Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Ἀπό τήν Δ΄ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας·

Ἀπό τήν Δ΄ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας·
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας!
῞Ενας ἀπό τούς ὡραιότερους Χαιρετισμούς πού ἀπευθύνουμε στήν Παναγία μας εἶναι: xαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας!
 Παρ᾿ ὅλη τήν ἁπλότητά του ὁ διπλός αὐτός Χαιρετισμός ἔχει ὕψος θεολογικό, βάθος πνευματικό καί ἀγγίζει ἰδιαίτερα τήν καρδιά μας μέ τό πρακτικό μήνυμά του. Ὅλοι λαχταροῦμε καί τήν ὀσμή τῆς εὐωδίας καί τήν γεύση τῆς εὐωχίας, τήν ἀληθινή ἀπόλαυση. Ἀξίζει, λοιπόν, νά μελετήσουμε τόν Χαιρετισμό καί νά ἐμβαθύνουμε στό νόημά του.
 Ποιά ἦταν, ἄραγε, ἡ ἀφορμή, τό ἐρέθισμα πού εἶχε ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας γιά νά συνθέσει αὐτόν τόν Χαιρετισμό; Πρέπει νά δανείστηκε τήν εἰκόνα καί τίς λέξεις ἀπό τήν ἁγία Γραφή. Ἀκούγοντας γιά ὀσμή εὐωδίας, ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν χαρακτηριστική διδαχή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι οἱ χριστιανοί «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν» (Β´ Κο 2,15-16).
 Τά λόγια αὐτά, λόγια ἐξόχως χριστοκεντρικά, ὅπως καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις (βλ. Γα 2,20· Φι 1,21), δέν τά γράφει ὁ ἀπόστολος μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Ἀφοροῦν σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὅλους τούς πιστούς· ἀπό τούς βιοπαλαιστές ἄνδρες καί γυναῖκες, μικρούς καί μεγάλους, μεροκαματιάρηδες καί μισθωτούς, διανοούμενους καί ὀλιγογράμματους, μέχρι τούς ἡσυχαστές, ἀσκητές καί θεολόγους. Ξεκινώντας ἀπό τήν προσωπική του ἐμπειρία ὁ Παῦλος γενικεύει τόν λόγο καί τούς ἀγκαλιάζει ὅλους. Γιατί; Διότι ἡ χαρισματική αὐτή κατάσταση εἶναι κληρονομιά καί γνώρισμα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἄν ἀκόμη ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε ἀτελεῖς, ἀδύναμοι, μέ μύριες ἐλλείψεις, δίχως ὑψηλό καί βαθύ θεολογικό καταρτισμό, δίχως πλούσια πνευματική ζωή, ἐντούτοις ἐφόσον μετέχουμε στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ μέ τήν συμμετοχή μας στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μετέχουμε στήν μυστηριακή ζωή, εἴμαστε μέτοχοι καί κοινωνοί καί τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλά καί τῆς θείας ἀπολαύσεως, τῆς μυστικῆς εὐωχίας.
 ῾Ο Χριστός, ὅπως διαβάζουμε στό Ἆσμα ἀσμάτων (1,3), εἶναι μῦρο μέ ὀσμή «ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα», «μῦρον ἐκκενωθέν», πού μένει ὅμως πάντοτε ἀκένωτο, ἀνεξάντλητο. Σκορπᾶ παντοῦ τήν εὐωδιά του, ἀλλά τό μυροδοχεῖο δέν ἀδειάζει ποτέ.
 Καί ὅπως εἶναι φῶς καί φωταγωγεῖ ὁ Χριστός, εἶναι ζωή καί ζωογονεῖ, δύναμη καί δυναμώνει, ἔτσι εἶναι μύρο καί μυρώνει, ὥστε ὁ κάθε πιστός ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, νά μοσχοβολᾶ τό ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ, νά ἀποπνέει τήν εὐωδία τῆς αἰωνιότητος.
 Ἄν ἔχουμε μέσα στήν καρδιά μας τόν Χριστό, ἄν στήν ζωή μας κρύβεται ὁ Χριστός, τότε θά εὐωδιάζουμε. Πῶς ὅμως μποροῦμε νά ἔχουμε μέσα μας τόν Χριστό; Μέ τήν πίστη, τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα μας· ὅταν συνεχῶς Τόν σκεπτόμαστε καί ζητοῦμε τό ἔλεός του· ὅταν κρατοῦμε μέσα μας τά λόγια του καί τηροῦμε τίς ἐντολές του. Ἐπίσης, μέ τήν προσευχή· κάθε φορά πού ἐπιχειροῦμε νά Τόν συναντήσουμε καί νά συνομιλήσουμε μαζί του, μόλις κάνουμε τό πρῶτο βῆμα, τήν πρώτη προσπάθεια γιά τήν ἀνάταση τῆς προσευχῆς, νά τος ὁ Κύριος· καταφθάνει καί θρονιάζεται μέσα στήν καρδιά μας! Βλέπει τόν πόθο μας νά ἀνεβοῦμε κοντά του, καί κατεβαίνει Αὐτός στήν καρδιά μας, καί τήν κάνει ναό του, μετόχι τοῦ οὐρανοῦ! Πρό πάντων ὅμως, ἔχουμε μέσα μας τόν Κύριο κάθε φορά πού κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Ὁ ἴδιος μᾶς τό διαβεβαιώνει· «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω 6,56). Καί οἱ εὐχές τῆς θείας Μεταλήψεως τονίζουν τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια: «ἵνα... ἑνωθῶ τῷ ἁγίῳ σώματί σου καὶ αἵματι καὶ ἕξω σε ἐν ἐμοὶ κατοικοῦντα καὶ μένοντα»· «κατάδεξαι εἰσελθεῖν καὶ εἰς τὸν οἶκον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς»· «σὺ γὰρ εἶπας, Δέσποτά μου πᾶς ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα, πίνων δέ μου καὶ τὸ αἷμα, ἐν ἐμοὶ μὲν οὗτος μένει, ἐν αὐτῷ δ᾽ ἐγὼ τυγχάνω».
 ῎Ετσι ὅλοι οἱ πιστοί μποροῦμε νά ἔχουμε μέσα μας τό μύρο τό ἀκένωτο. Καί ἐφόσον ἔχουμε τό μύρο, εὐωδιάζουμε, μοσχοβολοῦμε, ἀρωματίζουμε τήν ἀτμόσφαιρα μέσα στήν ὁποία ζοῦμε, τό περιβάλλον μας. Τήν εὐωδιά αὐτή ὀσφραίνονται οἱ γύρω μας, τήν νιώθουν καί, ὅσοι εἶναι τοῦ Θεοῦ, τήν χαίρονται καί τήν ἀπολαμβάνουν. Ἀντίθετα, ὅσοι δέν εἶναι τοῦ Θεοῦ δυσανασχετοῦν καί ὑποφέρουν. Αὐτό σημαίνει ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, οἷς μὲν ὀσμὴ θανά-του εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν» (Β´ Κο 2,16). Συμβαίνει ὅ,τι συνήθως μέ τό περιστέρι καί τόν γυπαετό. Λέγεται ὅτι τό περιστέρι δέν ἀντέχει στήν βρωμιά, σκάει. ᾿Αντίθετα ὁ γυπαετός, πού τρώει τά ψοφίμια, εὐφραίνεται στήν βρωμιά καί ἀπο- στρέφεται τό ἄρωμα!
 Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, εἶναι εὐωδία Χριστοῦ μέσα σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο. Εἶναι τό ἄρωμα, ἡ ὀσμή τοῦ μύρου, τοῦ μοναδικοῦ μύρου, τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Καί ποιό εἶναι συγκεκριμένα τό ἄρωμα αὐτό; ῾Η ἐν Χριστῷ ζωή μας. Αὐτό εἶναι τό ἄρωμα πού ἀναπέμπουμε στόν Θεό καί εὐωδιάζει στούς γύρω μας. Στόν Θεό δέν ἀναπέμπουμε μόνο τήν προσευχή μας. ᾿Αλίμονο ἄν περιορίσουμε τήν προσφορά μας πρός τόν Θεό μόνο τήν ὥρα πού σταυρώνουμε τά χέρια καί γονατίζουμε καί ψάλλουμε καί ὑμνοῦμε τό ὄνομά του καί δοξολογοῦμε τά μεγαλεῖα του. ῾Ο ὑπόλοιπος χρόνος τί γίνεται; Δέν εἶναι ἀφιερωμένος στήν προσευχή· ἐργαζόμαστε, ἀσχολούμαστε μέ τόσα πράγματα. Ἀλλά ὅπως μέ τήν προσευχή προσφέρω εὐωδία στόν Κύριο ἀπό τό μύρο -τόν ἴδιο τόν Κύριο- πού ἔχω μέσα μου, ἔτσι ἀκριβῶς μπορῶ νά ἀναπέμπω εὐωδία καί μέ ὅ,τι ἄλλο κάνω, μέ ὅλες μου τίς πράξεις.
 «Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε», παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´Κο 10, 31). Παράδειγμα ζωντανό προσφέρει ὁ ἀπόστολος τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του· ἦταν, πράγματι, εὐωδία Χριστοῦ. Εὐωδία Χριστοῦ ἦταν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρ-τυρες, οἱ ἀσκητές, οἱ διδάσκαλοι, οἱ πατέρες! Εὐωδία ὁ ἱδρώτας τῶν ἀποστόλων καί ἱεραποστόλων πού εὐαγγελίσθηκαν τό εὐαγγέλιο. Εὐωδία τά δάκρυα τῶν ἀσκητῶν καί τῶν μετανοούντων ἁμαρτωλῶν. Εὐωδία τά αἵματα τῶν μαρτύρων. Εὐωδία Χριστοῦ τό μελάνι τῶν πατέρων καί διδασκάλων, πού ἑρμήνευσαν τίς Γραφές καί κήρυξαν τήν ἀλήθεια τῆς σωτηρίας καί καλλιέργησαν καί οἰκοδόμησαν τό ποίμνιο τοῦ Κυρίου. Εὐωδία πολύ αἰσθητή σέ κάθε ἐποχή τά λείψανα τῶν ἁγίων! Εὐωδία ὅλοι οἱ πιστοί πού φέρουν τό ἀνθοβόλημα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τούς ὑπέροχους καρπούς του· ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθωσύνη, πιστότητα, πραότητα, ἐγκράτεια (βλ. Γα 5,22).
  Ἐκείνη ὅμως πού ἀναμφίβολα ἀποπνέει τήν πιό ὑπέροχη εὐωδία καί τό τέλειο πρότυπό μας εἶναι ἡ Παναγία. Πλῆθος χωρίων ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, ἀπό τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, μιλοῦν γιά τό σπάνιο ἄρωμα πού χύνει στόν κόσμο Ἐκείνη ἡ ὁποία γέννησε τό «Ρόδον τὸ ἀμάραντον» καί ὡς πολύτιμο μυροδοχεῖο κράτησε μέσα της τό «μύρον τὸ εὔοσμον». Τό σκεφθήκαμε, ἀδέλφια μου; ᾿Ιλιγγιᾶ ὁ νοῦς! Μυστήριον ξένον! Παράδοξον! Δέν ἔχουμε τήν δύναμη νά τό συλλάβουμε. Αὐτή ἡ κόρη, ἡ Μαριάμ ἀπό τήν Ναζαρέτ, εἶχε μέσα στήν μήτρα της ἐννιά μῆνες καί κυοφοροῦσε ποιόν; Τόν Θεό, τόν δημιουργό καί κυβερνήτη τοῦ σύμπαντος! Τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού μένει ἀχώριστος μέ τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα ἀκόμη καί μέσα στήν μήτρα της!
 ῏Ω ἀδέλφια μου, ἄς ἀνοίξουμε τά πνευμόνια μας νά ὀσφρανθοῦμε! Τί μύρο εἶναι αὐτό! Γλυκειά μας Παναγία! Μέσα στά σπλάγχνα σου κυοφορεῖς τόν Θεό, στήν ἀγκαλιά σου γαλακτοτροφεῖς τόν Χριστό! Πῶς νά μήν εὐωδιάζεις! ῞Ολα τά ἀρώματα τῆς γῆς ὅλων τῶν αἰώνων, καί τά φυσικά καί τά τεχνητά, δέν μποροῦν νά δημιουργήσουν οὔτε μιά στάλα ἀπό τό ἄρωμα τῶν ἀρωμάτων, τήν εὐωδία τῶν εὐωδιῶν πού παρέχει ἡ Παναγία μας, «τό ὀσφράδιον (=ἡ μοσχοβολιά) τοῦ πάντων βασιλέως».
 Τήν εὐωδία αὐτή τήν ἔνιωσαν πατέρες καί διδάσκαλοι μέ καθαρότητα βίου καί ἄσκηση, καί ἐμπνεύσθηκαν καί ἔψαλαν καί ψάλλουν τά μεγαλεῖα της. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν αὐτήν τήν καθαρότητα, αὐτήν τήν αἴσθηση καί ἱκανότητα ὀσφραίνονται καί πεθαίνουν πνευματικά οἱ ταλαίπωροι· ὅπως οἱ τόσοι αἱρετικοί, πού δέν θέλουν νά ἀκούσουν γιά τό ὄνομα τῆς Παναγίας, γιά ὕμνους στήν Παναγία, καί τήν ὑποτιμοῦν καί βλασφημοῦν. Ἀλλά ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καί ἡ ὀρθόδοξη ψυχή μας διά μέσου τῶν αἰώνων θά ψάλλει: χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας!
 Στό δεύτερο ἡμιστίχιο τοῦ Χαιρετισμοῦ χαιρετίζουμε τήν Παναγία μας ὡς ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας. Ἡ Παναγία μας εἶναι ζωή, ἀφοῦ ἔγινε ἡ μητέρα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, τοῦ Κυρίου μας τοῦ ζωοδότη. Εἶναι ζωή, ἀλλά τί ζωή; Ζωή μυστικῆς εὐωχίας. «Εὐωχία» σημαίνει ἀπόλαυση, ἐντρύφηση, γλέντι καί χαρά.
 Γιά νά ἀπολαύσουν οἱ ἄνθρωποι ὁρισμένα πράγματα, τί δέν κάνουν καί πόσα δέν ξοδεύουν! Ἄλλος ἔχει ὡς ἀπόλαυσή του τό κρασί καί τό ἀλκοόλ, ἄλλος τά ναρκωτικά, ἄλλος τά χρήματα, ἄλλος τό χαρτοπαίγνιο, ἄλλος τό φαγοπότι, ἄλλος ἄλλες ἀπολαύσεις καί ἡδονές. Ἄλλος, βέβαια, ἀνώτερα πράγματα ἔχει ὡς εὐωχία του· τήν ἐργασία ἤ τήν ἐπιστήμη του. Ἄλλος χαίρεται εὐγενέστερη καί εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό ἀπόλαυση, τήν οἰκογένειά του.
 Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά γίνει ἐδῶ μιά διάκριση. ῾Η ζωή ἔχει ἐπίπεδα. ῎Εχουμε τήν φυσική ζωή καί τήν ὑπερφυσική, τήν βιολογική καί τήν πνευματική ζωή. Φυσική, βιολογική ζωή ἔχουν καί τά ζῶα. Περιορίζεται στόν κόσμο αὐτόν. Ἀρχίζει μέ τήν γέννησή μας καί καταλήγει στόν θάνατό μας. Γεννηθήκαμε, πεθαίνουμε.
 ᾿Εκτός ὅμως ἀπό αὐτήν τήν φυσική, τήν βιολογική ζωή, ὑπάρχει καί ἡ πνευματική, ἡ μυστική ζωή. Ἀρχίζει μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ὅπου ἐπιτελεῖται ἡ ἀναγέννησή μας. Τήν νιώθουμε, ὅταν ἀνανεώνουμε τήν ἀναγέννησή μας μέ τήν πρώτη ἀποφασιστική μας μετάνοια. Τήν βιώνουμε στήν μυστηριακή μας ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ πνευματική ἐν Χριστῷ ζωή πού δέν τελειώνει ποτέ.
 ῾Η πνευματική ζωή ἔχει τρία στάδια καί προσφέρεται μέ τρεῖς δόσεις. ῾Η πρώτη δόση προσφέρεται στόν κόσμο αὐτόν· τήν ζοῦμε ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας. ῾Η δεύτερη δόση μετά τόν θάνατο· τήν ζοῦν οἱ ψυχές τῶν ἐκλεκτῶν στήν χώρα τῶν ζώντων. Πρόκειται γιά μιά ζωή τέλεια, παραδείσια μαζί μέ τόν Χριστό καί τούς ἁγίους. Δέν εἶναι ὅμως ὁλοκληρωμένη, διότι λείπει τό σῶμα. Μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, τά νεκρά σώματα ἀναστημένα πλέον θά ἑνωθοῦν μέ τίς ψυχές. Τότε θά ζήσουμε τήν τέλεια καί ὁλοκληρωμένη, τήν τρίτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς, τήν «ἑτοίμην σωτηρίαν», ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος Πέτρος (Α´ Πέ 1,5).
 ᾿Αλλά ἐκτός ἀπό αὐτή τήν διάκριση εἶναι ἀναγκαία καί μιά διαβάθμιση, γιά νά καταλάβουμε τό νόημα τοῦ Χαιρετισμοῦ. Στήν φυσική ζωή -δέν ἀναφέρομαι στήν ἁμαρτωλή ζωή ἀλλά στήν φυσική- ἀπολαμβάνουμε χαρές, ἐπιτυχίες, ἀπολαύσεις. Διψασμένοι πίνουμε νερό καί νιώθουμε μιά εὐχαρίστηση. Πεινασμένοι τρῶμε ἕνα καλό φαγητό καί εὐφραινόμαστε -δέν ἀναφέρομαι στήν κοιλιοδουλεία. ᾿Εκτός ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἀπολαύσεις, ὑπάρχουν καί οἱ φυσικές ἀπολαύσεις, πού καί ὁ Χριστός δέν τίς στερήθηκε· ἤπιε νερό, ἔφαγε, εὐχαριστήθηκε. Καί σέ μᾶς ἐξασφαλίζει τέτοιες ἀπολαύσεις ἡ φυσική ζωή. Καί εἶναι ἀπό τόν Θεό δοσμένες.
 Ὑπάρχουν, ὡστόσο, καί ἄλλες ἀπολαύσεις δοσμένες ἀπό τόν Θεό. Εἶναι οἱ πνευματικές. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει τέτοιες ἀπολαύσεις πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μυστικές. Δέν τίς προσεγγίζουν οἱ φυσικές μας αἰσθήσεις. Γιά νά τίς νιώσουμε, πρέπει νά πιάσουμε τήν συχνότητα τοῦ Πνεύματος. Τότε θά ἀπολαμβάνουμε τήν πνευματική, τήν «μυστική εὐωχία». Ὀνομάζεται «μυστική εὐωχία», διότι δέν μποροῦμε νά τήν περιγράψουμε μέ τά μέσα καί τούς τρόπους τῆς φυσικῆς ζωῆς. Οἱ τρεῖς ἀπόστολοι, πού μέ ἄκτιστο φῶς ἀξιώθηκαν νά δοῦν λίγη ἀπό τήν θεϊκή δόξα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Μεταμόρφωση, ἔνιωσαν αὐτή τήν πνευματική εὐωχία, ἕναν ἄρρητο γλυκασμό, πού κάνει τόν ἀπόστολο Πέτρο νά ἀναφωνεῖ «καλόν ἐστι ἡμᾶς ὧδε εἶναι» (Μθ 17,4). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μετά τόν ἁρπαγμό του στόν οὐρανό, ὅταν κατέβηκε στήν γῆ, δέν μπόρεσε νά περιγράψει τόν παράδεισο. ᾿Ενῶ ὁ ἴδιος τόν ἀπήλαυσε, μίλησε γιά «ἄρρητα ῥήματα» (Β´ Κο 12,4), γιά ἀνέκφραστα πράγματα, θεάματα καί ἀκούσματα, ἀγαθά θεῖα. Ἡ πνευματική εὐωχία εἶναι μυστική, καθαρά προσωπική! Παραμένει ἄγνωστη ὄχι μόνον γιά τούς ἀπίστους –αὐτοί δέν ἔχουν τίς στοιχειώδεις προϋποθέσεις, γιά νά καταλάβουν τά μυστικά τοῦ Θεοῦ, διότι δέν ζοῦν μυ-στηριακή ζωή οὔτε πιάνουν τήν συχνότητα τοῦ Πνεύματος- ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους πιστούς. Ὁ κάθε χριστιανός ζῆ μιά προσωπική μυστική σχέση μέ τόν Κύριο,
 Ὅπως διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τά ἔπαθλα πού ὁ Κύριος χαρίζει στόν νικητή τῆς πίστεως «οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων» (Ἀπ 2,17). Εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται, μόνο βιώνεται. Συγκεκριμένα, στήν ἐπιστολή πρός τόν ἄγγελο τῆς ἐν Περγάμῳ ἐκκλησίας διαβάζουμε˙«τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ τοῦ μάννα τοῦ κεκρυμμένου καὶ δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καὶ ἐπὶ τὴν ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων» (Ἀπ 2,17). Στόν νικητή, δηλαδή στόν ἀγωνιστή πιστό, ὁ Κύριος ὑπόσχεται δύο ἔπαθλα: «τὸ μάννα τὸ κεκρυμμένον» καί «τὴν λευκὴν ψῆφον» μέ «τὸ καινόν ὄνομα». Τό «μάννα τὸ κεκρυμμένον» εἶναι τό μυστικό ἤ καλύτερα τό μυστηριακό ψωμί, ὁ οὐράνιος ἄρτος, τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού προσφέρεται στούς πιστούς μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τό μυστήριο αὐτό ἀποτελεῖ κατ᾽ ἐξοχήν πρόγευση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, πού «ἐκτυπώτερον» θά ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοί στό τραπέζι τῆς οὐράνιας βασιλείας. Τό δεύτερο ἔπαθλο, ἡ λευκὴ ψῆφος σημαίνει γιά τόν πιστό ὅτι ὁ Κύριος τόν ἀθω- ώνει ἀπό τήν καταδίκη τῆς ἁμαρτίας, τόν ἐκλέγει γιά δικό του, τοῦ δίνει τό εἰσιτήριο γιά τήν βασιλεία του, τόν ἀναγνωρίζει νικητή καί τοῦ χαρίζει ἕνα ἀσφαλές φυλακτό. Τό καινὸν ὄνομα συμβολίζει τήν ἀνακαίνιση πού ζῆ ὁ πιστός μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καί ἀνανεώνεται συνεχῶς μέ τήν μυ- στηριακή ζωή. Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν προσ-ωπικές ἐμπειρίες· γι᾽ αὐτό «οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων». Εἶναι ὁ ἀρραβώνας τοῦ Πνεύματος (βλ. Β´ Κο 1,22), ἡ πρόγευση τῆς αἰωνιότητος πού βιώνει ὁ πιστός ἤδη ἀπ᾽ αὐτήν τήν ζωή μυστικά, πνευματικά, μέσα στήν καρδιά του.
  Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε αὐτό τό προνόμιο νά ζοῦμε ἀπό τήν γῆ τήν χαρά τοῦ παραδείσου. Γιά νά τό πετύχουμε ὅμως αὐτό, εἶναι ἀνάγκη νά ἀνανεώνουμε τήν πνευματική μας ζωή. Ἡ ἀνανέωση συντελεῖται μέ τήν συνεχῆ μετάνοια, μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, μέ τήν συμμετοχή μας στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἔτσι ἀνανεώνουμε τήν πνευματική μας ζωή, τότε μέ καθαρές τίς αἰσθήσεις, μέ εὐαισθησία καρδιᾶς νιώθουμε τήν ἐπαφή καί τήν κοινωνία μέ τόν Κύριο, μέ τούς ἀγγέλους, μέ τούς ἁγίους, μέ τά πνευματικά ἀγαθά, μ᾿ αὐτό πού λέγεται μυστική εὐωχία. Τότε αὐθόρμητα στρέφουμε τήν σκέψη καί τήν καρδιά μας στήν πανάχραντη Δέσποινα. Ἐκείνη μέ τήν ἐλεύθερη παράδοσή της στήν χάρη τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἐντελῶς ἰδιαίτερη καί μοναδική συνεργασία της μαζί του, συντέλεσε νά ξαναζήσουμε κοντά στόν Θεό, νά χαιρόμαστε τήν εὐωδία του καί νά ἀπολαμβάνουμε τήν εὐωχία τῆς οὐράνιας βασιλείας του. Μέ αἰσθήματα ἀπέραντης εὐγνωμοσύνης καί ἄπειρου θαυμασμοῦ, λοιπόν, τήν χαιρετίζουμε: χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας!

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ κ. Σ. Σάκκου "Ὦ πανύμνητε Μῆτερ!"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου