Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Η Θεοτόκος στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας



 
Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ
ΣΤΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
    Ο Λόγος έγινε αληθινά άνθρωπος. Πήρε την πραγματική ανθρώπινη φύση, με μίαν όμως καινότητα που δεν είχε η παλαιωθείσα φύση τού Αδάμ. Ο Χριστός είχε μεν τη φύση τού Αδάμ (σώμα και ψυχή), χωρίς όμως το στοιχείο της φθοράς, που επικάθησε σ αυτήν με την παράβαση. Έπρεπε να ήταν η αυτή ανθρώπινη φύση, σε καινούργια όμως διάσταση. Γιατί μια οποιαδήποτε παλαιά φύση δεν μπορούσε να πετύχει το θαύμα της λυτρώσεως. Όπως το καινούργιο κρασί δεν το βάζουν σε ασκιά τριμμένα και παλαιά, διότι υπάρχει κίνδυνος να διαρραγούν αυτά από το βάρος τού νέου οίνου, έτσι και το ρεύμα της νέας ζωής δεν μπορούσε να διοχετευτεί σε αγωγούς σκιουργιασμένους και παλαιούς. Έπρεπε η φύση μέσω της οποίας θα διοχετευόταν στον κόσμον η νέα ζωή, να είναι και αυτή νέα, φύση αληθινή μεν και πραγματική, χωρίς όμως την φθαρμένη παλαιότητά της, το στοιχείο εκείνο που την έκανε να έχει ανάγκη λυτρώσεως, δηλαδή την αμαρτία.

Και η φύση αυτή δόθηκε από το Πνεύμα τού Θεού και την Παρθένο Μαρία. Το πρώτο στοιχείο καινότητος της νέας φύσεως ήταν η δημιουργική ενέργεια τού Πνεύματος τού Θεού. Στη γέννηση τού Λόγου δεν μπορούσε να έχει θέση ο ρόλος τού φυσικού γεννήτορα. Με τον τρόπο αυτό δουλεύει η παλαιά φύση στη διαιώνιση τού ανθρωπίνου γένους. Είναι ο φυσικός τρόπος συλλήψεως τού ανθρώπου στη μήτρα της γυναίκας. Η φυσική συνέργεια τού πατέρα είναι απαραίτητη σε κάθε ανθρώπινη γέννηση. Με τη γέννηση δε αυτή κάθε γεννώμενο μπαίνει στον κύκλο της φυσικής φθοράς, την οποίαν κληρονομεί από τη φύση τού προπάτορα. Αυτός ο κύκλος ο φθαρμένος και παλαιός έπρεπε να σπάσει στην περίπτωση τού Θεανθρώπου, η σύλληψη και η γέννηση τού οποίου έπρεπε να ήταν έξω από τα κοινά μέτρα της φύσεως. Ο Χριστός δεν έπρεπε να έχει φυσικό πατέρα, γιατί αλλιώτικα θα ήταν ένας κοινός άνθρωπος. Φυσική του αρχή έπρεπε να ήταν κάποια πέρα από τη λειτουργικότητα της παλαιάς γεννήσεως. Η αρχή δε αυτή ήταν το Πνεύμα τού Θεού, η ενέργεια τού οποίου ανεπλήρωσε τη θέση τού πατέρα στη σύλληψη τού Υιού τού Θεού. Την ανθρώπινη σπορά αντικατέστησε η δύναμη τού θείου Πνεύματος, η οποία επεσκίασε τη μήτρα της Παρθένου και εμόρφωσε σ αυτήν το έμβρυο της ανακαινισμένης φύσεως. Με τον τρόπο αυτό καταβλήθηκε η νέα φύση η ξεκομμένη από τη ρίζα τού Αδάμ, η φύση χωρίς τη φθορά τού προπάτορα. Τώρα υπάρχει η νέα ρίζα τού κόσμου, φυτρωμένη στα σπλάχνα της Απειρογάμου, από την οποίαν θα βλαστήσουν οι νέοι άνθρωποι, θα προέλθει η καινούργια κτίση στο νέο θαύμα της χριστοποιημένης ζωής. Το συλληφθέν στη μήτρα της Παρθένου είναι -κατά τη δήλωση τού αγγέλου- «άγιον», φύση καθαρή, γεμάτη φώς και διαφάνεια, που καμιά σχέση δεν είχε με την παλαιά φύση, που οδηγούσε στη φθορά και το θάνατο. Από τη φύση τού Χριστού απορρέει η καινότητα της νέας ζωής. Η παλαιά φύση ενοφθαλμίζεται στο Δέντρο τού χριστολογικού θαύματος, απ όπου παίρνει τη χάρη τη λυτρωτική και αυξητική στο απαστράπτον σώμα της θείας βασιλείας. Όλα, λοιπόν, καινά στον ξένο και καινό τόκο της Παρθένου, επί τού οποίου αυγάζει η θεσπέσια μαρμαρυγή τού Πνεύματος τού Θεού!
Το δεύτερο στοιχείο καινότητος της φύσεως ήταν η θέση της Μαρίας, ως μητέρας τού Χριστού. Μία παρθένος επελέγη από τον Θεόν ως λειτουργός στο καινοποιητικό θείο μυστήριο. Ο Λόγος έπρεπε να έχει μητέρα για να είναι πραγματική η ανθρώπινη φύση του. Αφού δε δεν ήταν δυνατόν να έχει πατέρα (ήταν «απάτωρ εκ μητρός»), η Μητέρα του έπρεπε να είναι παρθένος, δηλαδή κόρη απείρανδρος. Τον παρθενικό τόκο της Μαρίας προείδεν ο Ησαΐας στην παλαιά εποχή, φωτιζόμενος από το Πνεύμα τού Θεού· «ιδού η παρθένος έξει εν γαστρί και τέξεται υιόν...». Η προφητική φωνή προεμήνυε την απόρρητη θεία βουλή. Η Μαρία υπήρξε «παρθενομήτωρ», συνταιριασμένη στον καινούργιο ρυθμό της νέας φύσεως. Ο ρόλος της δε αυτός ήταν απαραίτητος για την οικονομία της λυτρώσεως. Ήταν η ταπεινή συνεισφορά τού ξεπεσμένου γένους στο έργο της σωτηρίας του. Η ανθρωπότητα παρείχε την Κόρη της, για να έχει μέσω αυτής τον Σωτήρα της. Η πεσμένη φύση έπρεπε να συμβάλει και αυτή στο έργο της σωτηρίας της. Η συνεισφορά δε αυτή ήταν η θεόπαις Μαρία, η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η γυναίκα η άσπιλη και καλή, που θα εδάνειζε τη σάρκα της για να προέλθει απ αυτήν η ανθρώπινη φύση τού Εμμανουήλ, το απαστράπτον δοχείο τού Δεσπότου, η «Κεχαριτωμένη», της οποίας η καθαρότητα και η πνευματική καλλονή οδήγησαν σε έκσταση το λειτουργικό πνεύμα τού Θεού· ο θρόνος τού Παμβασιλέως, η πλατυτέρα των ουρανών, η βασίλισσα τού ουρανού και της γης. Η παρθενία της Μαρίας δεν λειτούργησε μονάχα στη σύλληψη τού Υιού της, αλλά και στη γέννησή του. Η Μαρία όντως έτεκε, παραμείνασα παρθένος. Ο τόκος της δεν κατέλυσε τα σήμαντρα της παρθενίας της. Όπως παρθένος συνέλαβε, έτσι και παρθένος έτεκε. Αλλά και μετά τον τόκο δεν έχασε την παρθενία της, παραμείνασα εσαεί παρθένος, αειπάρθενος. Όπως δε λέγει ο ιερός Αυγουστίνος· «παρθένος συνέλαβε, παρθένος έτεκε και μετά τόκον παρθένος διέμεινεν». Τέλος, ένα άλλο σημείο συναφές με τα πιο πάνω είναι ο ανώδυνος και αλόχευτος τόκος της Παρθένου. Η Μητέρα τού Θεού δεν ένιωσε πόνους κατά τη γέννα της. Οι πόνοι είχαν