Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Παναγία, η μητέρα του κόσμου.

Παναγία, η μητέρα του κόσμου.

13 Αυγ



Εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου και αειταρθένου Μαρίας, της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Είναι εορτή ορθόδοξη και ελληνική. Πολλά λόγια δεν χρειάζονται για να έλθει στο νου και στη καρδιά μας η αγάπη και η ευγνωμοσύνη του έλληνα και του ορθόδοξου για την συμπαράσταση της Παναγίας σε ατομικές και εθνικές δύσκολες ώρες. Όλοι έχομε πείρα της προστασίας και της αγάπης, της συμπαραστάσεως και της στοργής της. Κι όλοι ξέρουμε ότι στις στενοχώριες μας η μόνιμη επίκλησή μας είναι «βοήθα Παναγία μου». Αυτή η πείρα μας, ατομική και συλλογική, δείχνει καθαρά πόση εμπιστοσύνη έχουμε στη Θεοτόκο. Δείχνει πόσο στερεωμένη είναι στη καρδιά μας η αγάπη για την Παναγία Δέσποινα. Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πλήθος από ποιήματα και τραγούδια, παλαιά και σύγχρονα, που αναφέρονται στην Κυρία Θεοτόκο. Θα μπορούσαμε να απαριθμήσαμε εκατοντάδες πίνακες ζωγραφικούς και ο κατάλογος των θαυματουργών εικόνων της μόνο στη χώρα μας θα χρειαζόταν ώρα πολύ. Δεν θα αναφερθούμε όμως σ’ αυτή την πλευρά του εορτασμού. Θα θυμίσομε μόνο μερικές από τις πτυχές της ζωής της Παναγίας, γνωστές σ’ όλους μας άλλωστε. Μ’ ένα μόνο σκοπό: να κάνουμε πιο συνειδητό και πιο γνήσια ορθόδοξο τον εορτασμό.
Εορτάζουμε Μαρία την Παρθένο. Δεν πρόκειται για τονισμό μόνο του υπερφυσικού τρόπου της γεννήσεως του Χριστού. Η ονομασία της Θεοτόκου ως Παρθένου δεν τονίζει μόνο μια πτυχή της ζωής της, αλλά χαρακτηρίζει το σύνολο του βίου της και μας δίνει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά της. Είναι «παρθένος αγνή» η Παναγία μας. Όχι μόνον εξωτερικά, αλλά σ’ όλη την έκταση, σ’ όλη την ομορφιά και σ’ όλο το βάθος που έχει η έννοια στην αγία Γραφή. Η αγνότητα είναι μια άλλη έκφραση για να τονιστεί η ομορφιά της ψυχής της Θεοτόκου. Αυτό που οι ζωγράφοι το έδωσαν με τη γαλήνια και υπερκόσμια χάρη της μορφής, αυτό το ίδιο γνώρισμα η θεολογία και η ποίηση το εκφράζει με την αγνότητα της Παναγίας. Αγνότητα είναι η δυνατότητα να βλέπει κανείς τον κόσμο, όπως τον έβλεπε ο Αδάμ πριν πέσει. Είναι η αντιμετώπιση πραγμάτων και ανθρώπων ως πλασμάτων του Θεού, χωρίς κανένα τείχος εγωισμού και εκμεταλλεύσεως ανάμεσα τους. Αγνότητα είναι η καθαρότητα της καρδιάς, που αντικρίζει τον συνάνθρωπο ως πλάσμα του ίδιου Θεού -Πατέρα και όχι ως μέσο για την ικανοποίηση του εγωισμού μας. Αγνότητα είναι η καθαρή ματιά, που βγαίνει από μια καθαρή καρδιά, που έχει δεχτεί τη χάρη και την ομορφιά του αγίου Πνεύματος. Αυτή την αγνότητα είχε η Παναγία και αυτή την αγνότητα υμνεί και η Εκκλησία, όταν τονίζει την παρθενική της χάρη. Δεν είναι μια φυσική λεπτομέρεια, αλλά δώρο του Θεού και χάρη του αγίου Πνεύματος, που επισκέφθηκε την ταπεινή κόρη στην Ιουδαία. Είναι μια χάρη που ήλθε να στέψει σαν στέμμα την ταπείνωση της Παναγίας. «Ιδού γαρ επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού», λέγει η ίδια στη γνωστή ωδή  της. Η παρθενία είναι μια πτυχή της αγνότητας. Και η αγνότητα είναι ένα λουλούδι που βλάστησε σε μια καρδιά γεμάτη ταπείνωση. Ταπείνωση που σημαίνει υπακοή στο Θεό, αποδοχή της καθοδηγήσεως από το πανάγιο Πνεύμα του, αντίκρυσμα του κόσμου με το κριτήριο της αγάπης του. Η ταπείνωση, που αποτελεί το υπόβαθρο της αγνότητας της Παναγίας μας, δεν είναι μια πράξη εύκολη ή φυσική τάση μέσα στον άνθρωπο. Είναι πράξη ηρωική, νίκη πάνω στη φυσική ροπή του ανθρώπου προς την ανταρσία, την ύβρη, τον εγωκεντρισμό. Ακόμη και προφήτες, όπως ο Ιωνάς, αισθάνονται αδύναμοι να υπακούσουν απόλυτα στο Θεό. Η Παναγία όμως υπακούει, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς προσωπικά κριτήρια, χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Αύτη η υπακοή της δίνει την καθαρότητα και την αγνότητα της καρδιάς, που λάμπει και στη ζωή της, που δίνει στον χαρακτηρισμό της από τη Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας ως Παρθένου ένα ουσιαστικό νόημα.
Εορτάζουμε την Κοίμηση της Παναγίας Θεοτόκου. Αυτή η ονομασία της ταπεινής κόρης από την Ιουδαία είναι χαρακτηρισμός που δόθηκε στο πανάγιο πρόσωπό της κατά τις μεγάλες χριστολογικές διαμάχες του 4ου  αιώνα. Προφυλάσσει από μια απομόνωση του προσώπου της, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις, κυρίως από τους ειδωλολάτρες της εποχής. Η τιμή στην Παναγία δίνεται από την Εκκλησία, γιατί αυτή γέννησε τον σωτήρα Χριστό, τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο. Γι’ αυτό τιμάται από την Εκκλησία και γι’ αυτό ονομάζεται Θεοτόκος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στην εικονογραφία μας, όσο και στην υμνογραφία μας συνδέεται πάντοτε με τον σωτήρα Χριστό. Δεν είναι η θεοποίηση της γυναίκας η Παναγία μας. Δεν αντικατέστησε τις θεές του ειδωλολατρικού πανθέου. Είναι η μητέρα του ενανθρωπήσαντος για τη σωτηρία μας Λόγου του Θεού. Είναι πάντα η Θεοτόκος. Πέφτουν στο κενό οι κατηγορίες παλαιών και νέων αιρετικών, όταν μας κατηγορούν για υπερβολική δήθεν τιμή προς την Παναγία. Και είναι άσφαιρα και ακίνδυνα για την πίστη μας τα πυρά των χιλιαστών και ορισμένων προτεσταντών σ’ αυτό το θέμα. Αυτοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν σωστά την τιμή προς τη Θεοτόκο, γιατί ποτέ τους δεν ένιωσαν την αξία και την ομορφιά της εκλογής του Θεού, που διάλεξε τη Μαρία για να γεννήσει το Χριστό. Η Εκκλησία πάντα συνδέει την Παναγία με τον Υιό της και Υιό του Θεού, για να τονίσει πως ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Κι αυτή η αλήθεια φαίνεται μόνον όταν κατανοηθεί σωστά και ορθόδοξα η θέση της στην εκπλήρωση της θεϊκής βουλής για τη σωτηρία μας. Είναι Θεοτόκος η Παναγία Μαρία, γιατί γέννησε τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο. Κι αυτή της ακριβώς η ιδιότητα την κάνει να έχει τη δύναμη της μεσιτείας για όλους μας. Παρακαλεί το Χριστό για μας, επειδή είναι μητέρα του, Θεοτόκος.
Η Παναγία Θεοτόκος είναι ακόμη Μητέρα όλων μας. εδώ δεν πρόκειται πια τόσο για δογματική, θεωρητική αλήθεια, αλλά για πρακτική, καθημερινή εμπειρία της Εκκλησίας στο διάβα των αιώνων. Από τη στιγμή της πρώτης παρεμβάσεως της στο θαύμα της Κανά μέχρι αυτή την ώρα, ποτέ δεν έπαψε ο άνθρωπος να την παρακαλεί να μεσιτεύσει στον Υιό της και Σωτήρα μας για κάποιο αίτημά του. Δεν είναι προσφυγή σε μια βασίλισσα αυτή η ικεσία μας προς τη Θεοτόκο, αλλά καταφυγή στην Μητέρα του Χριστού που τη νιώθομε και ως δική μας Μητέρα. Κι έτσι εξηγείται ότι της λέμε τον καθημερινό μας πόνο, της εξομολογούμαστε τους κρυφούς καημούς και τα βάσανά μας, της εμπιστευόμαστε τις μύχιες σκέψεις μας και τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Μερικοί ίσως θεωρούν παιδιάστικα τα αιτήματα των πιστών προς την Παναγία, άλλοι μπορεί να τα βρίσκουν ακόμη και παράλογα Ξεχνούν ότι στη μητέρα του κανείς μπορεί να πει όλα όσα αισθάνεται ακόμη κι αν είναι παράλογα. Γιατί έχει εμπιστοσύνη στη μητρική της αγάπη, που ξέρει να δέχεται τα πάντα, που βρίσκει ένα λόγο συμπόνιας και συμπαράστασης ακόμη και στα πιό παιδιάστικα λόγια μας.
Είναι αληθινά Μητέρα όλων μας η Παναγία Θεοτόκος. Γιατί είναι αυτή που αντιπροσωπεύει το γένος μας στην εκπλήρωση του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία μας. Όπως η Εύα είναι η σαρκική μητέρα μας, έτσι η Θεοτόκος είναι η κατά πνεύμα μητέρα μας. Αυτή βρίσκεται στην αρχή της Εκκλησίας και αυτή αντιπροσωπεύει την Εκκλησία ως τη νέα ανθρωπότητα που διαπνέεται από τη ζωογόνο πνοή του Παρακλήτου. Είναι Μητέρα όλων των πιστών η Παναγία, γιατί δεν παύει ούτε στιγμή να μεσιτεύει για τη σωτηρία όλων μας με τη θέρμη της αγάπης, που μόνο μια πάναγνη μητρική καρδιά μπορεί να έχει.
Είναι όμως και Μητέρα, καθενός από μας η Παναγία. Έτσι την αισθανόμαστε όλοι, γι’ αυτό την επικαλούμαστε σε κάθε δύσκολη ώρα, γι’ αυτό προσφεύγομε σ’ αυτή σε κάθε πόνο ή χαρά. Κι αυτό πολύ δικαιολογημένο. Γιατί έζησε ως μητέρα κατά την επίγεια ζωή της. Πέρασε τα χρόνια που έζησε στη γη μέσα στη φροντίδα για τον Υιό της. Η ταπείνωσή της δεν σταμάτησε με τη γέννηση του Χριστού, αλλά συνεχίστηκε σ’ όλα τα κατοπινά χρόνια. Μέσα στη καθημερινή σιωπή της μητρικής φροντίδας κύλισε ολόκληρη η ζωή της, Έζησε ως μητέρα και αγάπησε ως μητέρα, αλλά και πόνεσε ως μητέρα όλες εκείνες τις δύσκολες ώρες του Πάθους του Χριστού. Αυτή της η ζωή, μέσα στη καθημερινή σιωπή της αγάπης, την κάνει να βρίσκεται πιο κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να ακούσει κάθε αίτημά μας. Από αυτή τη συναίσθηση πηγάζει και η δική μας εμπιστοσύνη στο μεσιτικό της ρόλο, είτε για παράκληση προς το Θεό για να μας συγχωρήσει κάποιο ανόμημα είτε για την εκπλήρωση κάποιου αιτήματος όταν προσφύγουμε στην αγάπη της.
Εορτάζουμε την Κοίμηση της Παναγίας Παρθένου Θεοτόκου και Μητέρας όλων μας. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα για τους χίλιους-δυο λόγους που μας κάνουν να την αισθανόμαστε δίπλα μας, έτοιμη να μας συντρέξει, να μας βοηθήσει, να μεσιτεύσει για μας. Ίσως θα έπρεπε να θυμίσουμε πως η τιμή στην Παναγία δεν μπορεί να εξαντληθεί με τη συμμετοχή στον εορτασμό που γίνεται στους ναούς μας. Δεν φθάνει να προσφέρει κανείς ένα δώρο ή να εκπληρώσει ένα τάμα ευγνωμοσύνης. Αυτό είναι καλό, μα δεν αρκεί για να φέρει τη γνήσια χαρά για την προκοπή μας την πνευματική, στη μεγάλη μας Μητέρα. Αυτή προσμένει τη στιγμή που άλλα, πνευματικά ευχαριστήρια θα προσκομίσομε στο Θεό και στον Υιό της για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Περιμένει την ώρα που με την άκακη υπερηφάνεια της Μητέρας θα μπορέσει να δείξει την πνευματική μας προκοπή στον ουράνιο Πατέρα μας. Προσμένει να δει πως ακλουθούμε τα δικά της βήματα, το δικό της τρόπο ζωής. Κι αυτός ο δρόμος ευνή πρώτα – πρώτα ταπείνωση, όπως ήταν πάντα στη δική της ζωή. Είναι η αποδοχή του θελήματος του Θεού στις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, χωρίς καμιά έκφραση πικρίας ή διαμαρτυρία. Είναι αγιότητα σε βάθος και όχι μόνο σε πράξεις που έχουν για στόχο τη διατήρηση του καλού μας ονόματος μεταξύ των ανθρώπων. Είναι αγνότητα νου και καρδιας, που βγαίνει μέσα από την αναγέννησή μας από το άγιο Πνεύμα. Είναι ακόμη ο δρόμος της Παναγίας ο δύσβατος δρόμος της πρακτικής, συγκεκριμένης και καθημερινής αγάπης στη σχέση μας με το Θεό, τους συνανθρώπους και τον κόσμο. Είναι ακόμη θυσία του εαυτού μας και των εγωιστικών επιδιώξεών μας για χάρη των αδελφών. Είναι κοντολογίς δρόμος αγάπης για τα παιδιά του Θεού, ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντί μας, αγάπη για τη νέα γενιά, αγάπη για όσους αγωνίζονται, αγάπη για όσους βρίσκονται στο τέρμα του δρόμου. Η ταπείνωση και η αγνότητα, η αγάπη και η θυσία, να τα γνωρίσματα που η Παναγία προσμένει από όλους μας, από όλα τα πνευματικά της παιδιά. Η προσφορά αυτών των δώρων, στο μέτρο που το μπορούμε, θα είναι και ο σωστότερος εορτασμός της παναγίας μνήμης της.


(Βασίλης Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη, σ. 93-98)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου