Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Ο ευαγγελιστής Λουκάς «ιστορεί» την Παναγία


article_10784
α) Οι πληροφορίες των ιερών ευαγγελιστών για την Παναγία δεν είναι πολλές. Τις περισσότερες από αυτές διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς.
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης 
Είναι εκείνος που αναφέρει, εκτός από τη θεία Γέννηση, κι άλλες στιγμές για τον βίο της μητέρας του Κυρίου. Λουκάς ο ιατρός, και σύμφωνα με την παράδοση αγιογράφος, «ιστόρησε», περιέγραψε το πρόσωπο της Παναγίας και σε αυτόν αποδίδονται ορισμένες θαυματουργές εικόνες. Στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τη μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, το Πάσχα του καλοκαιριού, διαβάζονται στην Εκκλησία περικοπές από το ευαγγέλιό του, τόσο στον όρθρο (Λουκ. 1,39-49, 56) όσο και στη θεία Λειτουργία (Λουκ. 10, 38-42 και 11, 27-28).
β) Στο ορθρινό ευαγγέλιο περιγράφεται η επίσκεψη της Μαριάμ στην Ελισάβετ, μητέρα του τιμίου Προδρόμου.......
Όταν οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν τον συνηθισμένο ασπασμό, «εσκίρτησε το βρέφος εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία αυτής». Ο Πρόδρομος από τα σπλάχνα της μητέρας του αναγνώρισε τον καρπό της κοιλίας της Παρθένου! Πλήρης Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ φώναξε δυνατά: Είσαι ευλογημένη από τον Θεό περισσότερο από όλες τις γυναίκες. Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου. Χαρά σε σένα που πίστεψες, ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια του ευαγγελισμού.
γ) Τότε η Μαριάμ είπε: «Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενεές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σε μένα θαυμαστά έργα». Και πράγματι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια οι γενεές των ανθρώπων μακαρίζουν την Παρθένο Μαρία, τη μητέρα του ενανθρωπήσαντος Λόγου και μητέρα όλου του κόσμου. Κτίζουν προς τιμήν της περίλαμπρα μοναστήρια, μεγάλους ναούς και ταπεινά εξωκλήσια, εκφωνούν θεσπέσιους λόγους, συνθέτουν ύμνους, ποιήματα και μελωδίες ιερές, αγιογραφούν εικόνες και αναδεικνύουν μεγάλα προσκυνήματα.
δ) Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της θείας Λειτουργίας αναφέρεται η επίσκεψη του Χριστού στο σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαρίας. Η Μαρία κάθισε «παρά τους πόδας» του Ιησού και άκουγε τη διδαχή του. Η Μάρθα, που έτρεχε συνεχώς για να διακονήσει τους υψηλούς επισκέπτες, πήγε στον Ιησού και του είπε: «Κύριε, δεν νοιάζεσαι που η αδελφή μου με άφησε μόνη να σε περιποιούμαι; Πες της να με βοηθήσει». Κι ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Μάρθα, Μάρθα, ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεται. Αυτό διάλεξε και η Μαρία».
ε) Στο τέλος του ευαγγελίου επισυνάπτονται τα λόγια κάποιας γυναίκας, η οποία, ακούγοντας τη διδασκαλία του Κυρίου για τα δαιμονικά πνεύματα, φώναξε δυνατά μέσα από το πλήθος: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λουκ.11,27). Η απλή αυτή γυναίκα μακάρισε τη Μάνα που Τον κυοφόρησε και Τον γαλούχησε. Ο Κύριος όμως, υπερβαίνοντας τη σχέση υιότητας που τον συνέδεε με τη Μητέρα του, απάντησε: «Μακάριοι είναι όσοι ακούνε και εφαρμόζουν το λόγο του Θεού». Όσοι τον έχουν ως πολύτιμο θησαυρό στην καρδιά τους, ως απλανή οδηγό στη ζωή τους. Και σε άλλη περίπτωση, όταν οι μαθητές τον ειδοποίησαν ότι τον αναζητούν η μητέρα και οι αδελφοί του, Εκείνος έδωσε παραπλήσια απάντηση: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί εδώ, που ακούνε το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν» (Λουκ. 8,21).
στ) Αλλά και η Παναγία στην τήρηση των λόγων του Κυρίου παραπέμπει, και εκείνον υποδεικνύει ως Σωτήρα του κόσμου. Είναι χαρακτηριστική η φράση της προς τους υπηρέτες στο γάμο της Κανά: «Ό,τι σας πει να το κάνετε» (Ιωάν. 2, 5), αλλά και η κίνησή της στη βυζαντινή εικόνα, που δείχνει με το δεξί χέρι τον Υιό της. Οπότε, η τήρηση των εντολών του Κυρίου αποτελεί μέγιστη τιμή προς το πρόσωπό της. Κι αυτό αποτελεί κομβικό σημείο της σημερινής γιορτής αλλά και κάθε θεομητορικής γιορτής. Διότι μπορεί εθιμικά να εορτάζουμε ως ορθόδοξοι την εορτή της Παναγίας και να ταξιδεύουμε μέχρι τον μακρινό Πόντο την ημέρα της κοίμησής της, αλλά η ζωή μας να είναι ασύμβατη με τα ευαγγελικά λόγια.
ζ) Αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε την Κυρία Θεοτόκο και μεγάλη Μάνα του λαού μας, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τη διδαχή και το παράδειγμα του Υιού της. Να εμπνευστούμε από τα ζωογόνα μηνύματα της ανιδιοτελούς αγάπης, της ζωντανής ελπίδας, της χριστιανικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της θυσίας για τον αδελφό, αλλά και της τιμής προς κάθε άνθρωπο. Τότε η κοινωνία δεν θα διολισθαίνει σε πνευματική παρακμή, απανθρωπισμό, αναίδεια, αλαζονεία, έχθρα και κάθε μορφής αδικία. Αλλά θα γίνεται κοινωνία ανθρωπινότερη, δικαιότερη, αγιότερη. Κοινωνία που θα σέβεται το πρόσωπο του Κυρίου, της Παναγίας, και συνεκδοχικά τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων. 

πηγή .diakonima.

Πηγή: http://ellpalmos.blogspot.com/2014/08/blog-post_20.html#ixzz3BnKf0rxi

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Ιερά Εικόνα Παναγίας Σκιαδενής (Ρόδος)

Η παράδοση αναφέρει ότι μέσα στο δάσος  ζούσαν δυο τρεις μοναχοί από το Βάτι ή την Κατταβιά, σε ένα κτίριο που είχαν ονομάσει “Ασκηταργό”, περίπου 300 μέτρα από τη Μονή.  Οι μοναχοί αυτοί λοιπόν, έβλεπαν ένα μεγάλο φως και όταν πλησίασαν ένα βράδυ, ανακάλυψαν την εικόνα της Παναγίας. Με ευλάβεια την μετέφεραν στο Ασκηταργό τους, μα το επόμενο πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Όταν την αναζήτησαν, τη βρήκαν στο ίδιο σημείο, όπου την είχαν ανακαλύψει. Έτσι κατάλαβαν ότι η Παναγία επιθυμούσε να μείνει εκεί και έχτισαν την Ιερά Μονή Παναγίας Σκιαδενής προς τιμήν της.
Η ασημοστόλιστη εικόνα της Παναγίας Σκιαδενής, βρίσκεται στην Αγία Τράπεζα αριστερά της εισόδου και είναι κατασκευασμένη με μαστίχι. Εκτιμάται οτι την ιστόρησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς Το πρόσωπο της Παναγίας έχει ζωντανά, εκφραστικά, γλυκά μάτια. Με την εκφραστική παρουσία της προσελκύει πιστούς από όλη τη Ρόδο αλλά και τη Χάλκη. Στο δεξί μάγουλο της Παναγίας υπάρχει μια ανοιχτή πληγή με το αίμα ξερό, ενώ επάνω από το δεξιό ώμο της είναι γραμμένα  τα ακόλουθα: “ΑΥΤΟΣ Ο ΧΙΤ ΝΑΣ ΗΡΓΥΡΩΘΕΙ Κ (ΑΙ ΕΠΙΧΡΥΣΩΘΗ ΤΗ ΦΙΛΟΠΟΝΩ ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓ (ΓΙΟΤΑΤΟΥ) ΑΡΧΙΜΑΝ (ΔΡΙΤΟΥ) Κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΕΝ ΤΩ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886″. Πιο κάτω γράφει: ”ΜΡ ΘΟΥ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ” Πάνω από το φωτοστέφανο του Χριστού γράφει: ” ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙ (ΟΤΑΤΟΥ) ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Κ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886, ΝΟΕΜΒΡ.24″ Κάτω κάτω στην εικόνα γράφει: “ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΕΜΑΝΟΗ ΠΑΝΤΕΛΙ Δ. ΧΡΙΣΟΧΟΟΥ ΚΡΗ ΕΤΟΣ 1886″.
Ένα από τα έθιμα που αφορούν την εικόνα της Παναγίας είναι η περιφορά της στα χωριά, κάτι που συμβαίνει μέχρι σήμερα. Αυτό γινόταν για να ευλογήσει στα παλιά χρόνια η Παναγία τα σπαρτά ή να θεραπεύσει τους αρρώστους, ή να ευλογήσει τον τόπο με βροχή.  Γυναικόπαιδα και άντρες κρατούν στα χέρια τους τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και ψάλλοντας τη μεταφέρουν στην αρχή των Νηστειών στο νησί της Χάλκης.  Στη συνέχεια επιστρέφει στο Σκιάδι και έπειτα από την Ανάσταση του Λαζάρου που βρίσκεται στη Μονόλιθο, κάθε μέρα μεταφέρεται και σε άλλο χωριό. Στα Σιάννα, στον Έμπωνα, στον Άγιο Ισίδωρο, στην Ίστριο, στην Αρνίθα στην Απολακκιά.  Κατόπιν την παραλαμβάνουν οι κάτοικοι στην Κατταβιά, στο Βάτι,  στο Γεννάδι, στο Ασκληπειό και στη Λαχανιά.  Την Κυριακή του Θωμά η εικόνα μεταφέρεται στη Μεσαναγρό και τη Δευτέρα του Θωμά η εικόνα επιστρέφει στη Μονή.
Η εικόνα της Παναγίας είναι θαυματουργή με θαύματα να συμβαίνουν κατά τη διάρκεια όλων των δύσκολων περιόδων  που πέρασε η Ρόδος και σε όλα τα χωριά. Ένα πολύ γνωστό θαύμα της Παναγίας είναι το εξής: Στα χρόνια των πειρατών, ένα πειρατικό πλοίο, άραξε στη θάλασσα κοντά στο νουνό Σκιάδι και οι πειρατές ανέβηκαν στο βουνό και λεηλάτησαν την εκκλησία. Μαζί τους πήραν και το εικόνισμα της  Μεγαλόχαρης.  Όταν όμως επέστρεψαν στο καράβι τους, αυτό μαρμάρωσε μαζί με όλο το πλήρωμα. Οι Χριστιανοί το απέδωσαν σε θαύμα της Παναγιάς της Σκιαδενής. Στη θαλάσσια αυτή περιοχή υπάρχει ένα μικρό νησάκι, το οποίο βλέπει κανείς  πηγαίνοντας από τη Μεσαναγρό προς Σκιάδι. Το ονομάζουν πετροκάραβο επειδή μοιάζει με μικρό μαρμαρωμένο καράβι.

Η εικόνα της Παναγίας του«όρους του Συννέφου»εν Τβερ της Ρωσίας

 
Η εικόνα της Παναγίας του «Όρους του συννέφου» απεικονίζει την Παναγία να κρατάει στο αριστερό της χέρι το Βρέφος το οποίο ευλογεί. Στο δεξί της χέρι η Παναγία κρατάει ένα όρος πάνω στο οποίο βρίσκεται μία εκκλησία.Σε μία άλλη εκδοχή της η εικόνα ονομάζεται η «Μεγάλη Ελεούσα»και κρατάει ένα όρος και μία σκάλα,αφού η Παναγία στον Ακάθιστο ονομάζεται ''όρος αλατόμητον''και ''κλίμαξ επουράνιος''.
 Η εικόνα αυτή βρισκόνταν για αιώνες στο ανδρικό μοναστήρι του Τβερ μέχρι που ο ηγούμενος την δώρησε σ'έναν από τους κτίτορες της μονής,τον Κοσμά Βολτσιάνινωβ..Η οικογένεια και οι απόγονοί της τιμούσαν την εικόνα,μέχρι που ένας ανηψιός του Κοσμά, στα χέρια του οποίου έφτασε η εικόνα, την πέταξε σε ένα πατάρι θεωρώντας ως ένα χωρίς αξία αντικείμενο.Εξ'αλλου ήταν γνωστός για την κακή του συμπεριφορά προς την οικογένειά του και τους γύρω του,ενώ κακομεταχειριζόνταν την γυναίκα του.
Μία μέρα λοιπόν-παραμονή του Ευαγγελισμού ήταν- η σύζυγός του μη αντέχοντας πια να ζεί με αυτόν τον τρόπο έφυγε από το σπίτι με την σκέψη να αυτοκτονήσει.
Στον δρόμο συναντήθηκε με έναν άγνωστο μοναχό ο οποίος την μάλωσε λέγοντάς της:«Αφού είσαι τόσο δυστυχισμένη γιατί δεν ζήτησες βοήθεια από την εικόνα της Παναγίας του ''Όρους του συννέφου'';Γύρνα πίσω και προσευχήσου και η ζωή σου θα καλυτερέψει» Μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει ποιός ήταν αυτός ο μοναχός. Έψαξαν για την εικόνα,την βρήκαν την καθάρισαν και φώναξαν τον ιερέα.Του διηγήθηκαν όσα συνέβησαν και όλη την νύχτα προσευχήθηκαν και έκαναν αγρυπνία μπροστά στην εικόνα  ορίζοντας την 24η Μαρτίου ως την ημέρα όπου η οικογένεια θα τιμάει επίσημα την εικόνα.Την ίδια κιόλας μέρα η στάση του συζύγου της είχε αλλάξει.
 Το τελευταίο μέλος της οικογένεις Βολτσιάνινωβ,η Αικατερίνη (Κονιάεβ μετά το γάμο της)πήρε την εικόνα ως προίκα.Οι προσευχές μετά αγρυπνίας συνεχίστηκαν και στην οικογένεια Κονιάεβ την 24η Μαρτίου και την 7η Νοεμβρίου(αυτή η ημερομηνία δεν ξέρουμε γιατί προστέθηκε).
Το 1863 ο συζυγος της Αικατερίνης,Γεώργιος Κονιάεβ,το 1863 έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για να χτιστεί ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της εικόνας του «όρους του συννέφου»δίπλα από έναν άλλο ναό ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Παναγία του Σμόλενσκ,στον Άγιο Τύχωνα και στον Άγιο Μακάριο του Καλιάζινσκ. «Πιστεύω ότι είναι το πιο κατάλληλο μέρος»έλεγε ο ίδιος«επειδή αυτός ο τόπος πριν ονομάζονταν όρος αφού είναι το πιο ψηλό σημείο της πόλης.Κατα την διάρκεια των πλημυρρών εδώ κατέφευγαν οι κάτοικοι της πόλης.Τώρα όλοι θα κατεφεύγουν στο έλεος της Παναγίας η οποία σκορπίζει την χάρη της σε όποιον με πίστη το ζητάει»
 Η εικόνα μεταφέρθηκε στον ναό στις 15 Ιουλίου 1866 και εγκαινιάστηκε από τον επίσκοπο Αντώνιο.Κατα τον ρωσικό συναξαριστή η εικόνα τιμάται την 24η Μαρτίου.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Διασωζούσης


Ἡ θαυματουργὸς Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Διασωζούσης στην Πάτμο. Τὰ θαύματα τῆς Παναγίας μέσα ἀπὸ τὴν Εἰκόνα Της, τὰ ὁποῖα γίνονται καθημερινὰ ἑδῶ καὶ αἰῶνες, εἶναι πάρα πολλὰ καὶ ποικίλα. Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ ἡ Ἀμόλυντη Παρθένος, μετὰ ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό Της ἀπὸ τὸν Γαβριήλ, προφήτευσε παρακινημένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὅποῖο τὴν ἐπισκίασε, καὶ εἶπε μεταξὺ ἄλλων τὰ σημαντικὰ αὐτὰ λόγια: «Νά, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές».
Η εκκλησία αυτή κτίστηκε το 1599 και πήρε το όνομά της από την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται ότι έχει σώσει τη ζωή πολλών ανθρώπων.
Δίπλα στην εικόνα, αναγράφονται τα ακόλουθα λόγια:

"Kατά το έτος 1732, όταν οι Aλγερινοί Πειρατές κατέστρεφαν ολόκληρον την Mεσόγειον θάλλασαν και τα νησιά του Aιγαίου, κάποιος Πάτμιος άνδρας με το όνομα Γλυκονικήτας μετέβη από το νότιο τμήμα του νησιού, στην περιοχή Kουβάρι με σκοπό να ψαρέψει. Eκεί όμως τον συνάντησαν οι πειρατές και αφού τον λήστεψαν τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στις φυλακές της Tριπόλεως της Bορείου Aφρικής. Aφού πέρασαν τρία χρόνια και η σύζυγος του Γλυκονικήτα νομίζοντάς ότι ο άνδρας της είναι νεκρός έκανε τα  μνημόσυνά του , μια γυναίκα με μεγαλοπρεπή εμφάνιση παρουσιάστηκε στην φυλακή όπου ήταν έγκλειστος ο Γλυκονικήτας και τον προέτρεψε να την ακολουθήσει. Ήταν όμως αδύνατον να πράξει τούτο, δεδομένου ότι ήταν δέσμιος. Στην ερώτησή του ποία ήταν λαμβάνει την απάντηση ότι ονομάζεται "Διασώζουσα". Kατόπιν τούτου με την θαυμαστήν ενέργειαν της Kυρίας Θεοτόκου της Διασωζούσης πέφτουν τα δεσμά από πάνω του με τρόπον ασύλληπτον για το μυαλό του ανθρώπου μεταφέρεται στο τόπον από τον οποίον προ τριετίας τον είχαν απαγάγει οι πειρατές. Eν συνεχεία φεύγει και πηγαίνει στο σπίτι του για να συναντήσει την γυναίκα και τα παιδιά του. Όταν έφθασε στο σπίτι του, ζήτησε από την γυναίκα του να του ανοίξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε δηλώνοντας ότι είναι χήρα. Eκείνος όμως επέμενε λέγοντάς ότι είναι ο άνδρας της και ότι δεν πρέπει να τον φοβάται. H σύζηγός του όμως δεν πείθεται και για να βεβαιωθεί του ζητά να αναφέρει κάποια σημεία και περιστατικά του σπιτιού και της οικογένειας για να την πείσει. Aυτό και έπραξε ο Γλυκονικήτας. Aμέσως ανοίγει την πόρτα η σύζηγός του και έτσι επληρώθη χαράς και ευφροσύνης το σπίτι τους αλλά και όλος ο οικισμός της Xώρας μαθαίνοντας το θαύμα της Yπεραγίας Θεοτόκου της Διασωζούσης. Kατόπιν τούτων λαμβάνει ο Γλυκονικήτας όλα τα αργυρά σκεύη του σπιτιού του και την θαυματουργήν Eικόνα της Παναγίας της Διασωζούσης από τον ομώνυμον Nαόν της και πηγαίνει σε κάποιον χρυσοχόον όπου του  αναθέτει να επενδύσει την σεβάσμια Eικόνα της Παναγίας με αργυρά ελάσματα. Aφού τελείωσε η εργασία και ο Γλυκονικήτας πήρε την Eικόνα για να την μεταφέρει στο Nαό της βρίσκει στο δρόμο κάποια χρυσά φλωριά με τα οποία και επιχρύσωσε την Aγίαν Tης Eικόνα θεωρώντας ότι αυτό ήταν επιθυμία της Kυρίας Θεοτόκου Tης Διασωζούσης, η οποία και τον διέσωσε." 
Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1888 ἀπὸ ὑπερβολικὴ στενοχώρια, ἡ Πατμία Κ. Γ. ἀρρώστησε ἀπὸ ἀναφυλαξία (ἐξανθήματα σὲ ὅλο τὸ σῶμα) καὶ ὑπέφερε πολύ. Ἡ ἀσθενὴς ζητοῦσε τὴν Βοήθεια τῆς Παναγίας. Ὅταν ἕνα πρωῒ ἐπέστρεφε ἡ μητέρα της ἀπὸ τὸν Ἵ. Ν. τῆς Διασωζούσης μετὰ ἀπὸ τὴν Θ. Λ., φέρνοντας τὸ Ἀντίδωρο στὴν ἄρρωστη, ἐκείνη ἀπάντησε ὅτι εἶχε πάρει Ἀντίδωρο, καὶ ὅτι μιὰ Γυναίκα τὴν ἐπισκέφθηκε στὸν ὕπνο της καὶ σταύρωσε ὅλα τὰ πονεμένα μέλης της μὲ ἕνα μεγάλο Σταυρό, καὶ ἁμέσως ἔνιωσε δροσιὰ σὲ ὅλο τὸ σῶμά της.
Ἡ ξένη Ἐπισκέπτρια τῆς εἶπε: «Γιὰ σένα βγῆκα ἀπὸ τὸ σπίτι μου καὶ πάω στὴν δριὰ Ν. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖς ποιὰ εἶμαι, πρόσεξε νὰ δεῖς, ὅταν ἐπιστρέψω στὸ σπίτι μου, ποῦ θὰ ἐγκατασταθῶ». Πράγματι, ὅπως μᾶς διηγήθηκε πολλὲς φορὲς μὲ δάκρυα ἡ ἐνδιαφερομένη, ἡ ὁποία θεραπεύθηκε ἀμέσως, ἡ Γυναίκα ποὺ τῆς παρουσιάσθηκε ἦταν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἐπέστρεψε στὸν Ἱ. Ν., μπῆκε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ πῆρε τὴν θέση Της στὸ Εἰκονοστάσιο.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Λήδδας ή Ρωμαίας

Η εικόνα της Παναγίας της Μονής Νεάμτς,είναι γνωστή και ως Lidianca(από την Λήδδα δηλαδή)ή Romana(από την Ρώμη)ονομασίες που σχετίζονται με τα μέρη απ'όπου πέρασε η εικόνα.
Σύμφωνα με την παράδοση  είναι αντίγραφο μιας εικόνας της Παναγίας η οποία εμφανίστηκε μόνη της(αχειροποίητος) πάνω σε μία κολώνα ενός ναού στην Λήδδα(τόπος μαρτυρίου του Αγ.Γεωργίου).
Αυτό συνέβη όταν οι Άγιοι Απόστολοι κύρητταν τον χριστιανισμό στα μέρη εκείνα.
Το 665,ο Άγ.Γερμανός-μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως-είδε την μορφή της Παναγίας πάνω στην κολώνα και ζήτησε να του αγιογραφήσουν ένα αντίγραφο σε ξύλο.Στο πίσω μέρος ζήτησε να αγιογραφηθεί ο Άγ.Μεγαλομάρτυς Γεώργιος.Έφερε την εικόνα στην Κωνσταντινούπολη και όταν οι εικονομάχοι τον έδιωξαν από τον θρόνο την πήρε μαζί του.
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ(7ος ΑΙΩΝΑΣ)ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑ ΛΙΝΤΙΑΝΚΑ ή ΡΩΜΑΙΑ
Προς το τέλος της επίγειας ζωής του -περίπου το 733-έστειλε αυτήν την εικόνα στην Ρώμη και έκρυψε σε κάποιο μέρος της εικόνας ένα γράμμα το οποίο απευθυνόνταν στον πάπα Γρηγόριο τον ΙΙΙ,στον οποίο περιέγραφε τους διωγμούς όσων λάτρευαν τις εικόνες και την εικονομαχική πολιτική του Λέοντος Ισαύρου.Σημειώνεται ότι η εικόνα έφτασε μόνη της κατά θαυμαστό τρόπο στην Ρώμη.Ο πάπας διάβασε το γράμμα και τοποθέτησε την εικόνα στο ιερό της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου.
   Όταν στο Βυζάντιο ήταν αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται«κύριως κατά τον όρθρο και το εσπερινό,κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία».
Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων σαν να την κρατούσαν χέρια αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία,ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη.Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε  στον Ναό της Χαλκοπράτειας.
Χάρη σε αυτό το θαύμα οι βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα-την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία-στις 8 Σεπτεμβρίου.
  Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό,σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία,στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη.Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού,ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες-κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους-η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.
Της έχει δωθεί και το όνομα ''Προσκυνήτρια''επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των αρχιερέων ή των ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα.Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει.
Τιμάται στις 26 Ιουνίου

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware Η Θεοτόκος, εικόνα της Ανθρώπινης Ελευθερίας

Ουκ ειμί ελεύθερος; (Α΄Κορ. 9, 1)
Ως πείθων, ου βιαζόμενος ˙ βία γαρ ου πρόσετι τω Θεώ.
[Ο Θεός πείθει και δεν βιάζει ˙ γιατί η βία δεν του ταιριάζει.]
(Επιστολή προς Διόγνητον vii, 4).
 Τί να προσφέρουμε;
Σε έναν ορθόδοξο ύμνο που ψάλλεται την παραμονή των Χριστουγέννων στον εσπερινό, η παρθένος Μαρία θεωρείται η ανώτερη και πληρέστερη προσφορά που η ανθρωπότητά μας μπορεί να προσφέρει στον Δημιουργό:
Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ,
ότι ώφθης επι γης ως άνθρωπος δι΄ημάς;
έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων
την ευχαριστίαν σοι προσάγει ˙
οι άγγελοι τον ύμνον ˙
οι ουρανοί τον αστέρα ˙
οι μάγοι τα δώρα ˙
οι ποιμένες το θαύμα ˙
η γη το σπήλαιον ˙
η έρημος την φάτνην ˙
ημείς δε μητέρα παρθένον.
Ως η υπέρτατη ανθρώπινη προσφορά μας, η Μητέρα του Θεού αποτελεί πρότυπο – δίπλα στον ίδιο τον Χριστό και με τη χάρη του Θεού – του τι σημαίνει να είναι κανείς πρόσωπο. Είναι ο καθρέφτης, μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζεται το δικό μας αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο. Και ό,τι αυτή εκφράζει, ως πρότυπο και παράδειγμά μας, είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη ελευθερία. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» διερωτάται ο απόστολος ˙  και η Παναγία μας δείχνει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η ελευθερία.
Η ελευθερία, η ικανότητα δηλαδή να παίρνει κανείς ηθικές αποφάσεις ενσυνείδητα και με την αίσθηση της πλήρους ευθύνης ενώπιον του Θεού, είναι αυτή που περισσότερο από κάθε τι άλλο κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα. Ο Σέρεν Κίρκεγκωρ γράφει ότι «το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία».  1  Χωρίς την ελευθερία της επιλογής, δεν υπάρχει αυθεντικό πρόσωπο. Όταν ο Θεός λέει στον Ισραήλ, «διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην, την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα πρό προσώπου υμών, την ευλογίαν και την κατάραν ˙ έκλεξαι…»  2  μας προσφέρει ένα δώρο, συχνά πικρό και επώδυνο, ακόμα και τραγικό, που είναι δύσκολο να το χρησιμοποιήσουμε ορθά, χωρίς το οποίο, όμως, δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι. Είναι η ελευθερία της επιλογής, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που απαρτίζει την εικόνα του Θεού μέσα μας.
Αυτό βέβαια πρέπει να επεξηγηθεί. Η Θεία ελευθερία είναι απροϋπόθετη, ενώ η δική μας ελευθερία, μέσα σε έναν αμαρτωλό και πεπτωκότα κόσμο, είναι περιορισμένη, ποτέ δεν καταργείται ˙ παραμένει, κατά κάποιο τρόπο, απαραμείωτη και αναφαίρετη.
Ας εξετάσουμε μαζί τη φύση αυτής της ελευθερίας, που είναι ουσιαστική για το ανθρώπινο πρόσωπό μας και την οποία η υπερευλογημένη Θεοτόκος επέδειξε σε υπερθετικό βαθμό στον Ευαγγελισμό.
Α ν τ α π ό κ ρ ι σ η   σ τ η ν   Ε λ ε υ θ ε ρ ί α
Κατά την άποψη του Καρλ Μπάρτ, είναι θεμελιώδες σφάλμα να φανταστούμε ότι στον Ευαγγελισμό η Παναγία παίρνει μιαν απόφαση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία του κόσμου. Όμως, το να δούμε στην Παναγία (όπως υποστηρίζει ο Μπάρτ στην Εκκλησιαστική Δογματική του) «το ανθρώπινο δημιούργημα που συνεργάζεται με τρόπο δουλικό στη δική της λύτρωση στη βάση της προληπτικής χάριτος» είναι αίρεση, στην οποία το «Όχι», πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο αμείλικτο. Κατά τον Μπάρτ, πρέπει να καταλάβουμε το ρόλο της στον Ευαγγελισμό, «μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα, χωρίς αυτεξούσιο, μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου που μπορεί απλώς και μόνο να λάβει, απλώς και μόνο να είναι έτοιμος, απλώς και μόνο να αφήσει να γίνει κάτι στον – αλλά και μαζί με τον – εαυτό του». ( 3)
Η προσέγγιση της χριστιανικής Ανατολής είναι εντελώς διαφορετική. Όπως διατυπώνεται από τον λαϊκό θεολόγο του 14ου αι. άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα:
«Η σάρκωση του Λόγου δεν ήταν μόνο έργο του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – του πρώτου συναινούντος, του δευτέρου κατερχομένου, του τρίτου επισκιάζοντος – αλλά και  έργο της θέλησης και της πίστης της Παρθένου. Χωρίς τα τρία Θεία Πρόσωπα το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να τεθεί σε κίνηση ˙ αλλά και, με ανάλογο τρόπο, το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα χωρίς τη συναίνεση και την πίστη  της πανάγνου Παρθένου. Μόνο αφού τη διδάσκει και την πείθει, πράγματι, ο Θεός, την καθιστά μητέρα Του και παίρνει από αυτή τη σάρκα, που η ίδια συνειδητά επιθυμεί να Του προσφέρει. Ακριβώς όπως ο Ίδιος συνελήφθη με τη δική Του ελεύθερη επιλογή, με τον ίδιο τρόπο και αυτή έγινε μητέρα Του εθελούσια και με την ελεύθερη συναίνεσή της».  (4)
Ο Καβάσιλας αντιλαμβάνεται τη σημαντικότατη συμβολή της κτιστής ανθρώπινης ελευθερίας της Παρθένου στη Σάρκωση. «Ως πείθων, ου βιαζόμενος». Η δήλωση αυτή στην προς Διόγνητον Επιστολή εφαρμόζει επακριβώς στο γεγονός του Ευαγγελισμού. Ο Θεός χτυπά την πόρτα, δεν τη σπάζει.
Η Παναγία έχει επιλεγεί, αλλά και η ίδια κάνει μια πράξη επιλογής. Δεν είναι απλώς και μόνο δεκτική, δεν είναι απλώς και μόνο «χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα», αλλά ανταποκρίνεται με δυναμική ελευθερία. Όπως το εκφράζει ο Άγιος Ειρηναίος, «η Μαρία συνεργάζεται με την Οικονομία». (5)  Κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «συνεργός» του Θεού, δηλαδή όχι μόνο ένα εύκαμπτο εργαλείο, αλλά δραστήρια μέτοχος του μυστηρίου. Δεν παρατηρούμε σε αυτήν παθητικότητα αλλά ανάμειξη, όχι υποταγή αλλά συνεργασία, όχι παράδοση αλλά αμοιβαιότητα σχέσης.
Όλα αυτά συνοψίζονται στην απάντηση της Παναγίας στον άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου _ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». (6)  Η απάντηση αυτή δεν ήταν ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα _  η Παναγία θα μπορούσε να είχε αρνηθεί. Η βία είναι ξένη προς τη θεία φύση και έτσι ο Θεός δεν ενανθρώπησε χωρίς να ζητήσει πρώτα τη θεληματική συμφωνία εκείνης την οποία επιθυμούσε να καταστήσει μητέρα Του. Όπως επιμένει ο πάπας Παύλος, στην περίφημη δήλωσή του Marialis Cultus (Η Λατρεία της Μαρίας) (2 Φεβρουαρίου 1974), η Παναγία «εμπλέκεται από τον Θεό σε διάλογο μαζί Του» και «δίνει τη δραστική και υπεύθυνη συγκατάθεσή της». Πρέπει να δούμε σε αυτήν όχι απλώς μια «δειλά υποταγμένη γυναίκα», (7)  αλλά μια γυναίκα που κάνει μια «θαρραλέα επιλογή». Παίρνει μιαν απόφαση. Είναι εντυπωσιακό γεγονός – στο οποίο ποτέ δεν θα μπορέσουμε να στρέψουμε τη σκέψη μας αρκετά ικανοποιητικά – το ότι, ενώ η δημιουργία του κόσμου έγινε πραγματικότητα αποκλειστικά από την εξάσκηση της Θείας βούλησης, η αναδημιουργία του κόσμου τέθηκε σε κίνηση μέσα από τη συνεργασία μιας νεαρής χωρικής που αρραβωνιάστηκε έναν ξυλουργό.
Μ ε τ ο χ ή,  Σ ι ω π ή,  Π ό ν ο ς
Αν η Θεοτόκος αποτελεί αληθή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, της αυθεντικής ελευθερίας και απελευθέρωσης, τη στιγμή του Ευαγγελισμού, τότε η δράση και αντίδρασή της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, επεξηγεί τρεις βασικές συνέπειες του τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο.
Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή. Η πρώτη ενέργεια της Παναγίας, μετά τον Ευαγγελισμό, ήταν να μοιραστεί τα καλά νέα με κάποιο άλλο πρόσωπο. Πηγαίνει με σπουδή στα ορεινά, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ.  (8)
Εδώ υπάρχει ένα ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας: δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος μόνος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική αλλά κοινωνική. Υπονοεί σχέση, ένα «Εσύ» όπως και ένα «Εγώ». Εκείνος που είναι εγωκεντρικός, που απαρνείται κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από μια κίβδηλη ελευθερία. Στην πραγματικότητα, είναι αξιοθρήνητα ανελεύθερος. Η απελευθέρωση, στην ορθή της κατανόηση, δεν είναι περιφρονητική απομόνωση ή επιθετική αυτοδιεκδίκηση, αλλά συνεργασία και αλληλεγγύη. Να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να μοιραζόμαστε το πρόσωπο, να βλέπουμε με τα μάτια των άλλων, να αισθανόμαστε με τα αισθήματά τους: «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη». (9)  Είμαι ελεύθερος μόνο αν γίνω πρόσωπο, αν στραφώ προς τους άλλους, κοιτώντας μέσα στα μάτια τους και επιτρέποντάς τους να κοιτούν μέσα στα δικά μου. Να αποστρέψω το πρόσωπό μου, να αρνηθώ τη μετοχή, σημαίνει να στερηθώ την ελευθερία.
Στο σημείο αυτό το χριστιανικό δόγμα περί Θεού βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατανόησή μας περί ελευθερίας. Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε ένα Θεό που δεν είναι απλώς «Μονάς», αλλά «Μονάς εν Τριάδι». Η θεία εικόνα μέσα μας είναι συγκεκριμένα η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο δημιουργός και το αρχέτυπό μας, δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο, αυτάρκης και αγαπών μόνο τον Εαυτό Του, αλλά είναι κοινωνία τριών προσώπων, που το Ένα μένει μέσα στο Άλλο, μέσα από μιαν αδιάκοπη κίνηση αμοιβαίας αγάπης.
Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, που αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι μια εικόνα σχέσης, που γίνεται αντιληπτή μέσα από τη συντροφικότητα και την περιχώρηση. Αν πει κανείς: «είμαι ελεύθερος, γιατί είμαι δημιουργημένος κατ΄εικόνα Θεού», είναι ανάλογο με το να πει: «Σε χρειάζομαι, ώστε να είμαι ο εαυτός μου». Δεν υπάρχει πραγματικό πρόσωπο, εκτός αν υπάρχουν δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση ˙  και δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία παρά εκεί όπου υπάρχουν δύο τουλάχιστον πρόσωπα που μοιράζονται μαζί την ελευθερία τους.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε το πρώτο στοιχείο που η Παναγία μας διδάσκει για την ελευθερία. Το στοιχείο αυτό δηλώνει σχέση, άνοιγμα στους άλλους, ευαισθησία. Κανένας μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος χωρίς το ρίσκο και την περιπέτεια της μοιρασμένης αγάπης.
Αν η ελευθερία σχετίζεται με τη μετοχή, τότε σχετίζεται και με τη σιωπή, δηλαδή με το να ακούει κανείς. «Ιδού η δούλη Κυρίου  ˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απαντά η Παναγία στον Ευαγγελισμό. Η στάση της είναι στάση ακοής του Λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε ακούσει το Λόγο του Θεού και δεν τον είχε λάβει μέσα στην καρδιά της, μέσα από την ακοή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει και να φέρει στην κοιλία της τον Λόγο κατά τρόπο φυσικό. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει να παρουσιάζει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεοτόκου, ως εκείνης που ακούει, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, γράφει: «η δε Μαρία πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής»  (10) . Ο Ευαγγελιστής τελειώνει τη διήγηση του δωδεκαετούς Ιησού με ένα παρόμοιο σχόλιο: «και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής»  (11) . Η ανάγκη της να ακούσει τονίζεται το ίδιο εμφατικά στην προειδοποίησή της στους δούλους κατά το γάμο της Κανά, «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».  (12)   . Αυτές είναι και οι τελευταίες αναφερόμενες λέξεις της στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Άκουσε, δέξου, απάντησε». Αργότερα, στο Ευαγγέλιο του Λουκά – όταν η γυναίκα από το πλήθος ευλογεί τη Μητέρα του Χριστού και Εκείνος απαντά «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν»  (13)  – σε πλήρη αντιδιαστολή με Οποιονδήποτε υπαινιγμό έλλειψης σεβασμού προς εκείνη που τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά να φανερώσει περισσότερο τι αποτελεί την πραγματική της δόξα. Δεν θα τιμάται απλά λόγω του φυσικού γεγονότος της μητρότητάς της, αλλά γιατί άκουσε ενδόμυχα το λόγο του Θεού με όλη της τη θέληση και με πλήρη αξιοπρέπεια της προσωπικής της ελευθερίας και τον διατήρησε μέσα της.
Επομένως, φανερώνεται και ένας δεύτερος τρόπος, με τον οποίο η Θεοτόκος καθίσταται εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Ορθόδοξη μυστική παράδοση η Παναγία είναι μια «ησυχάστρια», που υπηρετεί το Άγιο Πνεύμα με τη σιωπή της καρδιάς. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι αρνητική – μια απλή απουσία ήχων ή μια παύση μεταξύ λέξεων – αλλά είναι θετική και ζωντανή, πηγάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής μας και αποτελώντας μέρος της βασικής δομής του ανθρωπίνου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι και χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ελεύθεροι. Ενώ η αδιάκοπη φλυαρία υποδουλώνει, η ικανότητα να ακούει κανείς είναι ουσιαστικό μέρος της ελευθερίας. Η Θεοτόκος είναι ελεύθερη γιατί ακούει. Αν δεν γίνουμε ικανοί να ακούμε τους άλλους – αν δεν αποκτήσουμε, ως ένα βαθμό, τη δημιουργική εσωτερική σιωπή, όπως έκανε η ίδια – θα πάσχουμε από απουσία πραγματικής ελευθερίας. Μόνο εκείνος που ξέρει να σιωπά και να ακούει είναι ικανός και να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.
Υπάρχει, επίσης, και μια τρίτη πλευρά της ελευθερίας που υπογραμμίζει το Ευαγγέλιο του Λουκά. Κατά την Υπαπαντή του Χριστού, λέει ο Συμεών στην Παναγία «και σου αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία».  (14)
Η ελευθερία σχετίζεται με τον πόνο. Αυτό σημαίνει κένωση (άδειασμα του εαυτού), άρση του σταυρού, εγκατάλειψη της ζωής για χάρη των άλλων. Η εθελοντική επιλογή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό της δημιουργεί θλίψη, αλλά και χαρά. Ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές ο Ρώσος Νικολάι Μπερντιάγιεφ – ο «δέσμιος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του, ένα προσωνύμιο που του προξενούσε ιδιαίτερη ικανοποίηση – έχει παρατηρήσει με οξεία σαφήνεια το υψηλό κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε γνώριζα», δηλώνει στην αυτοβιογραφία του Όνειρο και Πραγματικότητα, «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ η άρνηση να είναι κανείς ελεύθερος, ελαττώνει τον πόνο.
Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί της και οι συκοφάντες της  _  η ελευθερία είναι βαρύ φορτίο. Οι άνθρωποι… συχνά απαρνούνται την ελευθερία για να ελαφρύνουν τη μοίρα τους». (15)
Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας είναι το ίδιο προφανής και στη διήγηση του Ντοστογιέφσκι «Το Αφήγημα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στο έργο του Οι Αδελφοί Καραμαζόβ. Ο ιεροεξεταστής μέμφεται τον Χριστό γιατί κατέστησε την ανθρωπότητα ελεύθερη και, επομένως, της επέβαλε έναν πόνο πολύ οξύ για να τον υπομείνει. Εξαιτίας της λύπησης για την ανθρώπινη αγωνία, όπως υποστηρίζει ο ιεροεξεταστής, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έχουν αφαιρέσει το σκληρό αυτό δώρο της ελευθερίας: «Διορθώσαμε τη δουλειά σου», λέει στον Χριστό. Έχει δίκιο. Η ελευθερία είναι πραγματικά ένα βαρύ φορτίο, όπως κατάλαβε πολύ καλά η Παναγία κάτω από το Σταυρό. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πραγματικό πρόσωπο ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνούμαστε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μας προσφέρει, υποβιβάζουμε τους εαυτούς μας σε υπανθρώπους  ˙  και αν αρνούμαστε στους άλλους την ελευθερία τους, τους αρνούμαστε το δικαίωμα να είναι άνθρωποι.
Αυτοί είναι μερικοί από τους τρόπους , μέσα από τους οποίους η Θεοτόκος, ο καθρέπτης και το πρότυπό μας, λειτουργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» Πράγματι, ο καθένας μας έχει δημιουργηθεί ελεύθερος. Όμως η ελευθερία δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση, έργο το οποίο πρέπει να φέρει κανείς σε πέρας, όπως φανερώνει το παράδειγμα της Θεοτόκου. Η ελευθερία δεν πρέπει απλώς να γίνεται αποδεκτή, αλλά χρειάζεται να ανακαλύπτεται, να μαθαίνεται, να χρησιμοποιείται, να γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης – και τελικά να προσφέρεται. Ας ολοκληρώσουμε την αναφορά στον Κίρκεγκωρ, με την οποία ξεκινήσαμε. «Το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία. Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την κρατήσεις, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: εκείνο το ίδιο δευτερόλεπτο να την επιστρέψεις στον Θεό, και μαζί της τον ίδιο σου τον εαυτό». Μόνο με την επιστροφή της ελευθερίας μας στον Θεό – μέσα από την μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο – μπορούμε πραγματικά να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ΄εικόνα της Αγίας Τριάδας, με βάση το παράδειγμα της υπερευλογημένης Θεοτόκου.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Άρθρα, μετάφραση Α. Dru, (Oξφόρδη 1938) §1051
2. Δευτερονόμιο 30, 19
3. Τομ. 1, μέρος 2 (Εδιμβούργο, 1956), σελ. 143, 191.
4. Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4 – 5. Pastrologia Orientalis 19, 488.
5. Κατά Αιρέσεων 3.21.7/PG 7, 953B.
6. Λουκ. 1, 38.
7. § 37.
8. Λουκ. 1, 39 – 40.
9. Α΄Κορ. 12, 26.
10. Λουκ. 2, 19.
11. Λουκ. 2, 51.
12. Λουκ. 2, 5.
13. Λουκ. 10, 27 – 28.
14. Λουκ. 2, 35.
Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨ τεύχος 1ο  σελ. 42-46
Πηγή: http://fdathanasiou.wordpress.com

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ

 
  
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ


Παναγία η Προυσιώτισσα
Ψηλά, στὶς ἐλατόφυτες βουνοκορφὲς τῆς νοτιοδυτικῆς Εὐρυτανίας, καὶ σφηνωμένη ἀνάμεσα σὲ κάθετους γκριζωποὺς βράχους μὲ ἄγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει ἡ ἱερὰ μονὴ τοῦ Προυσσοῦ.
Εἶναι σταυροπηγιακὸ καὶ ἱστορικὸ μοναστήρι, μὲ μεγαλόπρεπα τριώροφα κτίρια. Ἀνάμεσα τοὺς ὑπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, ποὺ φιλοξενεῖ στὸ ἐσωτερικό του τὸν πρῶτο καὶ παλαιὸ ναὸ τῆς μονῆς. Μέσα σ᾿ αὐτὸν φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ἐπονομάζεται Προυσιώτισσα.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἦταν τοποθετημένη σ᾿ ἕνα ναὸ τῆς Προύσας. Στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας (829) τὴν παρέλαβε κάποιος ἄρχοντας, ποὺ σκόπευε νὰ τὴ μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα γιὰ ἀσφάλεια. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στὴν Καλλίπολη, ἔχασε τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία κατευθύνθηκε θαυματουργικὰ στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ μονὴ τοῦ Προύσου. Τὸ γεγονὸς σύντομα διαδόθηκε. Δὲν ἄργησε νὰ φθάσει καὶ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ ἄρχοντα ποὺ τὴ μετέφερε. Ἔτρεξε, τὴν ἀναγνώρισε συγκινημένος, ἐκάρη ἐκεῖ μοναχὸς καὶ θεωρεῖται ὁ πρῶτος κτίτωρ τῆς μονῆς.


 ΘΑΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑΣ 


Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

Στὸ ἱστορικό της μονῆς ἀναφέρεται ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλὲς φορές. Ἡ τελευταία ὅμως καταστροφή, ποὺ μετέβαλε τὰ κτίρια σὲ σωροὺς ἐρειπίων, ἔγινε τὸ 1944 ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.
Μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν κτισμάτων, ἕνας ἀξιωματικὸς θέλησε νὰ κάψει καὶ τὴν ἐκκλησία. Προσπάθησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ λοιπὸν στεκόταν ἀπ᾿ ἔξω κι ἔδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικὰ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ πλακόστρωτο. Τὸ χτύπημα ἦταν δυνατό, καὶ ὁ Γερμανὸς ἀνίκανος νὰ σηκωθεῖ. Τὸν σήκωσαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ ζῶο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ Ἀγρίνιο.
Ἔτσι ὁ ναὸς παρέμεινε ἀβλαβής, ὅπως διαφυλάχθηκε ἀκέραιος διὰ μέσου τῶν αἰώνων.


Η ΑΓΝΩΣΤΗ «ΚΑΛΟΓΡΙΑ»

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσοῦ στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.
Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία. Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν.
Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ τὸ τέμπλο, στ᾿ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, νὰ ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή.
Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδῶ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους; Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, ποῦ βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά:
- Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴ δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο.
Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της. Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴ Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοὺς γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο.
- Ὁ ναός, τοὺς εἶπε, ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δυὸ χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε...
Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴ μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΔΙΩΞΕ ΤΗ ΓΡΙΠΠΗ
Οκτώβριος του 1918.
Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, Η ΓΡΙΠΗ, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνεί τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.
Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψει τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές και χωρίς αυτήν, θάπτονται.
Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας. Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται.

Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται. Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854.
Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.
 
Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθεί η εικόνα της. Όλοι αυτομάτως πια ήταν βέβαιοι ότι, όταν η εικόνα της Προυσιώτισσας θα ερχόταν στο Αγρίνιο, η πόλη θα απαλλασσόταν από την τραγική δοκιμασία. Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάει στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρει την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο» λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή» ξεσπάσει στους απεσταλμένους.
Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθεί μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήσει από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύσει την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη.
Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνει άλλη την επομένη και να παρουσιασθεί εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης.
Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθεί. Μα τα λόγια του Δεσπότη, παρά την τελική ευλογία του, στριφογυρίζουν καυτερά στην ψυχή και στην σκέψη. Τα βήματά τους σέρνονται όχι προς το Αγρίνιο, αλλά προς την παραλία της Ναυπάκτου. Εκεί καθισμένοι στο μουράγιο, αμίλητοι, κάνουν αυτοκριτική. Είναι, άραγε, άξιοι να παρουσιαστούν μπροστά στην θαυματουργό Εικόνα; Αμαρτωλοί αυτοί, πρεσβεία αμαρτωλών; Ο Μητροπολίτης επέτρεψε, αλλά θα ευδοκήσει, θα δώσει συγχώρεση και η Παναγία; Αυτές οι σκέψεις τους βασανίζουν στις ώρες της σιωπής...

Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.
Το άλλο πρωί γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει το πρωί της 24ης Οκτωβρίου, μετά τον Όρθρο σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει… Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθεί. Από την πόλη και τα γύρω χιλιάδες οι πιστοί μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απέμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. Το ίδιο πρωί οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες από την φαντασία σε κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία. Η Θεία Εικόνα ακολουθούμενη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί να φτάσει το πρωί της επομένης στο χωριό Προστοβά, όπου ψέλνεται κατανυκτική Παράκληση και τις νυχτερινές ώρες φτάνει στα προάστια του Αγρινίου. Όταν η ιερή πομπή έφθασε στα πρόθυρα της πόλης, το Αγρίνιο μέσα είχε ερημωθή. Δεν είχαν μείνει παρά μόνον μερικά παιδιά στα καμπαναριά των εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες. Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς οι παπάδες δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει.
Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεβάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη. Το θαύμα είχε συντελεσθεί ομαδικά. Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνει το ρυθμό της.

Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό. Όλη η γύρω περιοχή από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι παπάδες δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.
Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθεί η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη πριν προσκυνήσει όλος ο λαός και πριν ψάλλει την μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία. Κάποιοι, οι ψυχραιμότεροι από το πλήθος των κατοίκων, με επικεφαλής τον Ηγούμενο, πρωτοστατούν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού και αποφυγής του κακού που απειλείται από μια σύγκρουση των κατοίκων. Η προσπάθεια αυτή και οι σχετικές διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετές ημέρες, ώστε δόθηκε ο καιρός στους Αγρινιώτες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθεί. Ήθελαν τώρα η Εικόνα να λειτουργηθεί σε όλες τις εκκλησίες της πόλης. Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου, στο Ναό της Αγίας Τριάδος ψέλνεται κατανυκτικώτατα η ειδική ακολουθία με την οποία λιτανεύεται η πάνσεπτη Εικόνα της Προυσιώτισσας και κατόπιν σχηματίζεται ιερή πομπή η οποία δια μέσου των κεντρικότερων οδών της πόλης μεταφέρει την Εικόνα στον παλαιό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, που βρίσκεται έξω από το Αγρίνιο επάνω σε έναν λόφο. Εκεί εψάλη η Μεγάλη Παράκληση μετά από την οποία ο Ηγούμενος έδωσε την εξήγηση ότι η φοβερή αρρώστια δεν ήταν παρά μια δοκιμασία του πληθυσμού της πόλης για την εκτροπή από τον δρόμο της πίστεως και ανέλυσε τις υποχρεώσεις που δημιουργεί πια για τους Αγρινιώτες η δοθείσα Χάρις της Θεομήτορος. Ακολούθησε 24ωρο προσκύνημα μετά το οποίο, κατά τα πέντε εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν, η Εικόνα μεταφέρθηκε διαδοχικά και λιτανεύθηκε στους Ναούς της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Στο διάστημα αυτό του προσκυνήματος ολόκληρος ο πληθυσμός εξομολογείται και μεταλαβαίνει των Αχράντων Μυστηρίων. Η ζωή και η κίνηση στην πόλη αποκαθίστανται, κανένας άρρωστος δεν υπάρχει, κανένας θάνατος δεν σημειώνεται. 

Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζει τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν. Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθιά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθει στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι.
Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέει σφοδρότατος άνεμος που ξερίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης.
Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι.
Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.

Στο Αιτωλικό επικρατεί η ίδια κατάσταση.
Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου. Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας.
Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων και ο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.
Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων….

Το παραπάνω κείμενο, προέρχεται από το αρχείο του αειμνήστου Γυμνασιάρχου τής πόλεως του Αγρινίου, Γεωργίου Πάστρα. Πρόκειται, για ένα μεγάλο αρχειακό κείμενο πού επιγράφεται: «εκτάκτου ενδιαφέροντος ρεπορτάζ του ανταποκριτού μας κ. Θ. Λιαπίκου» και αναφέρεται σε θαύματα της Παναγίας Προυσιώτισσας.