επιβληθεί σαν κατάρα από τον Θεό στην Εύα για το μοιραίο ρόλο της στο τραγικό δράμα της Εδέμ. Η επώδυνη γέννηση ακολουθούσε την ενήδονη σύλληψη. Τέτοια όμως σύλληψη δεν έγινε στη Θεοτόκο. Ο τόκος της συνεπώς ήταν έξω από την κατάρα. Ήταν ο τοκετός που θα γινόταν, αν η Εύα έμενε πιστή στην εντολή τού Θεού. Αλλά και τα φυσικά λόχεια δεν είχε ο τόκος της Μαρίας. Ήταν τόκος αλόχευτος. Τίποτε, λοιπόν, δεν γνώρισε η Μαρία από την παλαιά φυσική γέννηση, γιατί σαν μητέρα λειτουργούσε ως απαρχή στην ανακαινισμένη ανθρωπότητα, στους καινούργιους ρυθμούς στους οποίους μπήκε η φύση των ανθρώπων με την καινοφανή γέννηση τού τόκου της.

Το ζήτημα της παρθενίας και αειπαρθενίας της Μαρίας είναι πολύ σημαντικό στην ορθόδοξη παράδοση, γιατί εκφράζει όσο κανένα άλλο την πνευματικότητα και το σωτηριολογικό ήθος της Ορθοδοξίας. Παρόμοιες ιδέες είναι ανήκουστες σε συμπαγείς κύκλους της ετερόδοξης Δύσεως. Τα περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδάγματα της Ορθόδοξης Ανατολής δεν αγγίζουν την ψυχή ορθολογιστών θεολόγων τού Προτεσταντισμού με το φιλελεύθερο υποκειμενισμό και τη λογοκρατία που τους διακρίνουν. Την παρθενία της Μαρίας την βλέπουν εξ απόψεως εξωτερικής. Δεν έχουν τη δύναμη να εισδύσουν στο βάθος τού θεομητορικού θαύματος, να πιάσουν τα βαθύτερα μηνύματά του και να νιώσουν τους τόσο πλούσιους μυστηριακούς του κραδασμούς. Και δέχονται μεν την παρθενική σύλληψη τού Υιού τού Θεού· όχι όμως και την αειπαρθενία της Πανάγνου. Το δόγμα αυτό το απορρίπτουν -για να μην πούμε το περιφρονούν- αποκομμένοι από το σώμα της αρχαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως και ερμηνεύοντας αυθαίρετα όσα χωρία παρέχει σχετικώς η αγ. Γραφή. Έτσι, ερμηνεύοντες κακώς όσα λέγονται περί αδελφών τού Κυρίου και απορρίπτοντες τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής παραδόσεως που εξηγεί τη Γραφή συμπληρώνοντας τα κενά της διηγήσεώς της, ισχυρίζονται ότι η Μαρία, μετά τή γέννηση τού Κυρίου, είχε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποίαν απέκτησε τους αδελφούς τού Ιησού!

Στους Ρωμαιοκαθολικούς αντίθετα έχουμε δογματικές εκκεντρικότητες γύρω από το μαριολογικό δόγμα της πίστεως. Έχοντες την αίσθηση ότι είναι κύριοι της παραδόσεως (ο Πάπας) και ανέκαθεν επιρρεπείς σε καινοτομίες και νεωτερισμούς, έπλασαν δόγματα που καμιά σχέση δεν έχουν με τη διδασκαλία της Γραφής και την αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. Έτσι εδογμάτισαν την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, ότι δηλαδή η Μαρία, ενόψει τού μεγάλου θεομητορικού ρόλου της, αξιώθηκε από τον Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα. Θεωρία φυσικά εσφαλμένη, διότι η Μαρία, σαν αληθινή απόγονος τού Αδάμ και γεννηθείσα κατά τους νόμους της φυσικής γεννήσεως (είχε γονείς τον Ιωακείμ και την Άννα), δεν μπορούσε να μείνει έξω από τη φυσική συνέχεια τού Αδάμ, φέρουσα και αυτή το αμάρτημα τού προπάτορα, από το οποίο την εκαθάρισε η τελειωτική χάρη τού Πνεύματος τού Θεού, όταν την επεσκίασε την ώρα τού Ευαγγελισμού και κατέβαλε στη μήτρα της την ανθρώπινη φύση τού Σωτήρος. Όμοια εδίδαξαν, ότι η Μαρία δεν γεύτηκε το φυσικό θάνατο, αλλά λίγο πριν έλθει το φυσικό τέλος της, ο Θεός τη μετέθεσε ένσωμη στον ουρανό. Και το δόγμα αυτό είναι εσφαλμένο, γιατί ξεχωρίζει απότομα τη Μητέρα τού Θεού από το φυσικό κύκλο της αλήθειάς της, αφού γνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος, απόγονος τού Αδάμ, δεν εξαιρείται από το θάνατο, ο οποίος είναι το καθολικό τίμημα της αμαρτίας. Είναι φανερόν ότι με τα διδάγματα αυτά οι Παπικοί έχουν χάσει τη δογματική ισορροπία τους και έχουν περιπέσει σε δογματικές εκκεντρικότητες, απομακρυνθέντες από τή γνήσια περί Θεοτόκου διδασκαλία της αρχαίας παραδόσεως της Εκκλησίας. Θέλοντες δε να τονίσουν υπέρμετρα το Πρόσωπο της Θεοτόκου, στο τέλος το αμαυρώνουν με κακόηχα διδάγματα και θεωρήματα, αντικείμενα στο πνεύμα της ορθής πίστεως.

Το δόγμα περί Θεοτόκου κατέχει ασφυκτική θέση στην ευσέβεια και τη ζωή της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια θα μας δοθεί ευκαιρία να δούμε και άλλα στοιχεία τού σημαντικού αυτού δόγματος. Οι Ορθόδοξοι τιμούν υπερβαλλόντως την Παναγία τους, τη Μητέρα τού Θεού, της Εκκλησίας και τού γένους των ανθρώπων. Την τιμούν πιο πάνω από τους αγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ. Στη δόξα της βλέπουν τη δόξα τού ανάρχου Τόκου της. Την νιώθουν πολύ κοντά τους σαν μητέρα στοργική, που, πονεμένη από το μαρτύριο τού Υιού της, μπορεί να νιώσει το δικό τους πόνο και να βοηθήσει στη δική τους περίσταση. Την νιώθουν σαν προστάτιδα και βοηθόν· σαν τείχος τού γένους προστατευτικό και απροσμάχητο ενάντια στους πολυποίκιλους εχθρούς του· σαν σύμμαχο στον αγώνα τους κατά των δαιμονικών δυνάμεων και σαν πρέσβειρα στον Θεό και μεσίτριαν υπέρ της σωτηρίας των πνευματικών τέκνων της. Τιμούν πολυειδώς την Παναγία τους και φυλάσσουν το δόγμα της σαν κόρην οφθαλμού, δείχνοντες εξαιρετική ευαισθησία στις όποιες απόπειρες αιρετικής διαστροφής του. Το δόγμα, τέλος, της Θεοτόκου κατέχει περίοπτη θέση στην ορθόδοξη λατρεία και την ασματική ακολουθία της Εκκλησίας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου