά έγιναν πραγματικότης πέραν από κάθε κατανόησι και περιγραφή και ότι αυτή μόνη εδέχθη μέσα της τον Θεόν με τρόπο πράγματι μοναδικόν;
            Γίνεται όθεν* φανερόν ότι και πρίν μετατεθή από την ζωήν αυτήν είχε μέσα της αμετακίνητο το υπερφυές αγαθόν και την θαυμαστήν εκείνην αρετή˙ έγινε από την παρούσα ζωή μέτοχος των μελλόντων αγαθών και της Βασιλείας η οποία επιφυλάσσεται στους δικαίους. Έζησε από την τρεπτήν αυτήν ζωη την μέλλουσα και μένουσα, αφου εφανερώθη μέσα της η «κεκρυμμένη εν Χριστώ ζωή», επειδή βεβαίως για την μακαρίαν έπρεπε τα πάντα να είναι νέα, αφού ενώπιον της υπεχώρησαν και οι νόμοι της φύσεως. Αυτό ακριβώς έδειξε όταν, ανυμνώντας τις θείες ευεργεσίες τις οποίες ηξιώθη να λάβη, είπε˙ «εποίησε μοι μεγαλεία ο δυνατός».
            Ώ, τι πρωτοφανή κατορθώματα! Τι υπέροχοι αγώνες! Και όμως μετά τα βραβεία και τους στεφάνους που έλαβε, δηλαδή τον ήλιο της δικαιοσύνης που εδέχθη μέσα της, με τον οποίο και ηξιώθη να συνενωθή, εδοκίμασε προς χάριν μας θλίψεις και οδύνες, «αντί της προκειμένης αυτή χαράς (που είχε ενώπιον της)». Και μετείχε μαζί με τον Υιό της στην αισχύνη και στις ύβρεις και σε όλα όσα εφανέρωναν την πτωχεία στην οποίαν έφθασε εκείνος προς χάριν μας, και ηνέχθη το επάγγελμα του νομιζομένου πατέρα του και μακροθυμούσε, αγωνιζομένη μαζί με τον Υιόν της για την ιδικήν μου σωτηρίαν. Και όταν εκείνος ήρχισε να θαυματουργή και να επανορθώνη την φύσι, ήταν πάντα κοντά του. Και όταν εφθονείτο και εμισείτο από αυτούς που ευεργετούσε, η Παρθένος επονούσε μαζί του και εδέχετο τα βέλη του μίσους των. Και μάλιστα από την υπερβολικήν φιλανθρωπία της πρώτη παρεκίνησε τον Υιό της πρόωρα προς τις ευεργεσίες αυτές ˙ διότι της είπε «ούπω ήκει (δεν ήλθεν ακόμη) η ώρα μου»˙ αυτό αποδεικνύει πόση παρρησίαν* έδωσε στην μητέρα του, ώστε να αλλάξη ακόμη και τα χρονικά όρια, τα οποία ο ίδιος είχε καθορίσει.
            Όταν πάλι εχρειάσθη να υποφέρη προς χάριν μας ο Σωτήρ και να αποθάνη, πόσο μεγάλος ηταν ο πόνος της Παρθένου; Τι βέλη την διεπέρασαν; Διότι εάν ο Υιός της ήταν μόνον άνθρωπος και τίποτε περισσότερο, τίποτε πιο οδυνηρόν δεν θα ημπορούσε να υπάρξη για μια μητέρα. Τώρα όμως είναι ο μόνος Υιός της, που τον έφερε στον κόσμο μόνη της και παραδόξως, ο οποίος μάλιστα δεν ελύπησε ποτέ ούτε την ιδία ούτε κανέναν άλλον, αλλ’ αντιθέτως τους επλημμύρισε όλους με τόσες ευεργεσίες που υπερβαίνουν κάθε προσδοκία. Τι λοιπόν συναισθήματα ηταν φυσικό να εχη η μακαρία όταν έβλεπε τον Υιόν της σε τόσο φοβερές οδύνες, τον κοινόν ευεργέτη της ανθρωπίνης φύσεως, «τον πράον, τον ταπεινόν τη καρδία», αυτόν που δεν υπήρξε «ερίζων ουδε κραυγάζων», τον οποίον ποτέ κανείς δεν ημπορούσε να κατηγορήση για το παραμικρόν, όταν τον έβλεπε να σύρεται από τα άγρια εκείνα θηρία, να γυμνώνεται, να μαστιγώνεται, να κρίνεται άξιος της χειροτέρας καταδίκης, να αποθνήσκη με τον εξευτελιστικώτερον θάνατο μαζί με τους μεγαλυτέρους κακούργους, έξω από κάθε έννοιαν δικαιοσύνης και νόμου, όπως συμβαίνει σε τυραννικα καθεστώτα; Και αν κατ’ ανάγκη θρηνούμε για τους αδικημένους, τίποτε δεν υπήρξε πιο άδικον από τον θάνατο του Σωτήρος˙ μολονότι κανείς δεν είναι εξ ολοκλήρου αδικημένος, όταν τιμωρείται για πράγματα για τα οποία ουδεμίαν ενοχήν αισθάνεται αφου ασφαλώς έπραξε άλλα για τα οπίοα θα ημπορούσε δικαίως να κατηγορηθή. Ενώ για τον Σωτήρα ο Προφήτης λέγει ότι «αμαρτίαν ουκ εποίησεν». Εάν πάλι δεν επιτρέπεται να μη υποφέρωμε με τις συμφορές των οικείων μας, κανείς όντως ποτέ δεν ήταν τόσο συνδεδεμένος με άλλον άνθρωπο, όσον η Παρθένος με τον Σωτήρα. Γι’ αυτό η θλίψις που κατέλαβε τότε την Παρθένο υπερέβη κάθε ανθρώπινο μέτρο, αν λάβωμε υπ’ όψιν ότι ηταν μητέρα και μάλιστα ευγνώμων, η οποία εκτός των άλλων είχε την δυνατότητα να διακρίνη καθαρά την αδικίαν.
            Διότι έπρεπε να συμμερισθή με τον Υιόν της όλα όσα έκαμε εκείνος για την σωτηρία μας ˙ όπως του μετέδωσε το αίμα και την σάρκα της και έλαβε μέρος στις ιδικές του χάριτες, κατά τον ίδιον τρόπο συμμετέσχε και σε όλους τους πόνους και στην οδύνη του. Και εκείνος μεν καρφωμένος στον Σταυρόν εδέχθη στην πλευρά την λόγχη, ενώ της Παρθένου την καρδία «διήλθε ρομφαία» όπως της εμήνυσε ο Θειότατος Συμεών. Με τον ίδιον τρόπο και όλα τα άλλα μαρτύρια τα προξενούσαν οι κύνες εκείνοι από κοινού στον Υιόν και στην μητέρα, και όταν πρωτύτερα τον κατηγορούσαν ως αλαζόνα και όταν τον ωνόμαζαν πλάνο και προσπαθούσαν να αποδείξουν την πλάνη του.
            Έτσι χάρις σ’ αυτές τις ομοιότητες πρώτη αυτή έγινε σύμμορφος με τον θάνατον του Σωτήρος και γι’ αυτό έγινε πρίν απ’ όλους συμμέτοχος και της Αναστάσεως του. Πράγματι, όταν ο Υιός της κατέλυσε την τυραννία του Άδου και ανέστη, και να τον ιδη ηξιώθη και να ακούση τον χαιρετισμό του και να τον προπέμψη, όσον ήταν δυνατόν, όταν αναχωρούσε, και μετά την Ανάλιψι του αυτή τον αντικατέστησε μεταξύ των Αποστόλων και των άλλων μαθητών του, αυξάνοντας έτσι τις ευεργεσίες του προς την ανθρωπίνη φύσι και «αναπληρούσα το υστέρημα του Χριστού» αξιώτερα από οποιονδήποτε άλλον. Διότι σε ποίον άλλον θα ήρμοζαν αυτά περισσότερον από όσο στην μητέρα;
            Ήταν όμως ανάγκη η παναγία εκείνη ψυχή να χωρισθή από το πάναγνον εκείνο σώμα. Χωρίζεται, βεβαίως και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, το δεύτερον φώς ενώνεται με το πρώτο. Και το σώμα, αφού παρέμεινε για λίγο στην γή, ανεχώρησε κι αυτό μαζί με την ψυχή. Διότι έπρεπε να περάση από όλους τους δρόμους από τους οποίους διήλθε ο Σωτήρ, να λάμψη και στους ζώντες και στους νεκρούς, με την συμμετοχή της σε όλα να αγιάση την φύσι και έτσι να λάβη τελικώς την θέσι που της αρμόζει. Το εδέχθη λοιπόν για λίγο και ο τάφος, το παρέλαβε δε και ο ουρανός το πνευματικόν αυτό σώμα, την καινήν γη, το αποθησαύρισμα της ιδικής μας ζωής, το τιμιώτερον από τους Αγγέλους, το αγιώτερον από τους Αρχαγγέλους. Εδόθη έτσι ο θρόνος στον Βασιλέα, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φώς, στον καρπόν το δένδρο, η μητέρα στον Υιό, καθ’ όλα αξία αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους.
            Ποίος λόγος θα αρκέσει, ω μακαρία, να εξυμνήσει την αρετή σου, τις χάριτες που σου εδώρησε ο Σωτήρ, αυτές που συ εδώρησες από κοινού σε ολούς τους ανθρώπους; Κανείς, έστω και εάν λαλή τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, όπως θα έλεγε ο Παύλος. Προσωπικώς έχω την γνώμην ότι το να γνωρίζη κανείς καλά τα μεγαλεία σου και να τα διακηρύττη αποτελεί μέρος της αιωνίου μακαριότητος η οποία απόκειται στους δικαίους. Διότι και αυτά «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσεν» «μηδέ ο κόσμος όλος δύναται φέρειν» σύμφωνα με τον μεγάλον Ιωάννη. Τα ιδικά σου μεγαλεία αρμόζουν μόνο στον χώρον εκείνον όπου ο «ουρανός» είναι «καινός και η γη καινή», φωτίζονται δε από τον ήλιο της δικαιοσύνης του οποίου ούτε προηγείται ούτε ακολουθεί σκότος ˙ εκει υμνητής των μεγαλείων σου είναι ο ίδιος ο Σωτήρ, και Άγγελοι αυτοί που χειροκροτούν. Σ’ αυτόν μόνο τον χώρο ημπορεί να σου προσφέρωμε ολοκληρωμένην υμνωδία ˙ επιχειρούμε όμως να σε υμνήσωμε τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για να αγιάσωμε και την γλώσσα και την ψυχή μας. Διότι και μόνον ένας λόγος και μια ανάμνησις που αναφέρεται σε κάποιο από τα ιδικά σου μεγαλεία, ανυψώνει την ψυχήν και βελτιώνει τον νου και μας μεταβάλλει ολοκλήρους από σαρκικούς σε πνευματικούς και από βεβήλους σε αγίους.
Αλλ’ ω, «παν αγαθόν», Παρθένε, συ που αποτελείς κάθε τι που γνωρίζουμε στην ζωήν αυτή και ότι θα γνωρίσωμε όταν αναχωρήσωμε από τον κόσμο. Ώ Συ, που αρχίζοντας από τον εαυτόν σου ωδήγησες και τους άλλους προς την μακαριότητα και τον αγιασμόν! Ώ σωτηρία των ανθρώπων και φώς του κόσμου και οδός προς τον Σωτήρα και θύρα και ζωή, που είσαι αξία να προσφωνήσαι με όλα εκείνα τα ονόματα με τα οποία απεκλήθη προς χάριν σου ο Σωτήρ˙ επειδή αυτός μεν είναι ο αίτιος, συ δε η συναίτιος του ιδικού μου αγιασμού και όλων εκείνων τα οποία απήλαυσα δια σου μόνης από τον Σωτήρα. Ιδικό σου είναι το αίμα που καθαρίζει τις αμαρτίες του κόσμου˙ ιδικό σου το σώμα μέσα στο οποίον εχω αγιασθή, στο οποίον ευρίσκεται η Καινή Διαθήκη και κάθε ελπίς σωτηρίας. Σπλάγχνον ιδικό σου είναι η Βασιλεία του Θεού. Αλλ’ ω Παρθένε, που είσαι ανωτέρα από κάθε έπαινο και από κάθε όνομα που θα ήμπορουσε να σε χαρακτηρίση, δέξου αυτόν τον ύμνο μας και μη παραβλέψης την προθυμία˙ και δώσε μας την δυνατότητα να κατανοήσωμε και να ψάλλωμε κάπως καλλίτερα τα μεγαλεία σου και τώρα στην ζωήν αυτή και μετά από αυτήν, στην αιωνία. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου