Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Η Παναγία εις την Νεοελληνικήν Ποίησιν



theotokos
Ασχολούμένος άλλοτε με το θέμα της Παναγίας και της συλλογής    «Άνθη ευλαβείας» έγραφα ότι η Παρθένος, η γλυκεία μήτηρ του  Θεανθρώπου, σύμβολον αγιωσύνης και αγνότητος, αλλά ταυτοχρό·  νως και μητρικής αγάπης και πόνου, απετέλεσεν εις όλας τας επο
a χάς θέμα ιδιαιτέρως προσφιλές εις τους ποιητάς, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι της εποχής μας, και εις την ορθόδοξον Ανατολήν και εις την καθολικήν Δύσιν.
Εις την φιλολογίαν αυτήν, την πρώτην θέσιν κατέχει αναμφιβόλως η βυζαντινή υμνογραφία. Ουδέποτε άλλοτε η μορφή της Θεοτόκου εύρε τόσον υψηλόν, τόσον λυρικόν και τόσον εμπνευσμένον από βαθυτάτην πίστιν ύμνον:
                                      Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει,
                                      Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει...
                                      Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
                                      Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς...
θα ψάλλουν προς την Θεομήτορα οι απελευθερωθέντες εκ του εχθρικού κινδύνου Βυζαντινοί, ο δε νεώτερος Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως, Ρωμανός ο Μελωδός, θα υμνήση κατά τον συγκινητικώτερον τρόπον τον πόνον της δυστυχούς Μητρός, ήτις βλέπει αγόμενον εις τον βωμόν του μαρτυρίου και της θυσίας το ίδιον αυτής τέκνον:
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον ηκολούθη Μαρία τρυχομένη  μεθ’ ετέρων γυναικών
Και εις τας επομένας εποχάς, η ελληνική μούσα δεν έπαυσε να αφιερώνη εις την Θεοτόκον ωραιότατους στίχους, πλήρεις αγάπης, θαυμασμού και ικεσίας, πολλά δε ποιήματα εγράφησαν εις δόξαν της Παρθένου είτε κατ’ απομίμησιν των «Χαιρετισμών», είτε και όλως πρωτότυπα.
Μεταξύ των ποιημάτων τούτων, ιδιαιτέρας μνείας είναι άξια τα στιχουργήματα τα περιεχόμενα εις μίαν ιδιόρρυθμον συλλογήν, γνωστήν υπό τον τίτλον «Άνθη ευλαβείας» (2), οφειλομένην εις τους τροφίμους του γνωστού Φλαγγινικού ιεροδιδασκαλείου, το οποίον είχεν ιδρυθή εις Ενετίαν με κληροδότημα του Θωμά Φλαγγίνου και του οποίου η λειτουργία ήρχισεν από το έτος 1664.
Εις την συλλογήν ταύτην, της οποίας ο πλήρης τίτλος είναι «Άνθη ευλαβείας, εκχυθέντα εις την πανένδοξον μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας παρά τινών του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου τροφίμων τε και σπουδαίων, επιστασία και επανορθώσει του πολυμαθεστάτου αυτής ιεροδιδασκάλου Ιωάννου Πατούσα του εξ Αθηνών Γυμνασιάρχου του ρηθέντος φροντιστηρίου και πανευλαβώς αφιερωθέντα τω Πανιερωτάτω και Σοφωτάτω Κω Κω Μελετίω Τυπάλδω Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας Τπερτίμω και Εξάρχω πάσης Άυδίας και των εν ταις κλειναίς Ενετίαις Ελλήνων αξιοπρεπεστάτω προέδρω Ενετίησιν αψη» (1708), δημοσιεύονται πεζογραφήματα και ποιήματα αφιερωμένα, κατά το πλείστον, εις την Παναγίαν.
Πρόκειται περί έργων, αν όχι εξαιρετικής σημασίας, πάντως αξιόλογων, ιδία όσον αφορά εις την πρωτοτυπίαν και τον χρόνον της συνθέσεως αυτών, περί των οποίων ο Δημαράς γράφει τα εξής: «Πολλή τέχνη, αλλά και πραγματική ποιητική εμπνεύση επεξεργάζονται τα ποιήματα αυτά, που αποτελούν την πρώτη μεγάλη επίτευξη ύστερ’ από τα χρόνια της Κρήτης. Είναι πραγματικά άνθη με όλο το άρωμά τους, με τη γοητεία των ποικίλων χρωμάτων τους· αλλ’ άνθη φυτεμένα μέσα σ’ ένα θερμοκήπιο: αν δένουν με τα περασμένα όμως δεν δημιουργούν προηγούμενο. Η εμφάνισή τους έχει κάτι τεχνητό, που φανερώνεται όχι μόνο στην κατασκευή τους, αλλά και στο γεγονός ότι έμειναν χωρίς συνέχεια» (3).
Ιδού εν δεκατετράστιχον της συλλογής, το οποίον οφείλεται εις τον Αντώνιον Στρατηγόν, λόγιον καταγόμενον μεν εκ Κρήτης, γεννηθέντα δε εις Κέρκυραν, και έχει τον τίτλον: «Ότι ο θάνατος της Θεομήτορος εστάθη θεϊκή αγάπη»:
                                     Είχε λάμψ’ η αυγή, εις την οποίαν ώρισεν ο Θεός ν’ αποσηκώση στ’ άστρα από τον κόσμον την Μαρίαν κι ως Κόράν του παντός να στεφάνωση.
                                     Απείκασεν ευθύς νεύσιν την θείαν ο έρωτας, γοργά όθεν να σώση χρυσόπτερος πετά στην Παναγίαν και θάνατον γλυκόν αυτής να δώση.
                                     Τότ’ ευλαβής, βέλος χρυσόν τεντώνει κ’ εκείνην την καρδίαν την αναμμένην με φλόγες θεϊκές γλυκά πληγώνει.
                                     Αν η κόρη νεαρά έτζ’ απομένη τούτο τον νουν της ας μη θολώνη γιατί πόθον θανή δεν υπερβαίνει.
Ιδού και δεύτερον δεκατετράστιχον εκ της ιδίας συλλογής, το οποίον έγραψεν ο εκ Κεφαλληνίας ιεροδιάκονος Φραγκίσκος Κολομπής, φέρει δε τον τίτλον «Εις την μετάστασιν της Πανάγνου»:
                                  Σαν εις άρμα λαμπρόν, στα χρυσωμένα των αγγέλων φτερά, επέτα η θεία Μητέρα του Θεού, εις την οποία ήτον όλα τα κάλλη μαζωμένα.
                                  Τούτα βλέπουσ’ η γη με πικραμένα μάτια, με στεναγμούς, είπε: «Μαρία πού μ' αφίνεις εδώ στην ερημία;
                                   Ή πώς να ζήσω ‘γω χωρίς εσένα;»
                                  Είναι πολεμικός νόμος να σέρνη πίσω του ο νικητής τους νικημένους όταν θριαμβικήν δόξα λαβαίνη.
                                  Κι’ εμέ και τους υιούς μου υποκειμένους έκαμες, Μαριάμ. Λοιπόν τυχαίνει
                                  να μας συρης αυτού γλυκά δεμένους. (4)
Και η δημοτική μούσα έχει επίσης αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Εκτός από το γνωστόν εκείνο, το αναφερόμενον εις την Αγίαν Σοφίαν, εις το οποίον ο λαϊκός ποιητής, συνεχίζων την παράδοσιν, βλέπει την απελευθέρωσιν του έθνους συνδεομένην με το πρόσωπον της Θεοτόκου, προστάτιδος της Κωνσταντινουπόλεως,
                                 Η Δέσποινα ταράχθηκε και δάκρυσαν οι εικόνες, σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι.
και άλλα δημοτικά ποιήματα έχουν ως κεντρικόν πρόσωπον την Παναγίαν, όπως είναι διάφορα καθαρώς θρησκευτικού περιεχομένου, άλλα αναφερόμενα εις θρησκευτικός εορτάς κ.λπ. Ιδιαιτέρως αξίζει να αναφέρωμεν εδώ δημώδες ποίημα, φέρον τον τίτλον «Το μοιρολόγι της Παναγίας»;
                               Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερ’ άγγελοι, αρχάγγελοι, όλοι μαυροφορούνε, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα πάνε κι’ έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα.
                               Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της, την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
                               Ακούει βροντές, ακούει αστραπές και ταραχές μεγάλες, προβάλλει από τη θύρα της να δη στη γειτονιά της.
                               Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα ακούει φωνή, ακούει λαλιά απ’ αρχαγγέλου στόμα:
                               «Σώσε, κερά μου Παναγιά, τούτηνε δα την ώρα και τον Τγιό τον επιάσανε και στο σταυρό τον πάνε.»
                               Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη, και, σαν την συνεφέρανε, τούτο το λόγο λέει:
                               «Όσοι πονάτε το Χριστό, όλοι κοντά μου ελάτε.»
                               Η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάννα, του Ιακώβ η αδελφή, κ’ οι τέσσερες αντάμα, επήραν το στρατίστρατί, στρατί το μονοπάτι.
                               Τηράν ζερβά, τηράν δεξιά, κανένα δε γνωρίζουν, τηρούν και πιο δεξιώτερα, θωρούν τον ΆιΓιάννη.
                               Άι μου Γιάννη. Πρόδρομε και βαπτιστή του γιού μου, μην είδες μου το τέκνο μου και σε το δάσκαλό σου;»
                               «Ποιος έχει χείλη να στο πη, καρδιά να μολογήση, ποιος έχει χειροπάλαμα για να σου τόνε δείξη»;
                               «Έχεις και χείλη να το πης, καρδιά να μολογήσης, έχεις και χειροπάλαμα, για να μου τόνε δείξης.»
                               «Θωρείς εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο, οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
                                Εκείνος είναι ο γιόκας σου κ’ εμέ διδάσκαλός μου.»
                                Η Παναγιά, σαν τάκουσε, τούτον τον λόγο λέει:
                                «Πού ‘ναι γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω;» Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγόρηση· μόν’ ο Χριστός της μίλησε απ’ τον σταυρόν επάνω:
                               «Κάμε, μαννούλα, υπομονή και διάφορο δεν έχεις.
                                Στρώσε τραπέζι θλιβερά να φάνε οι θλιμμένοι και, το μεγάλο Σάββατο, καθού να μ’ απαντέχης.
                               Την Κυριακίτσα το πουρνό θα πουν Χριστός Ανέστη.».
Το αυτό περιεχόμενον, αναφερόμενον εις την θλίψιν της Παναγίας διά την απώλειαν του υιού της, απαντά επίσης και εις τα διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια, με μικράς ή σημαντικάς παραλλαγάς εις τας λεπτομέρειας. Ένα από τα χαρακτηριστικώτερα αυτά ποιήματα είναι το φέρον τον τίτλον « Της Παναγιάς το κλάμα», όπως κυκλοφορεί εις την Κάλυμνον:
                                Κάτω στα Ιεροσόλυμα και του Χριστού τον τάφον, η Παναγιά εκάθητο μόνη και μοναχή της.
                               ‘Κούει βροντές, ‘κούει στραπές και ανταρές μεγάλες· άγια βόδια σφάζουσιν ή πρόβατα συζεύγουν;
                                Κάνει να δη την πόρτα της, να δη τη γειτονιά της.
                                Θωρεί πάνω, θωρεί κάτω, θωρεί, ψυχή δεν βλέπει· θωρεί τον ουρανόν θαμβόν και τ’ άστρα βουρκωμένα το φεγγαράκι τ’ αγλαμπρόν στο αίμα βουτηγμένον.
                               Και πάλι κι ανατήρησε θωρεί τον ΆιΓιάννη, θωρεί τον και κατέβαινε κλαμένον και δαρμένον, κ’ εκράτει μέσ’ τη χείρα του μανδήλι ματωμένον κ’ εκράτει και στην άλλη του μαλλιά της κεφαλής του.
                                Κ’ η Παναγιά τον ερωτά κι η Παναγιά του λέγει:
                                Άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστά του γιου μου, δεν είδες το παιδάκι μου και τον μονογενή μου;
                               Δεν έχω στόμα να σου πω, χείλη να σου μιλήσω και σιδερένια σωτικά να σου το μολογήσω.
                                Θωρείς το κείνο το βουνό, το υψηλό, το μέγα πούχει την μαύρην γη κορφή, τον ουρανό πατέρα;
                               Εκεί τον έχουν οι ‘βριοί εξόγκωνα δεμένον· σαν κλέπτη τον επιάσανε σαν πόρνο τον κρατούσι σαν να χωρίζη αντρόγυνο εκεί τον τυραννούσι. Βγάζουν το χρυσοσκούφιον και βάζουν του αγκαθένιο. Βγάζουν το χρυσοζώναρον και βάζουν του τον βάτον.
                               Η Παναγιά σαν άκουσε λιποθυμιά της ήλθε. Σταμνιά νερό την ‘πηρετούν τρία καννιά τον μόσχον και έξη το ροδόσταμον ώστε που να συμφέρη.
                               Κ’ η Παναγιά συνέφερε κι αυτόν τον λόγον είπεν:
                               Ας έλθ’ η Μάρθα, η Μαρία και του Λαζάρου η μάννα και του Προδρόμου η αδελφή και η άλλη η Αλισάβη, και πάμε να τον πάρουμε προτού μας τον σταυρώσουν και πριν του βάλουν τα καρφιά και μας τον θανατώσουν. Στρατί, στρατί, το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι, και το στρατί τους έβγαλε σ’ ένα μικρό βρυσάκι.
                               Κι εδίψασεν η Παναγιά ‘σκύψεν να πιη λιγάκι. Κούει χαλκιά κι εχάλκευε, χαλκιά με τα παιδιά του, χαλκιά με τη γυναίκα του και με τη φαμιλιά του. Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ήντανε αυτά που κάνεις; Βριοί μου παραγγείλασι περόνια να τους κάμω. Εκείνοι μούπαν τέσσερα κι εγώ τους κάμω πέντε τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια και τ’ άλλο το φαρμακερό να μπήξουν στην καρδιά του να τρέξη αίμα και νερό να λιγωθή η ψυχή του. Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσης, ουδέ την τραχηλίτσα σου ποτέ να μην αλλάξης: μωρή μωρέ ατσίγγανε, δείξε μου τον υιόν μου.
                               Για δείξε μου τον γιόκα μου και τον μονογενή μου.
                               Θωρείς εκείνο το βουνό το υψηλό, το μέγα. πούχει την μαύρη γην κορφή τον ουρανό πατέρα: Εκεί τον έχουνε οι ‘βριοι εξόγκωνον δεμένον.
                                Ώρες η Παναγιά ‘κλαιεν, ώρες και μοιρολόγα στρατί, στρατί το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι· το μονοπάτ’ τους έβγαλεν εις του ληστού την πόρταν βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα, τα έρημα παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα, κ’ έδεσε τα χεράκια της την πόρτα παρεκάλει:
                               Άνοιξε πόρτα του ‘βριοό και πόρτα του Πιλάτου!
                               Κ’ η πόρτα απ’ το φόβο της άνοιξε μοναχή της. Μπαίνει πάνω η Παναγιά καθίζει στο κρεββάτι. Παρακαλώ σε Μωυσή, δείξε μου τον υιόν μου. Θωρείς τον κείνον τον χλωμόν, κείνον τον κιτρινιάρη; Εκείνος ειν’ ο γιόκας σου και ο μονογενής σου.
                               Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε λιποθυμιά της ήλθε! Φέρτε μαχαίρι να σφαγώ κρημνόν για να κρημνίσω κ’ ένα ποτάμι θάλασσα για να ψυχομαχήσω. Χριστός απολογήκηκενόπου ‘ταν σταυρωμένος. Μάννα μου, σαν πνιγής εσύ, πνίγονται κι άλλες μάννες· άμε, μάννα στο σπίτι μας και στο αρχοντικό μας και πίνε άδολο κρασί κι αφράτο παξιμάδι, να φαν μαννάδες με παιδιά, παιδιά δίχως μαννάδες και τα καλά τ’ αντρόγυνα με τους καλούς των άνδρες. Μάννα το μέγα Σάββατο που παίζουν οι καμπάνες τότε και συ μαννούλα μου θα ‘δης χαρές μεγάλες.
Τα πολυάριθμα ποιήματα των νεωτέρων ποιητών μας τα οποία αναφέρονται εις την Παναγίαν δυνάμεθα να διακρίνωμεν, με την σειράν των, εις διαφόρους κατηγορίας, ήτοι τα αποτελούντα προσευχάς, τα συνδεόμενα με πατριωτικά θέματα, τα καθαρώς λυρικά κ.λπ.
Εις την πρώτην κατηγορίαν, δηλαδή τας προσευχάς, ανήκουν διάφορα ποιήματα, είτε αυτοτελή είτε τμήματα μεγαλυτέρων στιχουργημάτων, μερικά δε έχουν καθαρώς σχολικόν χαρακτήρα και χρησιμεύουν ως προσευχή εις τα σχολεία ή διαφόρους άλλας ανάλογους περιπτώσεις.
Τοιούτον ποίημα είναι του Κώστα Πασαγιάννη με τίτλον «Το παιδί στην Παναγία»;
                                              Ψυχούλα αθώα γονατιστή
                                              σου στέλνω ολόθερμη μια προσευχή.
                                              Γλυκειά μητέρα
                                              Θεού, Σε κράζω
                                              ελπίδα ανέσπερη και σε δοξάζω.
                                              Παρθένα θεία, σεμνή κι’ αγνή δέξου τη δέησή μου την ταπεινή.
                                              Παρθένα θεία, σεμνή κι’ αγνή, δόξα Σου, δόξα Σου Παντοτεινή!...
Ανάλογος προς αυτήν είναι και άλλη προσευχή με τον τίτλον «Στη Μητέρα του Θεού», όπου ο ποιητής παρακαλεί την Θεοτόκον όπως βοηθήση και ανοίξη ελπιδοφόρον θύραν εις τον δυστυχή, εις τον αιχμάλωτον, εις τον ναυαγόν, εις την χήραν και εις τον ασθενή και προσφέρη εις τον κόσμον όλον την γαλήνην και την χαράν:
                      
                                           Παρθένα, στήριγμα γλυκό, μητέρα του Θεού μας πούσαι για μας παρηγοριά στο στρώμα και στο νου μας, όπου κρατάς στη σκέπη σου το ορφανό, τη χήρα κι’ ανοίγεις για το δύστυχο ελπιδοφόρα θύρα.
Βασίλισσα του Ουρανού, πούσαι για μας γαλήνη κι’ αστέρι που λαμποκοπάς, χωρίς ποτέ να σβύνη, δροσιά και ανακούφιση στ’ αρρώστου το κλινάρι που χύνεις μόρα κι’ ευωδίες μ’ όλη την άγια χάρι.
                                         Στο σκλαβωμένο χάρισε ελεύθερη πατρίδα, στο ναυαγό που δέρνεται, του γλυτωμού σανίδα, στη χήρα την παρηγοριά, στον άρρωστο υγεία και στα παιδιά την προκοπή, γλυκειά μου Παναγία.
                                         Στείλε, Μητέρα του Θεού, στον κόσμο τη γαλήνη κι’ οδήγα κάθε άσπλαγχνο στην ελεημοσύνη.
                                        Τέλος αξίωσε κι’ εμάς, όπου σε προσκυνούμε, πολίτες τίμιοι, καλοί στον κόσμο να γίνουμε.
Περισσότερον γνωστή και σημαντικωτέρα είναι «Η προσευχή προς την Παναγίαν» του Ανδρέου Μαρτζώκη, μία προσευχή η οποία εγαλούχησε την ελληνικήν νεολαίαν επί σειράν ετών και υπάρχει εις πλείστας όσας συλλογάς νεοελληνικών αναγνωσμάτων:
                                         Γλυκό του κόσμου στήριγμα, αθάνατη Μαρία,
                                          Εσύ π’ ακούς τη δέησι που υψώνουν τα παιδία,
                                         ‘ς εσέ την προσευχή μας που μέσ’ αφ’ την ψυχή μας βγαίνει για σε θερμά
                                          Έχε, Κυρά, ‘ς τη σκέπη σου την πικραμένη χήρα,
                                         ‘ς τον πεινασμένον άνοιγε ευσπλαχνική τη θύρα, δόσε του σκλάβου, Δέσποινα, ελεύθερη Πατρίδα, του ναύτη την ελπίδα, που πλέει ‘ς την ξενητειά.
                                         Ευλόγησε τα ονείρατα του βρέφους που κοιμάται, οδήγησε τα βήματα της κόρης που φοβάται· στείλε δροσιά κΓ ανάπαυσι ‘ς του αρρώστου το κλινάρι, έχε ‘ς τη θεία σου χάρι τα μαύρα τα φτωχά.
                                         Τη μάνα παρηγόρησε, πώχει παιδί ‘ς τα ξένα, και χύσε μίαν αχτίδα σου εις τον τυφλό, Παρθένα· κράτα το γάλα αμίαντο του βρέφους που βυζαίνει, στρέψε ‘ς την οικουμένη
                                         το βλέμμα ευσπλαχνικό.
                                          Στείλε, σεμνή βασίλισσα,
                                         ‘ς το πλάσμα σου γαλήνη, χύσε ‘ς τα στήθη τ’ άκαρδα αγάπη, ελεημοσύνη· χάρισε το χαμόγελο ‘ς τα μαραμένα χείλη, κάμε να γίνουν φίλοι ο εχθρός με τον εχθρό.
                                          Τ’ ανδρόγυνο που εχώρισε, Εσύ, Κυρά, ένωσέ το, διώξε μακρυά την έχθρα του και πάλι ευλόγησέ το· ανάπαυσε τα κόκκαλα που κλει βαθειά το χώμα, και ζέστανε το στρώμα της μάνας, του παιδιού.
                                         Δέξου ‘ς τα ουράνια στήθη σου τ’ ανήλικα, Παρθένα, που παραιτούν τη μάνα τους για νάλθουνε σε Σένα, το χέρι ‘κείνο αντάμειψε που τ’ ορφανό χορταίνει, που το κορμί θερμαίνει του μαύρου του γυμνού.
                                         Ευλόγησε τα δάκρυα, καλή μας Παναγία, οπού με σπλάχνος χύνονται εμπρός ‘ς τη δυστυχία συχώρεσε και φώτισε εκείνον που πλανήθη, και χύσε του ‘ς τα στήθη την Πίστη την γλυκειά!
                                         Λυπήσου την Ελλάδα μας,
                                         την άτυχη Πατρίδα, πάλι ‘ς τον κόσμο δείξε τη με σκήπτρο και χλαμύδα! Κάμε να σφίξη ελεύθερα μέσ’ τη θερμή αγκαλιά της τα μαύρα τα παιδιά της, που κλαίνε ‘ς τη σκλαβιά!...
                                          Και αξίωσε τα τέκνα σου, που σε παρακαλούνε, με της Λαμπρής το φόρεμα την Ήπειρο να ιδούνε! Να πλέξουν την εικόνα σου μ’ ελεύθερα λουλούδια, κ’ ελεύθερα τραγούδια να ψάλλουνε γλυκά!..
Εξετάζοντας την σχετικήν ποιητικήν παραγωγήν των Νεοελλήνων ποιητών, αρχίζομεν με τους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής.
Ως γνωστόν, βαθύτερον θρησκευτικόν αίσθημα διακρίνει τους περισσοτέρους εξ αυτών, τα δε έργα των χαρακτηρίζει θερμή χριστιανική πίστις. Και είναι μεν αληθές ότι οι πλείστοι των Επτανησίων ποιητών δεν έχουν αφιερώσει ειδικά ποιήματα εις θρησκευτικά καθαρώς θέματα, οπωσδήποτε όμως διάχυτο είναι εις την ποιητική των έμπνευσιν το χριστιανικόν αίσθημα. 0 Σολωμός εις την ελληνικήν παραγωγήν του δεν έχει καθαρώς θρησκευτικά ποιήματα, έχει όμως γράψει πολλά κατά την νεανικήν του ηλικίαν εις ιταλικήν γλώσσαν, κατ’ απομίμησιν προτύπων των Monti, Manzoni κ.ά. Είναι από τα ποιήματα εκείνα τα οποία ανήκουν εις τα στιχουργήματα με υποχρεωτικήν ομοιοκαταληξίαν και σπαταλούν κατά κανόνα ποιητικά νεανικά γυμνάσματα. Από τα θρησ,κευτικά του αυτά ποιήματα (τοιαύτα αναφέρονται εις την πρώτην λειτουργίαν, εις τον θάνατον του δικαίου, εις την Κόλασιν, εις την Δευτέραν Παρουσίαν), τα περισσότερα έχουν ως θέμα την Θεοτόκον, ως εις την Μαρίαν ο Ευαγγελισμός, η Ανάληψις της Παναγίας, η Σύλληψις της Παναγίας κ.λπ. Ιδού το κείμενον εν μεταφράσει ενός των δεκατετράστιχων αυτών με τίτλον «Η Ανάληψις της Παναγίας»:
ΘΕΟΤΟΚΟΣ
                                      Ήταν η ώρα που τ’ ανθρώπινο μάτι να παλέψη
                                      δεν ημπορεί με τον ύπνο κι’ οι αισθήσεις το κράζουν, όταν άκουσα φωνή, που συντροφευμένη από λύρας ήχο: Έλα, Γυναίκα, έλεγε, έλα απ’ το Λίβανο!
                                     Έλα! τον ουρανό ολόκληρο να ξαναλέη άκουσα σε ήχο που οι στίχοι μου δεν έχουν δύναμη να εκφράσουν.
                                      Κι' οι δρόμοι όλοι εγέμιζαν απ’ τον αιθέρα του ζωηρού φωτός και του μοσχοβολισμένου λιβανιού.
                                     Όταν ξαφνικά παρουσιάσθη ένας ήλιος ανάμεσα στους αγγέλους και ψηλά έσπρωχνε, κινώντας τα μπράτσα, που η αγάπη των αιωνίων ομορφιών του έγγιζε.
                                     Αχ! γιατί χάθηκε το όνειρο κι’ αυτές οι ασθενικές μου οι αισθήσεις με σεβασμό ανάμεσα στους Ουράνιους:
                                    Είμαι κάτω, μέσ’ το παράπτωμα και την άστατη αρετή (5).
Και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έχει αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν, εκ των οποίων το σημαντικώτερον είναι το φέρον τον τίτλον «25 Μαρτίου: Ευαγγελισμός  Ελληνισμός», εις το οποίον το θρησκευτικόν αίσθημα ενούται και συγχέεται με τον θερμόν πατριωτισμόν του μεγάλου εκείνου Επτανησίου ποιητού. Εις το ποίημά του αυτό, ο Βαλαωρίτης βλέπει εις την αυτήν ημέραν, την 25η Μαρτίου, να συνδέωνται αφ’ ενός μεν η μεγάλη ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και επομένως της απελευθερώσεως του ανθρωπίνου γένους και αφ’ ετέρου η Ελληνική Επανάστασις, δηλαδή η απελευθέρωσις του Ελληνικού Εθνους.
Το ποίημα αυτό είναι επίσης από τα πλέον γνωστά και συγκινητικά αναγνώσματα και συνεκίνησε επί σειράν ετών την ελληνικήν νεολαίαν:
                                  Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν, οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κυττάζουν.
                                Μια φλόγ’ αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
                                   Πετάει εν άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
                                   «Χαίρε, της λέγει, αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
                                   Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε. Μαρία, χαίρε!...»
                                 Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μια μέρα σαν εκείνη αστράφτει πάλαι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κΓ απελπισμένη, μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, αλυσωμένη.
                                    Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
                                 Η καταφρόνια, η δυστυχία σέπουν τα κόκκαλά της.
                                 Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα φέγγει κι’ αφίνει και περνά εν άστρο, μιαν αχτίδα.
                                 Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του... «Ξυπνά, ταράζου, μη φοβού. χαίρε. Παρθένε, χαίρε.
                                  0 Κύριός μου είναι με σε. Ελλάς ανάστα, χαίρε».
                                 Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ’ η πεθαμένη νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της ανοίγει μνήμ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της... Κανείς δεν αποκρένεται... Βγαίνει, πετά στα όρη... Λυώνουν τα χιόνια όθε διαβή, όθε περάση η Κόρη.
                                «Ξυπνάτε, εσείς που κείτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε, το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
 Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπη στον αιθέρα μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση με χίλια μύρια λούλουδα για να την χαιρετίση. Γιορτάστε την, γιορτάστε την! Καθείς ας μεταλάβη από τη χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι, όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε, αφωρισμένοι νάστε!
Της Επτανησιακής επίσης Σχολής άλλος εκπρόσωπος, ο Ανδρέας Μαρτζώκης, αφιέρωσεν εις την Παναγίαν το «Stabat Mater», όπου μας παρουσιάζει τον αμαρτωλόν άνθρωπον, ο οποίος, πλησιάζων την πονεμένην Μητέρα, εκφράζει την αφοσίωσίν του προς τον δΓ αυτόν θυσιασθέντα υιόν της και ικετεύει αυτήν όπως τον αξιώση να εξαγνισθή και αυτός διά του πόνου και καταστή άξιος της ουρανίου δόξης:
                                Σιμά ‘ςτον άδικο Σταυρό, τον αιματοβαμμένο, ήταν πεσμένη κ’ έκλαιγε η Παναγιά με πόνο·
                                Και της εσπάραζ’ η ψυχή να βλέπη κρεμασμένο, ωσάν κακούργο και φονιά, το τέκνο της το μόνο!
                                Πόσα μαχαίρια κοφτερά της ‘σφάζαν την καρδιά την ώρα ‘κείνη τη φριχτή, οπού ‘χε ξεψυχίσει!
                                 Ποιος εβαστούσε να θωρή σε τέτοια απελπισιά τη θεία μητέρα του Χριστού και να μην λαχταρήση;
                                 Για μένα, τον αμαρτωλό, είδες, γλυκεία Κυρά μου; να μαρτυρεύουν ‘ς το Σταυρό τ’ αγαπητό Παιδί σου! Κάμε να σφάξη ο πόνος σου κ’ εμένα την καρδιά μου, κι αξίωσέ με να θρηνώ, να κλαίω κ’ εγώ μαζί σου.
                                 Δέξου, Παρθένα μου, κ’ εμέ ‘ς το Ξύλο του αποκάτου, να χύνωνται τα δάκρυά μου με τ’ άγια δάκρυά σου! Δος μου τη χάρι, να αισθανθώ κ’ εγώ τα μαρτύριά του, και να στενάζω, να πονώ, θωρώντας τα δικά σου!
                                Κάμε κ’ εγώ να ματωθώ εις τον σταυρόν επάνω ν’ αρέσω ‘ς το παιδάκι σου, να μοιάσω του Χριστού μου, Κάμε κ’ εγώ σ’ αγκαθερό στεφάνι να πεθάνω, ναυρώ τον ίδιο θάνατο ‘που εδώκαν του Θεού μου!
ΘΕΟΤΟΚΟΣ
                           Κι’ όταν ‘ς την Κρίσι τη στερνή ‘ς το μνήμα μου ‘γροικήσω το φοβερό το κάλεσμα, τη φοβερή φωνή του, κάμε. Παρθένα μου, κ’ εγώ τον Άδη να νικήσω, κ’ εκεί ‘ς τη δόξα τ’ ουρανού να χαίρωμαι μαζί του!
Ο Κώστας Πασαγιάννης, άλλος της Επτανησιακής Σχολής εκπρόσωπος, εις το ποίημά του το φέρον τον τίτλον «0 θρήνος της Μητέρας» μας δίδει εις πονεμένους και συγκινητικούς στίχους τον θρήνον της Θεοτόκου εμπρός εις τον Σταυρόν. Είναι εμπνευσμένον από τον αριστουργηματικόν επιτάφιον θρήνον «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον» κ.λπ.:
 
                                 Ω, άνοιξη γλυκειά μου, γλυκύτατο παιδί μου, πού εχάθη η ομορφιά σου;... πώς έσβυσε, ακριβέ μου, το θείο σου χαμογέλιο κι ο τρυφερός σου ο λόγος στην άμοιρη μαννούλα;...
                                 Έτσι λοιπόν σε χάνω, γλυκέ μου, από τον κόσμο.
                                που επάσχισες να σώσης από την αμαρτία; Έτσι άξαφνα σε χάνω χωρίς καμμιάν αξία;...
                                Ωιμέ! και πώς θα ζήσω. γλυκέ μου κι’ ακριβέ μου; Ωιμέ! και πώς θα ζήσω χωρίς εσέ στον κόσμο, χωρίς τα δυο σου μάτια, χωρίς το θείο σου γέλιο, τον τρυφερό σου λόγο στην άμοιρη μαννούλα;...
  Και από τους ρομαντικούς ποιητάς, οι περισσότεροι έχουν αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Ιδιαιτέρως πρέπει μεταξύ αυτών να γίνη μνεία του Ηλιου Τανταλίδου, ο οποίος εις την συλλογήν του «Ωδαί θρησκευτικαί και εκκλησιαστικαί» έχει αφιερώσει διάφορα ποιήματα εις την Παναγίαν, το «Εις τα εισόδια της Θεοτόκου», «Εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου», «Εις την κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου» κ.λπ.
  Επίσης, ο Παναγιώτης Σούτσος και άλλοι ρομαντικοί έγραψαν ποιήματα εις την Θεομήτορα σχετικά με θέματα καθαρώς θρησκευτικά, πατριωτικά ή λυρικά.
  Αλλ’ εκείνος εκ των ρομαντικών ποιητών ο οποίος τρέφει ιδιαιτέραν αγάπην προς την Παναγίαν και ο οποίος αφιέρωσεν εις αυτήν πολλά ποιήματά του είναι ο Αχιλλεύς Παράσχος.
  Ο αρχηγός ούτος της ρομαντικής σχολής εις το ποίημά του εις την «Ευαγγελίστριαν  25ην Μαρτίου» δοξάζει την Παρθένον διότι, αν κατά την ημέραν εκείνην εδώρισε εις όλον τον κόσμον την αύραν της ζωής, εις την Ελλάδα εδώρισε ταυτοχρόνως δύο χαρές: την Βηθλεέμ και την Αγίαν Λαύραν, τον Σταυρόν και την Σημαίαν εις το ποίημά του «Προς την Παναγίαν» παρακαλεί την Παρθένον όπως μεσολαβήση εμπρός εις το άγιο παιδί της και του παράσχη την γαλήνην της ψυχής, και, τέλος, εις το γνωστότατον ποίημά του «Προ της Παναγίας» εις τόνον λυρικόν, γεμάτον ειλικρίνειαν και πίστιν,
ικετεύει την βασίλισσαν των ουρανών όπως σώση την ασθενή φίλη του, την αγαπημένην του Μαρίαν:
ΘΕΟΤΟΚΟΣ
                               Στην έρημη σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία, αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
                                Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου· δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου....
                                Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη, μ’ αρρώστησ' η Μαρία μου, κοντεύει να πεθάνη:
                               Βασίλισσα των ουρανών, λευκή του κόσμου σκέπη, μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει...
                               Όχι· δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
                               Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι, ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;
                                Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία, ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
                               Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη, στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη σ' ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι, να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.
                               Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία, λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία, μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της, εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
                                Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη, δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.
                                Ναι’αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα, αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα, αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία, κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία, δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι, να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!
Και εις τους ποιητάς των Αθηνών οι οποίοι ακολουθούν τους ρομαντικούς το θέμα της Παναγίας εξακολουθεί να είναι ένα από τα πλέον συνήθη και αγαπητά.
Ο Παπαδιαμάντης, ο Προβελέγγιος. ο Δροσίνης, ο Πορφύρας και οι άλλοι αφιερώνουν ποιήματα εις την Μητέρα του Θεού, περιγράφοντες τον πόνον της διά την απώλειαν του υιού της ή ζητούντες παρ’ Αυτής βοήθειαν και παρηγοριάν.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο εκλεκτός αυτός πεζογράφος της Σκιάθου, γεμάτος θρησκευτικήν πίστιν και χριστιανικήν αγάπην, γράφει το ποίημα «Εις την Παναγίτσα στο Πυργί», όπου, εμπνευσμένος από τον ψαλμόν του Δαυίδ, ζητεί από την Παναγίαν την γαλήνην και την άνεσιν του πραγματικού πιστού:
 
                                  Χαίρετ’ ο Ιωακείμ κ’ η Άννα που γέννησαν χαριτωμένη κόρη στην Παναγίτσα στο Πυργί!
                                 Χαίρεται όλ’ η έρημη ακρογιαλιά κι ο βράχος κι ο γκρεμνός αντίκρυ του πελάγους, που το χτυπούν άγρια τα κύματα χαίρεται απ’ την εκκλησίτσα, που μοσχοβολά πάνω στη ράχη.
                                 Χαίρεται τ’ άγριο δένδρο, που γέρνει το μισό απάνω στον βράχο, το μισό στον γκρεμνό· χαίρετ’ ο βοσκός που φυσά τον αυλό του, χαίρετ’ η γίδα του, που τρέχει στα βράχια, χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα.
                                  Κ’ η πλάση όλη αναγαλλιάζει και το φθινόπωρο ξανανιώνει η γης σα σεμνή κόρη που περίμενε χρόνια τον αρραβωνιαστικό της απ’ τα ξένα και τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργάκαι σαν τη στείρα γραία που γέννησε θεόπαιδο κ’ ευφράνθη στα γεράματά της!
 
                                Δώσ’ μου κ’ εμένα άνεση. Παναγιά μου, πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.
Ο Ιωάννης Πολέμης εις το ποίημά του «Στο δρόμο του θανάτου» μας περιγράφει τας τελευταίας στιγμάς του ανθρώπου ο οποίος, εγκαταλείπων την μετρημένην αυτήν ζωήν της γης, βαδίζει προς την αμέτρητον ζωήν των ουρανών και, ενώ ετοιμάζεται διά το μεγάλο ταξείδι, βλέπει από την μίαν πλευράν τον κακόν κόσμον να ουρλιάζη υπό το βάρος της αμαρτίας και της κακίας και από την άλλην πλευράν την μητέρα του να κλαίη, και τότε την ξάστερη ματιά του θολώνει δάκρυ πικρό:
                                Ολόσκυφτ’ ανεβαίνοντας το δρόμο του θανάτου για μια στιγμή εσταμάτησεν Εκείνος, όχι από το βάρος του Σταυρού του. Γήινος θρήνος σαν δειλός διαβάτης έκρουσε τ’ αυτιά του γεμάτα ουράνιους ύμνους. Τι τον δένει με τη ζωή της γης τη μετρημένη;
                                        Σε αμέτρητη ζωή πηγαίνει τώρα.
                                   Για μια στιγμή εσταμάτησε κ’ έστριψε πέρα την όψι του ουρανόχυτη. Μια μαυροφόρα, σαν ίσκιος, σαν δικός του ίσκιος, η Μητέρα, θρηνολογούσε. Ολόγυρα χιλιάδες χίλιοι, θαρρώντας πως η Νέμεσι τους είχε στείλει, λυσσομανούσαν κι’ ούρλιαζαν, σαν σκύλοι στο διάβα ανεμοδρόμου καβαλλάρη.
                                Όλη η κακία της γης τον είχε συνεπάρει σαν χείμαρρος πλημμύρας. Τι τον δένει με την ζωή της γης; Γιατί ανεβαίνει στα μάτια του, θολώνοντας την ξάστερη ματιά του, δάκρυ κρυφό, σαν να ποθή στην ώρα του θανάτου, τη ζωή, που αφίνει, τη στερνή του ημέρα:
 
                                   Ούρλιαζεν ο κόσμος, έκλαιγε η Μητέρα.
Ο Βάρναλης έχει επίσης γράψει πολλούς στίχους αφιερωμένους εις την Παναγίαν, εις την γνωστήν συλλογήν του «Το Φως που καίει». Εις το ποίημά του «Οι πόνοι της Παναγίας» περιγράφει τον σπαραγμόν της καρδιάς της μητέρας, η οποία βλέπει τον υιόν της να θυσιάζεται διά τους ανθρώπους, οι οποίοι, άδικοι και κακοί, δεν κατορθώνουν να διακρίνουν το θεϊκόν Του φως, αλλά καταδιώκουν και κακοποιούν τον Σωτήρα των. Είναι η κραυγή του πόνου της Παναγίας, η οποία βλέπει πόσον μακράν του υιού της ευρίσκονται οι άνθρωποι, πάντοτε έτοιμοι να καταφερθούν και πάλιν εναντίον του και να τον σταυρώσουν και πάλιν επί του Σταυρού:
 
                               Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
                                Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
                                Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάζεις.
                                Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
                               Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό, θα σε φυλάω από ματιά κακή κι’ από κακόν καιρό, από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
                               Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
                                Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
                               Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι’ αγάλια θα νυχοπατώ, να σκύβω, την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό, να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι κ’ ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ, που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
                               Κι’ αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής, χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις, θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
                              Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
                              Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Συγκινητικόν είναι και το ποίημα του Μιχαήλ Αργυροπούλου «Στην εικόνα της Παναγίας», όπου ο ποιητής εις το πρόσωπον της Παρθένου βλέπει την πατρίδα, το παρελθόν και το μέλλον, το σπιτάκι του και τους δικούς του, οι οποίοι σμίγουν μαζί του εις τα ξένα διά της Αγίας Εικόνος:
                               Σκόρπα στην καμαρούλα μου και στη ψυχή μου αιώνια την άγια ευχή, που σκόρπισε κι’ Εκείνος πριν Σε στείλη.
                              Φέρνε τη δόξα του ναού, κι’ απ’ τα παλιά τα χρόνια, κι’ άπλωνε γύρω μου το φως απ’ τ’ άσβυστο καντήλι.
                              Εσ’ είσαι. Συ η πατρίδα μου και Συ τα περασμένα, τα τώρα, τα μελλούμενα, ο κόσμος όσο ζω.
                              Με τ’ ορφανό σπιτάκι μου με σμίγεις Συ στα ξένα, κι’ είν’ οι δικοί μου πλάι Σου και πλάι μου μαζί.
                              Δυνάμωνέ μου στέρεα την πίστη μου, άγια Εικόνα, και δείχνε μου την πατρική και τιμημένη στράτα.
                            Γενού του νου μου ο λογισμός, του πόθου μου η κορώνα, και πύργωνέ μου την καρδιά και θέριευε τα νιάτα.
Εις το ποίημά του «Μπρος στην Παναγία» ο Απ. Μαμμέλης παρακαλεί με ταπείνωσιν την Θεομήτορα να δεχθή κι’ αυτόν, «άθλιον διαβάτην», γεμάτον πίστιν και πόνον εις τον ναόν της και να τον αφήση εμπρός εις την Εικόνα της να σιγοσβήση:
                              Του Λυτρωτή Μητέρα, ω Παναγία, το άφραχτο, θείο φως που συμβολίζεις κυρίαρχη, υπερκόσμια, που γνωρίζεις τη μυστική μου τρίσβαθη λατρεία
                              στο πάνσεπτο Σου Εγώ· Συ, που τα θεία φωτοστάλαχτα οράματα σκορπίζεις στους τρισκότεινους κόσμους κι’ αργυρίζεις των δυστυχών, σα στοργική οπτασία,
                              τις άφεγγες αυγές, δέξου και μένα του σκοταδιού τον άθλιο διαβάτη.
                              φέρνοντας μια ψυχή πόνο γεμάτη
                              ως πίστη με αγριολούλουδα αγνισμένα τα δάκρυα μου κι’ άσε με σκυμένος να σιγοσβύσω μπρος Σου... εξαϋλωμένος!
 Ο Άγγελος Σικελιανός εις την «Παρηγορήτισσαν» απευθύνεται προς την Παρθένα μάννα, την προστάτριαν και ασπίδα του στρατού, από την οποίαν ζητεί την επέμβασιν και την μεσολάβησίν της προς προστασίαν του ελληνικού στρατού, διά να κατορθώση, αφού νικήση τον εχθρόν και κάθε εμπόδιον, να εισέλθη εκεί όπου λατρεύεται ο αληθινός Θεός:
                               Παρθένα μάννα, του στρατού σου ασπίδα, των πρώιμων μυγδαλιών θα ρεψ’ η ελπίδα, στους βωμούς της Ηπείρου, οπού φλογίζουν;
                               Παρθένα μάννα, εσώθη το φεγγάρι, που φώταε τη μεγάλη σου χάρη κι’ οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν.
                               Σε ρημοκκλήσια, οπού μια φλόγα τρέμει του χλωμού καντηλιού σου και οι ανέμοι κι’ η βροχή παραδέρνουν ναν τη σβύσουν κι’ οι λαβωμένοι, βογγούν για τα χάδια, τα δροσοπάροχά σου, στα σκοτάδια, μεταλαβή τους πριν να ξεψυχήσουν.
                               Κυρά, που δρόσο έριχναν τα μαλλιά σου, να κοιμηθή η σκλαβιά στην αγκαλιά σου, οπού μπροστά σου όση είναι δάφνη στέκει κι’ όσο λιβάνι για τα γόνατά σου κί’ απ’ την παρηγορήτραν ομορφιά σου παίρνει όση χάρη έχει το τουφέκι.
                               Που τα βαθειά Γιαννιώτικα περβόλια μοσκοβολάν για τη δική σου ανάσα, που τάμα σου χρυσώνανε τα βόλια, κι’ η έρμη πολιτεία σου ετάχτη πάσα σα νύφη και σα χήρα, οπού τη δόλια.
                               μοίρα της σκέπει σε καλόγριας ράσα, άπλωσ’ τα χέρια στο χαμό κι’ ας γύρει η χάρη σου, καθώς σε πανηγύρι, Παντάνασσα, κι’ ας βρη το μονοπάτι, πέρα απ' το δρόμο, με κορμιά στρωμένο, που περιμένει το συγυρισμένο, για να σε πάει, στα Γιάννινα, άσπρον άτι!
                               Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι ως την στερνή τόπιαμε στάλα· δράμε εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.
                                Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.
                                Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν!
                                Στο ναό σου, όλος να μπη ο στρατός σου, κάμε!
Με πατριωτικόν χαρακτήρα και αναφερόμενος εις τον τελευταίον πόλεμον αφιέρωσεν ποίημα εις την Παναγίαν και ο Λέων Κουκούλας, με τίτλον « Τη υπερμάχω στρατηγώ», όπου ικετεύει την Θεοτόκον όπως επέμβη και πάλιν, ίνα αφ’ ενός μεν τιμωρήση τον βάρβαρον εχθρόν, όστις έρχεται να διαταράξη την ειρήνην του λαού και να καταστρέψη ό,τι πολυτιμώτερον και αγιώτερον έχει, και αφ’ ετέρου να οδηγήση τους γενναίους εις τον δρόμον της αρετής, διά να γράψουν έναν νέο Μαραθώνα:
                               Πανάχραντη μητέρα του Θεανθρώπου, που να ευλογεί το χέρι σου έχει μάθει κι’ ευλόγησε ως και τους ανίερους όπου του γιού σου έβαλαν στέφανο απ’ αγκάθι,
                               Ρήγισσα τ’ ουρανού, που είταν ειρήνης κ’ είταν αγάπης ο ευαγγελισμός Σου, στέρξε άλλη μια φορά οδηγός να γίνεις και την αρματωσιά της μάχης ζώσου.
                                Βάρβαροι σηκωθήκανε και πάλι το άσπιλο σκήνωμά Σου να μολέψουν, σαν του Χοσρόη τα στίφη ήρθανε κι’ άλλοι
                               το τίμιο ξύλο. Δέσποινα, να κλέψουν.
                               Για νάναι πια ο ζευγάς δίχως χωράφι, κι’ ο ναύτης στους γιαλούς χωρίς πυξίδα, κι’ άδειοι να μείνουν οι ακριβοί μας τάφοι και η Λευτεριά στη γη χωρίς πατρίδα.
                               Με τη ρομφαία στο χέρι το αλαφρά Σου, που πιο πολύ του στέκει το άγιο κρίνο, μες στην καπνιά της μάχης φανερώσου και κάνε την ιαχή του οχτρού μας θρήνο.
                               Στρατολάτισσα υπέρμαχη, τα λίγα παιδιά μας. τα γενναία και τ’ αντρύφονα, στης αρετής το δρόμο πάντα οδήγα, το νέο μας να γράψουν Μαραθώνα.
Τελειώνομεν με ένα ποίημα του πολυκλαύστου Βερίτη, ο οποίος εις το «Ελλήνων Ύμνος», χαρισμένο εις τους ηρωικούς πολεμιστάς μας, ευχαριστεί την οδηγήτριαν διά την νίκην την οποίαν έδωσε εις τα ελληνικά όπλα και, βεβαιώνων Αυτήν ότι η ελληνική ψυχή, εις οιανδήποτε καταιγίδα και αντιξοότητα, υψώνεται προς Αυτήν, την παρακαλεί να ευρίσκεται πάντοτε πλησίον εις την μητέρα Ελλάδα, στεφανούσα αυτήν με τον στέφανον της αμαράντου δόξης:
 
                             Μέσ’ του πολέμου τον καπνό και την ανεμοζάλη, θερμό η ψυχή μας. Δέσποινα, τραγούδι θα σου ψάλη.
                            Δος να το πάρη ανάλαφρα στα μύρα της η αύρα και να το φέρη ως τ’ άχραντα παρθενικά σου αυτιά, κι’ από τα στήθια μας αυτά που τάχει ατσαλωμένα της μάχης η φωτιά
                            και που τα θέριεψε με μιας του δίκιου αγώνα η λαύρα, δέξου η φωνή μας να υψωθή. Παρθένε, προς Εσένα.
                            Χαίρε του θείου μας Λυτρωτή Μητέρα ευλογημένη, που με το φως Του το λαμπρό κι’ αγνό ωδηγημένοι, κηρύξαμε τ’ αθάνατα, τρανά κι’ ωραία μηνύματα
                            μέσ’ στους λαούς που δέρνονταν στης απιστίας τα κύματα.
                            Σ’ ευχαριστούμε ολόψυχα, γλυκεία παρηγοριά μας, και δύναμι του Γένους μας, κι’ ελπίδα και χαρά, που ως είδες τα όρνια κι’ άπλωσαν τα μαύρα τους φτερά και χύμηξαν μ’ άγριους κρωγμούς, της μαύρης ώρας γένες, στο αίμα να πνίξουν την τιμή και την ελευθερίά μας, εσύ Μητέρα, που ποτέ δεν έμεινες μακρυά μας, χίλιες δυνάμεις μέσα μας ανάστησες κρυμένες.
                            Με το γλυκό σου τ’ όραμα χυθήκαμε στη μάχη, ανίκητη, απροσμάχητη, πανίσχυρη Κυρά, και μας εχάρισες εσύ τετράδιπλα φτερά, για να διαβαίνουμε γοργοί· κΓ ούτε κορφή, ούτε ράχη, κι’ ούτε άγρια, χιονοσκέπαστα, πανύψηλα βουνά, δεν μπόρεσαν μηδέ στιγμή να κόψουν την ορμή μας.
                            Η Χάρι σου, Οδηγήτρα μας, στα βάθη μας περνά, και χύνει φλόγα στην ψυχή κΓ ατσάλι στο κορμί μας.
                            Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα, αναστήσαμε των Περσομάχων τις ψυχές και των Αβαρομάχων, τις δάφνες των Θερμοπυλών, τα κλέη των Νικηφόρων, του Βυζαντίου την πίστη.
                            Και την στιγμή που ακράτητοι για τον αγώνα ωρμήσαμε, και με λαχτάρα εψάλαμε τον ύμνο «τη Υπερμάχω», μαζύ μας έσμιξαν σεπτών φωνές αυτοκρατόρων, πούχαν εσένα πρόμαχο κΓ είχαν εσένα ρύστη.
                            Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα χαρίσαμε στη δοξασμένη μας φυλή μιαν άλλην Άγια Λαύρα, και της σκλαβιάς τα σύννεφα τα σκοτεινά και μαύρα, που σέρνονταν βαρειά στη γη κι’ εθόλωναν τ’ αστέρια, εμείς δαυλόν ανάβοντας. Παρθένε, τα σκορπίσαμε δαυλό θυσίας και λυτρωμού. Και σφίγγοντας στα χέρια ό,τι ακριβόν απόμεινε κΓ αμόλυντον στη γη, πετάμε προς του ιδανικού τα φωτεινά λημέρια, που κάποια λάμψη απόκοσμη τα πορφυροχρυσώνει, για να χαρούμε πρώτοι εμείς την άγια χαραυγή της Πίστης και της λευτεριάς που γλυκοξημερώνει.
                            Ω χαίρε, χαίρε, αθάνατη Παρθένα και Μητέρα!
                            Μέσ’ στου πολέμου την οργή και μέσ’ στην καταιγίδα, σε σένα υψώνεται η ψυχή κι’ ο νους μας νύχταμέρα. Ω θεία του Γένους και γλυκεία παρηγοριά κι’ ελπίδα, για την απάντεχη χαρά, για την τιμή την τόση, για την ουράνια δύναμι, που Εσύ μας έχεις δώσει, όσο θα ζη η Ελλάδα μας, Μητέρα τρισμεγάλη, τη δόξα σου θα ψάλλη!
 Θα ηδύνατο να προσθέση κανείς και πολλά άλλα ποιήματα. Ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Προβελέγγιος. ο Μαλακάσης, ο Δελής, ο Αργυρόπουλος, ο Ζερβός, ο Σπεράντζας, ο Δούρας, ο Πετρίδης, ο Μαμμέλης, ο Μοσχονάς, ο Στρατήγης, ο Αθάνας κ.ά. έχουν όλοι γράψει στίχους με θέμα την Παναγίαν. Όπως ο ελληνικός λαός και η ελληνική ψυχή, τοιουτοτρόπως και οι Έλληνες ποιηταί εις κάθε βαθύ αίσθημα, εις κάθε σημαντικήν περίστασιν της ζωής των στρέφονται προς την Παναγίαν, εις ώρα πόνου ή χαράς, θλίψεως ή ευτυχίας και απ’ αυτήν ζητούν παρηγοριάν ή δύναμιν, προστασίαν και σκέπην δι’ αυτούς ως άτομα, διά την αγαπητήν πατρίδα, διά την ανθρωπότητα όλην.
  Σημειώσεις
1.  Γ. Ζώρα: «Η Παναγία καί η συλλογή “Άνθη Ευλαβείας”», Ελληνική Δημιουργία, 15 Αυγούστου 1949.
2.  Περί της συλλογής βλ. «Άνθη Ευλαβείας εις την μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας», Ανατύπωσις από την έκδοσιν του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου Βενετίας ΑΨΗ. Πρόλογος Γ. Βλαχογιάννη Επιμέλεια, σημειώσεις κ.τ.λ. Αγγέλου Ν. Παπακώστα, Μεταφρ. από ιταλικά Θ. Νόβα.  Αθήναι 1950.
3.  Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α’ σ. 111113.
4.  Βλ. Γ. Ζώρα: «Η Παναγία και η συλλογή “Άνθη Ευλαβείας”», ενθ. αν.
5.  Κ. Καιροφύλα: «Ο άγνωστος Σολωμός».
(  ) Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από ευρυτέραν συλλογήν νεοελληνικών ποιημάτων αναφερομένων εις την Παναγίαν.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Θ. ΖΩΡΑΣ

Ζωή Καρέλλη
Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα στη Χρυσή Κόγχη της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη
                                 Καθώς έφευγα, ύστερα’ σκεφτόμουνα εκείνους που όταν θα έρθουν, θα σ’ αγνοούν Παρθένε και θα δέχονται ξένοι την επιβολή της θείας εμορφιάς Σου.
                                 Κάποτε αυστηρή, σχεδόν επιτιμητική κι’ άλλες φορές ενδοτική, Συ, η γνωρίζουσα τη σημασία της ανθρώπινης αδυναμίας, του πόνου, η μεσιτεύουσα.
                                 Θάρθουν εκείνοι που το νόημα της δόξας Σου και της αγνοίας Σου το μυστικό, στη γνώση τους, θα το παραμελούν.
                                 Στο βλέμμα, στη λαλιά, στο κράτημα της κεφαλής, στον σώματός των την υπερηφάνεια, θα επιμένουμε στης αλλαγής τη σημασία.
                                 Δε θάχουν καταλάβει ακόμα το χάρισμα της προσφυγής, στην ωραιότητα της παρθενίας της ζωής. Θα Σε κοιτάζουν Κόρη απειρόγαμη του θαύματος επί της γης, δίχως να συλλαμβάνουνε την ένδοξή Σου βασιλεία.
                                 Θάρθουν εκείνοι που αγωνιζόμενοι, θα περιγράφουν πάλι διαφορετική, την αναλλοίωτη Σου καλλονή, την διαφορά απ’ τη μοναδική Μορφή Σου.
              
Λίνα Κασδάλη

ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Η Παναγιά της ρεμματιάς
                             Ο παλιός ζωγράφος νήστεψε πολύ, έκανε την προσευχή του κατά την ανατολή, έπιασε με κατάνυξη το πινέλο και χάραξε τα κερένια χέρια και τα χαμηλωμένα μάτια της και το στρογγυλό μάγουλο του Βρέφους.
                             Είχε όμως στα πόδια του ένα σκύλο μ’ αγαθή ματιά, ο κότσυφας σφύριζε τον όρθρο στην ιτιά, κ’ η καλόγρια έβγαζε νερό από το πηγάδι κ’ έψελνε ένα τροπάριο στη Χαριτωμένη.
                             Ο ζωγράφος έκανε το σταυρό του κ’ έγραψε: Μήτηρ Θεού.
                             Και δεν ήξερε πως είχε ζωγραφίσει μια μητερούλα ταπεινή, που σκυμμένη νανουρίζει το μωρό της με ψιλή παιδιάτικη φωνή.
                            Χωρίς άλλο η Παναγιά σηκώνεται πρωίπρωί και γυρνάει τη ρόκα της ως την ώρα που σημαίνει εσπερινός.
                             Η μία μέρα πλάι στην άλλη πάει στρωτά σαν τα γράμματα του Οκτώηχου
                             κ’ η βδομάδα αρχίζει μ’ ένα κόκκινο μεγάλο κεφαλαίο: την Κυριακή.)
                            Χωρίς άλλο το μωρό της παίζει με μια γίδα κανελλιά, κ’ εκείνη το κοιτάζει με πελώρια μάτια εκστατικά, που δεν πίστεψαν ακόμα ολότελα το μήνυμα του Αγγέλου.
                            Κι όπως είναι απλή κι ανήξερη, και δε φοβάται το κακό, λέει στην προσευχή της να γεμίσουνε καρπό οι δαμασκηνιές, να γιάνουν μικρά, που τα πείραξε της καρυδιάς το αγερικό.
                            Μοναχά την ώρα που μακραίνουν οι ίσκιοι στις γωνιές απλώνεται και στην άσπρη ψυχή της ο άγνωστος ίσκιος του Σταυρού και τότε μπορείς ν’ ακουμπήσης στην ποδιά της και να φωνάξης σιωπηλά τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου, το μεγάλο σου φόβο, το μεγάλο φόβο της αγάπης...
                            Κ’ η Παναγιά θα σε νανουρίζη, μαζί με το μωρό της, χωρίς να μιλά...
        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου