Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Ο αιώνιος θρήνος της μάννας Ο Επιτάφιος θρήνος: Ο αιώνιος θρήνος της μάνας Από τον Βυζαντινό Υμνογράφο στον Γιάννη Ρίτσο




Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω...

alt



Ιεροσόλυμα, 2000 χρόνια πριν...

Τρεις σταυροί τρυπούν έναν αιμάτινο ουρανό, που σε λίγο θα τον καταπιεί το σκοτάδι.
Τρεις κατάδικοι αφήνουν την τελευταία τους πνοή, «επί ξύλου κρεμάμενοι» στο όρος Γολγοθά.
Στον μεσαίο σταυρό, ο Υιός του Θεού. Εκείνος που ήρθε για να σηκώσει στις λεπτές του πλάτες το βάρος των αμαρτιών του κόσμου. Ο «αμνός» στάλθηκε ανάμεσα στους «λύκους» και τα «ερίφια» για να χαρίσει στους θνητούς την αιώνια ζωή. Ο «Βασιλιάς της πλάσης» κατεβαίνει σ' έναν φτωχό, μικρό τάφο για ν' ανέβει ο άνθρωπος κοντά στον Θεό.

alt

Διψώ.

Ζητά νερό, του δίνουν ξίδι.

Τετέλεσται.

Ήρθε το τέλος της ανθρώπινης πορείας του. Ο Θεάνθρωπος το ξέρει. Οι προφητείες εκπληρώθηκαν, ο κύκλος των Παθών έκλεισε, το έργο Του έλαβε αίσιον τέλος, η σωτηρία των ανθρώπων εξασφαλίσθηκε. Γερτή στον σταυρό, μια μαυροφορεμένη γυναίκα λιποθυμά. Τη συνεφέρουν. Κλαίει, οδύρεται, φωνάζει. Είναι η Παναγιά. Η τραγική Πανανθρώπινη Μάνα. Η αιώνια εκπρόσωπος των μανάδων που βλέπουν τα παιδιά τους να φυλακίζονται, να βασανίζονται, να οδηγούνται στον θάνατο. Το μοιρολόι της σπαρακτικό, ο θρήνος της απόλυτος. Δεν μπορεί να δεχτεί το τέλος της ανθρώπινης φύσης του Ιησού, παρότι είναι υποψιασμένη για τη Θεία Του Υπόσταση. Εκείνη είναι μια μάνα και το άψυχο κορμί στον σταυρό είναι ό,τι είχε στον κόσμο, ο γιος της:


lamentation-1.jpg

Οιμοί, ω Υιέ! η απείρανδρος θρηνεί και λέγει...
Φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη;
Οίμοι, φως του κόσμου οίμοι, φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε...

Θεσσαλονίκη, 2.000 χρόνια μετά

Κόκκινο ποτάμι η οργή, φουσκώνει και ξεχειλίζει η αδικία, κόκκινο ποτάμι το αίμα των αδικοχαμένων παλικαριών κυλάει στον δρόμο. Ζήτησαν ψωμί, ένα ανθρώπινο μεροκάματο, ένα καλύτερο αύριο, πήραν μαχαίρι. Κόκκινα κύματα οι διαδηλωτές καπνεργάτες βουίζουν και σπάζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ο αγώνας της εργατιάς έχει ξεκινήσει. Ο φόρος της τόλμης πληρώνεται. 9 Μαΐου του 1936, ημέρα Σάββατο. Συνεχίζεται κι εντείνεται η πανεργατική απεργία. Η χωροφυλακή προσπαθεί να αναχαιτίσει τους διαδηλωτές. Τα όργανα της τάξης αρχίζουν να πυροβολούν. Χρησιμοποιούν ακόμα και πολυβόλα. Δώδεκα νεκροί και εκατόν πενήντα τραυματίες μετρά εκείνη η μέρα ανάμεσα στους απεργούς.
Ανάμεσα στο πλήθος που κινείται συνέχεια με ορμή μια φιγούρα στέκει ακίνητη. Μια γυναίκα δεν κουνά από την άκρη του δρόμου. Ντυμένη στα μαύρα, σκυφτή, με τα λευκά μαλλιά της λυμένα, τα στήθη γδαρμένα. Τι πασχίζει να κρύψει με το σώμα της, τι θέλει να προστατέψει; Ανασηκώνει για λίγο το βλέμμα. Το άψυχο κορμί ενός νέου κείται πάνω σε μία ξύλινη πόρτα. Είναι ο γιος της, ο μονάκριβός της:


1abc9a.jpg

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
...
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.
...
Κορόνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου.

Κι όσο η μάνα σπαράζει, κάποιοι πλησιάζουν, να την ανασηκώσουν, να την βοηθήσουν, να πάρουν το νεκρό εργάτη και να τον σηκώσουν στα χέρια, ψηλά, να τον κάνουν τον λαϊκό τους ήρωα, παντιέρα, αρχή της διαδήλωσής τους. Η μάνα, αρχικά αντιδρά αρνητικά. Δεν θέλει να της τον πάρουν. Αρνείται την πραγματικότητα. «Αφορίζει» το «μοιραίο»:

Κανείς μη γγίξει πάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή. σιωπή. κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.

Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;
Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.

Δύο μανάδες, δύο γιοι, δύο άδικοι θάνατοι. Μια θυσία, ένα όραμα για έναν καλύτερο κόσμο ένας επιτάφιος θρήνος, το σπαρακτικό κλάμα, ο οδυρμός της Μάνας. Ο «Επιτάφιος θρήνος» των Βυζαντινών υμνογράφων και των πιστών από τη μία, ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου και της χαροκαμένης μάνας από την άλλη.

Πάθος - Πένθος -Λογισμός

Μια ολόκληρη νύχτα, κάθε άνοιξη, κάθε χρόνο, για αιώνες ο ίδιος θρήνος. Οι πιστοί σιγοψέλνουν σέρνοντας αργά τα βήματά τους. Ακολουθούν τον Επιτάφιο του Κυρίου. Ο «Επιτάφιος Θρήνος» γίνεται ένα σύμπλεγμα πόνου, οδύνης, ένα απόθεμα παρηγοριάς, αυταπάτης και οιμογών. Ένας καμβάς, όπου ο καθένας από εμάς κεντά το δικό του «δράμα», θρηνεί τις δικές του «απώλειες», κλαίει τον δικό του πεθαμένο.
Ο «Επιτάφιος Θρήνος», αυτό το Τραγούδι της Μεγάλης Παρασκευής, η «ποίηση των φτωχών» κατά τον Γιώργο Κοροπούλη, παρακολουθεί τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων και θρηνεί την ανθρώπινη τύχη του Χριστού από τη σύλληψή του και τους βασανισμούς ως τον σταυρικό θάνατο. Παραστέκεται, παράλληλα, και συμπονεί στην τραγική Μητέρα Του, την Παναγία, την εκπρόσωπο όλων των μητέρων της Γης, που περνά ώρες αγωνίας και πόνου δίπλα στον σταυρό του Μαρτυρίου, από την αρχική πληροφόρηση για τη σύλληψη του Γιου Της, ως τον τελευταίο λόγο Του, από τον Σταυρό. Όλα αυτά, όμως μέσα από την οπτική των πιστών που απορούν, πώς είναι δυνατόν να πεθάνει η «Ζωή;» Πώς μπορεί το Φως, ο Λόγος, ο Πλαστουργός να «χωρέσει» στο σκοτάδι το άλογο, τον ταπεινό χώρο ενός τάφου; Εξίστανται και στη συνέχεια δοξολογούν τον Κύριο για την επιλογή Του να εξανθρωπιστεί, να σηκώσει τις αμαρτίες των ανθρώπων και να τους χαρίσει τη σωτηρία, πληρώνοντας το μαρτυρικό αυτό τίμημα. Η παρουσία της Παναγίας δυναμική στην τραγικότητά της, αλλά όχι κυρίαρχη στον Ύμνο. Μοιάζει σαν οι υμνωδοί να συνεπαίρνονται από την εξιστόρηση των Παθών του Θεού και να κάνουν μια παραχώρηση για θνητά πρόσωπα. Σαν να χαρίζονται στα συναισθήματα των αναγνωστών, που θα δυσκολεύονταν να κατανοήσουν το Θείο Πάθος, εάν δεν υπήρχε ο ανθρώπινος παράγοντας, η Θρηνούσα Μάνα, η κλαίουσα Παναγιά.
Αντίθετα, στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο ανθρώπινος πόνος, τα θνητά πρόσωπα, η Μάνα είναι σε πρώτο πλάνο. Η Πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα, η φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της. Τα φυσικά φαινόμενα, τα συμπαντικά σημεία, ακόμα και η βουή και το όραμα των διαδηλωτών, που αγωνίζονται για έναν πιο δίκαιο κόσμο, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ο ποιητής συμπάσχει με τη μάνα, θρηνεί μαζί της τον άδικο χαμό του νιου, αλλά πάνω από όλα «μοιρολογά» το σπάσιμο του άρρηκτου, ομφάλιου, σπαργανικού δεσμού μάνας - γιου, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή και τις μικροχαρές απλών, απροστάτευτων, πονεμένων ανθρώπων.

Η γέννηση ενός Θρήνου

Το Θείο Δράμα βρίσκεται στην καρδιά των θρησκειών της Ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Μικρασία, Συρία, Αιγαίο) με τις διάφορες μορφές του Πάσχοντος Θεού, τον Όσιρι, τον Ταμμούζ, τον Βήλο-Μαρντούκ, τον Βάαλ, τον Άδωνι, τον Χετταίο Τιλιπινού, τον Κρητικό Δία, τον Διόνυσο και άλλους. Κατά τον Παναγή Λεκατσά, ο ιερουργικός σκελετός είναι ο ίδιος και μπορούμε να τον ανασυγκροτήσουμε χρησιμοποιώντας τα ιερουργικά στοιχεία από τη μια και τις μυθολογικές προβολές από την άλλη. Σαν τέτοιες προβολές, οι Θειοδραματικοί μύθοι συχνά ανακρατούν στοιχεία που ξέπεσαν από τις ιερουργίες του ενός ή του άλλου Θείου Δράματος ή που σωπάστηκαν από την παράδοση, εξαιτίας του μυστηριακού τους χαρακτήρα.
Ο Επιτάφιος Θρήνος είναι ένα σύμπλεγμα τέτοιων στοιχείων και φυσικά εγκωμίων. Πρώτος ποιητής Εγκωμίων, κατά τον Γ. Κοροπούλη, ο Θεόδωρος Στουδίτης, που «έδρασε» τον ένατο αιώνα. Η σύνθεση όμως εγκωμίων δεν σταματά εκεί. Από τον δέκατο έως τον δέκατο τρίτο αιώνα, ο Θρήνος ανέρχεται με ανανεωμένη μορφή στην επιφάνεια από τους παράλληλους δρόμους της Βυζαντινής εικονογραφίας και της ποίησης των εγκωμίων, δύο συγκοινωνούντων δοχείων που ξεχειλίζουν ταυτόχρονα.
Αυτό το ξεχείλισμα εμποδίζει την τυποποίηση. Πλήθος ποιητών, άλλοι καλοί, άλλοι μέτριοι, προσθέτουν στροφές, τροποποιούν τη μετρική ή ρυθμική τους μορφή, επανέρχονται προσθαφαιρώντας συλλαβές. Το 1552, στη Βενετία παγιώνεται και τυπογραφικά ο Επιτάφιος Θρήνος. Έτσι, τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (όρθρος Μ. Σαββάτου) ανήκουν σε τρεις «στάσεις» 75 στην Α' (ήχος πλάγιος α'),62 στη Β' (ήχος πλάγιος α'), 48 στην Γ' (ήχος γ'), σύνολο: 185. Αν όμως αφαιρεθούν θεοτόκια, δοξαστικά και κάποια άλλα, στην ουσία απομένουν 176, όσοι και οι στίχοι του Ψαλμού ριη'.
Από την άλλη, ο Επιτάφιος του κορυφαίου ποιητή της γενιάς του 30' είναι μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα, ενώ τα 2 τελευταία έχουν 9 δίστιχα. Γραμμένος σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, στην αρχική, «ατελή» (12 Μάη του '36) του έκδοση, στον Ριζοσπάστη, είχε μικρότερη έκταση και τον τίτλο Μοιρολόι. Στην πορεία ο ποιητής προσέθεσε τα υπόλοιπα ποιήματα και την οριστική μορφή του με τα 162 δίστιχα τη βρίσκουμε στη δεύτερη έκδοση, που έγινε τον Δεκέμβρη του 1956.
Για τον Γιάννη Ρίτσο, όλα ξεκίνησαν από μία... φωτογραφία: την φωτογραφία που δημοσιεύτηκε στις 10 Μαΐου του 1936 στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων Ριζοσπάστης και Πρωία. Ο ποιητής αγόρασε την εφημερίδα, διάβασε τις συνταρακτικές ειδήσεις και η ματιά του φυλάκισε τη φωτογραφία με το άψυχο σώμα ενός νέου διαδηλωτή, ξαπλωμένου ανάσκελα, με ανοιχτά χέρια και πόδια, σε μια πόρτα καταμεσής του δρόμου, ανάμεσα στις γραμμές του τραμ...
Γονατιστή δίπλα του, η μαυροφορεμένη μάνα του θρηνεί για τον αναπάντεχο χαμό του, με διπλωμένα στο στήθος τα χέρια. Συγκλονισμένος ο Ρίτσος, κλείστηκε στο δωμάτιο του κι έγραψε την ίδια νύχτα κλαίγοντας, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος (Επιστολή Γ. Ρίτσου προς Χρύσα Προκοπάκη). Την επόμενη, 11 Μαΐου, παρέδωσε τους στίχους στα γραφεία της εφημερίδας, η οποία στην αμέσως επόμενη έκδοσή της, στις 12 Μαΐου του 1936, τους δημοσίευσε.

Η σκηνοθεσία ενός Θρήνου

Η ζωή εν τάφω κατατέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Έκπληξη, απορία, έκσταση κατακλύζει τους πιστούς ακόμα και τις στρατιές των αγγέλων. Προσφωνούν το Χριστό και αναρωτιούνται για την επιλογή του Θεανθρώπου να εξανθρωπισθεί, να συλληφθεί, να φυλακισθεί, να μαστιγωθεί, να οδηγηθεί σε σταυρικό θάνατο για να απαλλάξει τον άνθρωπο από το προπατορικό αμάρτημα και να του προσφέρει τη βασιλεία των ουρανών:
Η ζωή πως θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς; Του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.
Πως είναι δυνατόν να πεθάνει η ίδια η Ζωή, ακόμα και η φύση απορεί. Πώς θα αντέξει ο Άδης το φως της αίγλης Του; Πώς είναι δυνατόν ο χορηγός της ζωής να κείται άπνους; Πώς μπορεί να σβήσει ο λύχνος; Την έκπληξη ακολουθούν οι ευχαριστίες και οι δοξολογίες:
Προσκυνώ το πάθος, ανυμνώ την ταφήν, μεγαλύνω σου το κράτος, Φιλάνθρωπε, δι ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.
Σε δοξάζουμε, Άφθορε, γιατί θυσιάστηκες για να μας σώσεις από τη φθορά.
Πλημμύρα επιθέτων για να προσεγγίσουν το μεγαλείο, να κατανοήσουν το ακατανόητο: Σωτήρ, Ωραίος, Λυχνίας φως, Χορηγός πνοής, Πλαστουργός, Γης Βασιλεύς, Λόγος, Αμνός... Πώς όλες αυτές οι ιδιότητες να χωρέσουν σε ένα μικρό σκοτεινό τάφο;
Σωρεία δυνατών εικόνων, έντονων αντιθέσεων. Η φύση συγκλονίζεται, το σύμπαν συμπάσχει. Ακολουθούν κοσμογονικά φαινόμενα. Τραντάζονται τα θεμέλια του Άδη, σείεται το κρηπίδωμα του ναού, συγκλονίζεται η Γη και ο Ήλιος κρύβει τις ακτίνες που σκοτεινιάζει. Φρίττει η Πλάση και κάπου ανάμεσα στο Λογικό και το Εξωλογικό, στη Ζωή και στον Θάνατο, στο Θείο και στο Ανθρώπινο, στους Πιστούς και στο Σύμπαν στέκεται θρηνούσα η Παναγία: Κλαίει, οδύρεται, αναφωνεί: «Πώς να σε κηδεύσω Υιέ;»
Τις μοι δώσει ύδωρ και δακρύων πηγάς, η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν, ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;
Ω βουνοί και νάπαι και ανθρώπων πληθύς, κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε, συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί
καλεί τους ανθρώπους και τη φύση να θρηνήσουν μαζί της η Πανανθρώπινη Μητέρα. Ο πόνος αβάσταχτος, καταμετρά τα χαρίσματα του γιους της (άχρονο φως, χαρά, ηδονή της καρδιάς). Η Παναγία αδυνατεί να αποδεχτεί το τραγικό τέλος του γιου της, παρότι είναι «υποψιασμένη» για τη θεία φύση του:
Ω Θεέ και λόγε, ω χαρά η εμή, πως ενέγκω Σου ταφήν την τριήμερον; Νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς.
Μόνη ελπίδα για κείνη να πραγματοποιηθούν οι Προφητείες του Ιησού για την

Ανάστασή Του:

Θέλων ώφθης, Λόγε, εν τω τάφω, νεκρός, αλλά ζης και τους Βροτούς, ως προείρηκας, αναστάσει Σου, Σωτήρ μου, εγερείς.

Τις ελπίδες διαδέχονται νέα κύματα θρήνων αλλά και ενοχών για τις «αυταπάτες της», που πίστεψε τον Γαβριήλ, πού της μήνυσε ότι θα γεννήσει έναν βασιλιά και δεν έδωσε σημασία στα λόγια του Συμεών, πού της προείπε για τον αβάσταχτο πόνο της ρομφαίας: Οίμοι, ω Υιέ! Η απείρανδρος θρη¬νεί και λέγει. ον ως Βασιλέα γαρ ήλπιζον, κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.
Ταύτα Γαβριήλ μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη, ος την βασιλείαν αιώνιον, έφη, του Υιού μου του Ιησού.
Φευ! του Συμεών εκτετέλεσται η προφητεία. ή γαρ ση ρομφαία διέδραμε, την εμήν καρδίαν, Εμμανουήλ.
Κι όσο η Μητέρα του Θεού θρηνεί, οι πιστοί δοξολογούν και ανακράζουν σε όλη τη

«Δευτέρα Στάσι»:

«Άξιον εστί μεγαλύνειν Σε τον ζωοδότην, τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού...
και υμνολογούν σ' όλη την «Τρίτη Στάσι»:
Α γενεταί πόσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Κι όσο αυτές οι σκηνές διαδραματίζονται στα Ιεροσόλυμα, στη Θεσσαλονίκη, 2.000 χρόνια μετά, μια άλλη μάνα θρηνεί έναν άλλο γιο. Έναν γιο που κι αυτός χάθηκε άδικα, θυσιάσθηκε σ' έναν άλλο «σταυρό» στους «δρόμους» των εργα¬τικών κινητοποιήσεων, για ένα καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο, όπου οι φτωχοί θα έχουν κι αυτοί δικαιώματα και μερίδιο.
Κι εδώ έχουμε περίγυρο τους απεργοσπάστες, τους περαστικούς, τη φύση πού μετέχει με τη δύναμη των εικόνων της. Όλα αυτά όμως περνούν σε δεύτερο πλάνο, είναι ο καμβάς πάνω στον όποιο ο Γιάννης Ρίτσος κεντά τον θρήνο της μάνας για τον γιο, τον απόλυτο σπαραγμό της, τη ρήξη της πιο στέρεας τρυφερής σχέσης, της άδολης αγάπης Μητέρας - Γιου.
Το θέμα πού διατρέχει τον Επιτάφιο είναι αυτός καθεαυτόν ο σπαραγμός της μάνας μπροστά στο νεκρό παιδί της: πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς πού κλαίω και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι πού σωπαίνει
και είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Είναι τέτοιος ο πόνος, πού νιώθει τη ζωή της να τελειώνει αφού όλη της η ζωή ήταν ο γιος της.
Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι ολ' ήτανε για μένα.
Σε κείνον προσδοκούσε να βρει στήριγμα στις δυσκολίες και τα γεράματα. Τώρα, όλα χάθηκαν. Εάν λοιπόν ο γιος της δεν μπορεί να επιστρέψει στη ζωή, να αναστηθεί (όπως κι ή Παναγιά «παρακινούσε» τον Θεάνθρωπο), κάλλιο να τον ακολουθήσει στον θάνατο:
Νιότη από τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα, τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.
...
Γιε μου αν δε σου 'ναι βολετό να 'ρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκιά μου συντροφιά μου.
Σπαράζει και το λογικό της αρνείται να «δεχθεί», να συλλάβει το «κακό». Χήρα, σ' ένα φτωχό καλυβάκι, ένα χαροκαμένο σπιτικό πώς ν' αποδεχθεί το θανατικό; Ο νους και η σκέψη στρέφει πίσω, στο ευτυχισμένο «πριν», τότε που η παρουσία του παιδιού στο σπίτι τα γλύκαινε, τα ομόρφαινε όλα. Στις στιγμές μιας ζεστής καθημερινότητας.
Λόγια, κινήσεις, τρόποι της δημοτικής ποίησης. Το μανιάτικο μοιρολόι «ζει» μέσα από την ποίηση του Ρίτσου. «Άλλωστε η Μάνη ήταν για κείνον μια ιδιαίτερη «πατρίδα»:
Όλα μου τα 'δειχνες εσύ, παιδί μου κι άρχοντα μου,
κι ως τα 'βλεπες όλα έφεγγαν σα να 'ταν σ' ώρα γάμου.
Κι όλα κοντά μου τα 'φερνες, γνέφια, πουλιά κι αστέρια,
που έλεγα κι έτσι να 'κανα θα τα 'πιανα στα χέρια.
Η προηγουμένη ευτυχία κάνει πιο έντονο τον πόνο, πιο σπαρακτικό, ζοφερό το παρόν. Εικόνες γεμάτες δύναμη, αντιθέσεις οδύνης και ή μάνα, όπως πριν και η Μάνα-Παναγιά, απαριθμεί τα χαρίσματα του γιου της ξεκινώντας όμως σ' αύτη την περίπτωση από τα φυσικά χαρίσματα και στη συνέχεια περνώντας στα ψυχικά, στην ιδεολογία και στο υψηλό αίσθημα προσφοράς, που έφτασε στο απόγειο του αλτρουισμού με τη θυσία της ίδιας της ζωής του γιου για τα οράματα του:
Μάτια γλαρά πού μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσχιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ.
...
Κι ήταν χαρά σου να σκορπάς, και δόξα σου να παίρνουν, ν' ανασηκώνεις απ' τη γης τα όσα βογγούν και γέρνουν.
Κι όλα τα πλούτια σου, γλυκέ, στον κόσμο εχάριζές τα
κι όλα τα χάρισες, κι εμέ μ' αφήκες δίχως ζέστα.
Με άνεση ό ποιητής περνά από τα ρεαλιστικό στο λυρικό, στο ιδεατό, ακόμα και στο συμπαντικό:
Και, να σου, ένα ανοιξιάτικο που 'ρχόταν συννεφάκι
στα γόνατα σου να τριφτεί σον άσπρο προβατάκι.
Κι έτσι στητός μου φαινόσουν του κόσμου όλου πατέρας
και πάλι τόσο ανάλαφρος σα φως και σαν αγέρας.
Συμπαντικά φαινόμενα, ένας διαφορετικός «Παντοκράτο¬ρας» σε μια φύση εναργή, παρούσα μέσα από δυνατές εικό¬νες. Μια φύση πού «παίζει» με τις μικρές (πουλιά, λουλούδια) αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις της (αστέρια, ουρανός, ήλιος). Μια φύση πού δεν φρίττει και δεν συγκλονίζεται όπως στην περίπτωση ιού βυζαντινού «Επιταφίου» αλλά περιμένει τον Γιο για ν' αναδειχθεί, να λάμψει στα μάτια του:
Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει χάσει.
Με άνεση ο ποιητής πηγαινοέρχεται από τα κοσμογονικά και τα συμπαντικά στα καθημερινά, στις οικείες εικόνες του απλού λαού, στις μικρές «τετριμμένες» χαρές του. Στη γάτα που καρτερά να τριφτεί στα πόδια του γιου και στις σταγόνες του νερού πού κρυσταλλίζουνε στη στάμνα. Εικόνες δυνατές, αντιθέσεις, σχήμα χιαστό, κυκλικό, πρωθύστερο, μαζί με ιαμ¬βικό δεκαπεντασύλλαβο, δίστιχα, και στοιχεία της δημοτικής ποίησης. Ο Ρίτσος κατέχει την παράδοση. επιλέγει όμως τις τεχνικές της μοντέρνας ποίησης.
Κι όσο ή μάνα τον «καρτερά» μάταια, όσο βουλιάζει στην ερημιά, στην εγκατάλειψη και στο θρήνο, θυμάται λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα και νιώθει ενοχές πού δεν «προείδε» το «κακό» και δεν έτρεξε να το σταματήσει:
Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ' έτρεξα ξοπίσω
τα στήθια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.
Κι όμως χρόνια πριν έρθει το «κακό» την έτρωγε η ανησυ¬χία μην τον χάσει. Ένιωθε πώς κάτι «πέρα από τον κόσμο τους» τον καλούσε και φοβόταν αυτό πού δεν καταλάβαινε. Κι εκείνος ένιωθε την ανησυχία της και την καθησύχαζε:
Μα ω κάτι να σε φώναζε μες στη χρυσήν εσπέρα, πάντα σου αγνάντευες ψηλά και πάντα πάρα πέρα.

Ω γιε μου, αυτοί που σ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε

τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.
Ο κόσμος της μάνας έχει συνθλίβει, έχει αναποδογυρίσει, ζητά εκδίκηση και δεν υπάρχει τίποτα πού να την παρηγορεί, που να μπορεί να πιστέψει, ούτε η θρησκεία, που μέχρι τότε έμοιαζε να είναι η καταφυγή κι η παραμυθία της. Τα αμφισβητεί όλα:
Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα 'στελνες τον Άγγελο από πέρα.
Κι αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν θεός κι αν ήμασταν παιδιά σου,
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματα σου.
Κι αν ήσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Νιώθει τη θρησκεία σαν σκιάχτρο στα χέρια των αφεντάδων, σαν όργανο επιβολής των σχεδίων τους:

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Η μάνα βιώνοντας το άδικο, συνειδητοποιεί ότι η παθητικότητα δεν ωφελεί. Η ανατροπή του «κακού», η «Ανάσταση» του γιου, έστω στη μνήμη των ζωντανών μπορεί να έρθει μόνο με τη δράση. Την πάλη για έναν καλύτερο κόσμο. Τον αγώνα της εργατικής τάξης. Ανασηκώνει το κεφάλι, σταματά τον θρήνο, αφήνει να της πάρουν το άψυχο σώμα του γιου να τον κάνουν προπομπό, «σημαία» της κινητοποίησης. Ενστερνίζεται το δράμα του:
Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κι εμείς ούτε ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Στα μάτια των συναδέλφων του γιου βλέπει το παιδί της, στα λόγια των διαδηλωτών ακούει τη φωνή του:

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.

Γιε μου, στις φλέβες ολουνών έμπα βαθιά και ζήσε.
Ανάμεσα τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Η μάνα βρίσκει παρηγοριά στον αγώνα, βρίσκει έναν νέο λόγο για να παραμείνει ζωντανή, έναν σκοπό ύπαρξης, βρίσκει τρόπο ν' αναστήσει τον γιο. Κρατώντας τον ζωντανό στη μνήμη, βοηθώντας να ευοδωθεί ο αγώνας εκείνου:
Κι αντίς τ' άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον Ήλιον αντικρίζω.
Γιε μου, στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου, σου πήρα το ντουφέκι σου κοιμήσου, εσύ, πουλί μου.
Κλείνει δυναμικά τον Επιτάφιο ο Γ. Ρίτσος με αισιοδοξία που πηγάζει άλλωστε από την ίδια του τη φύση αλλά και το πι¬στεύω του ότι στη γλυκόπικρη ζωή, παρά τις δυσκολίες, υπάρ¬χει ελπίδα. Ο αγώνας της εργατικής τάξης θα βρει δικαίωση κι ο Ήλιος θα ξημερώσει κάποτε σ' έναν καλύτερο κόσμο...
Έτσι, ο ποιητής, «διδάσκαλος της γραφής και του αισθάνεσθαι» (κατά τον Γ. Σαββίδη), αυτός ο ευαίσθητος σεισμογράφος της πραγματικότητας, δίνει τη δική του εκδοχή αλλά και έκβαση ενός επιτάφιου θρήνου. Με την ευαισθησία και την εναργή του συνείδηση συγκλονίζεται από το δράμα των φτωχών και αδύναμων ανθρώπων και καυτηριάζει την ανεπί¬τρεπτη παρέμβαση στη ζωή και στην καθημερινότητα τους. Πιστεύει ότι ο λαός δεν μετέχει στις χαρές της ζωής και της τέχνης, καθώς αναλώνεται στον αγώνα της βιοπάλης. Δεν αμείβεται ανάλογα με τον μόχθο του. είναι όμως σε θέση με τον αγώνα του να πετύχει ένα «ηλιόχαρο, εορταστικό σύμπαν»:
Δεν είναι ξόδι τούτο δω, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ και γέλιο, αγάπη, οργή, το κάθε μάτι στάζει.
Για το αίμα που 'βαψε τη γης αντρειεύτηκαν τα πλήθια - δάσα
οι γροθιές, πέλαα οι κραυγές, βουνά οι καρδιές, τα στήθια.
...
Ω, τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι ανθρώποι,
φεγγοβολάνε οι ουρανοί, μοσκοβολάνε οι τόποι.

Του Γιώργου Μπαχά
Εκδότη - Διευθυντή του περιοδικού «ΝΕΜΕCIS»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου