Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Παναγία τῶν Βλαχερνῶν

Παναγία τῶν Βλαχερνῶν

 Γράφει  Δήμητρα Ἀγγελίδου
Ὁ ναὸς τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πιὸ φημισμένους βυζαντινοὺς ναοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα προσκυνήματα τῆς Παναγίας.
Βασικὸς λόγος τῆς σημασίας ποὺ τῆς ἀποδίδεται ἦταν ὁ ρόλος ποὺ διαδραμάτισε στὴ διάρκεια τῆς Εἰκονομαχίας καὶ προπαντὸς ἐπὶ Κωνσταντίνου Ε΄. Ἐπειδὴ ἦταν τὸ λατρευτικὸ κέντρο τῶν Ὀρθοδόξων, παράλληλο μὲ τὴν Ἁγία Σοφία, τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα καταστράφηκε καὶ στὴν θέση του δημιουργήθηκαν ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους παραστάσεις δέντρων, πτηνῶν καὶ θηρίων.
Τότε ἔχουμε τὴν ἐξαφάνιση τῆς ξύλινης, ἀργυρόχρυσης καὶ ἱστορικῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὸ 1030 κρυμμένη στὸν τοῖχο κατὰ τὶς ἐργασίες ἀνακαίνισης ποὺ ἔγιναν ἐπὶ Ρωμανοὺ Γ΄ Ἀργυροῦ.
Ἀπὸ τὸν ναὸ τῶν Βλαχερνῶν μάλιστα ξεκίνησε τὸ 843, μὲ τὸ τέλος τῆς εἰκονομαχίας, ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ καθιερώθηκε γιὰ τὸ θρίαμβο τῶν εἰκόνων.
Ἀκόμη πιὸ γνωστὴ ὅμως εἶναι ἡ σύνδεση τοῦ ναοῦ αὐτοῦ μὲ ἕνα ἄλλο σημαντικὸ γεγονός. Ὅταν τὸ 626 ἡ Πόλη πολιορκήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν Ἀβάρων, ἡ εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στὶς ἐπάλξεις ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ ἀπουσιάζοντος Ἡρακλείου, τὸν πατριάρχη Σέργιο (610-638) καὶ τὸ λαό. Ἡ πολιορκία λύθηκε, ἡ Πόλη σώθηκε καὶ ἡ σωτηρία ἀποδόθηκε στὴν Παναγία. Σύσσωμος ὁ λαὸς ὁδηγήθηκε μὲ τὴν εἰκόνα στὸν ἱστορικὸ ναὸ ὅπου ἀγρύπνησε ψάλλοντας τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο...

Ἕνας ναὸς ποὺ χτίστηκε ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία μεταξὺ τῶν ἐτῶν 450-453 καὶ ὁλοκληρώθηκε ἐπὶ Λέοντος Α΄ (457-474) ἀποκτώντας λάμψη, ἰδιαίτερα μὲ τὴ δημιουργία τοῦ «ἁγίου λούσματος» καὶ τοῦ ἁγιάσματος. Τροποποιήθηκε δε καὶ τελειοποιήθηκε ἀπὸ τὸν  Ἰουστινιανὸ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ θείου τοῦ Ἰουστίνου Α΄ (518-527). Τὸ 1070 ἡ ἐκκλησία καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιά, ἀλλὰ μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ρωμανοῦ Δ΄ Διογένη (1067-1071) καὶ Μιχαὴλ Ζ΄ τοῦ Δούκα (1071-1078) ξαναχτίστηκε.
Ὁλόκληρο, ὅμως, τὸ κτιριακὸ συγκρότημα κάηκε τελικὰ τὸ 1434, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἄλωση καὶ ἐρημώθηκε, ἐνῶ ἔμεινε μόνο ὁ χῶρος τοῦ ἁγιάσματος. Μέχρι τὸ 1867 βρισκόταν στὰ χέρια Ὀθωμανῶν, ἐνῶ τὴ χρονιὰ αὐτὴ ἀγοράστηκε ἀπὸ τὴν συντεχνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων γουναράδων, οἱ ὁποῖοι ἔχτισαν πάνω ἀπὸ τὸ ἁγίασμα μικρὸ ναό. Σταδιακὰ μὲ τὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὂ  ἀρχαῖος, ἱερός, περιτειχισμένος χῶρος ἀπέκτησε τὴν ὄψη ποὺ ἔχει σήμερα μὲ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ ἁγίασμα.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

3788 - Παναγία Πορταΐτισσα - Αέναος Ευλογία

3788 - Παναγία Πορταΐτισσα - Αέναος Ευλογία



Από την 21η Οκτωβρίου έως την 29η Νοεμβρίου λαμβάνει χώρα η έκθεση φωτογραφίας με θέμα: «Παναγία Πορταΐτισσα-Αέναος Ευλογία» στο Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο-Λύκειο Νεάπολης. Πρόκειται για έκθεση που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αγιορειτική Εστία Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία ταξίδεψε στην Ίμβρο, στη Νέα Τένεδο και στη Ξάνθη. 
Το φωτογραφικό υλικό αναπτύσσεται μέσα από ένα πλούσιο υλικό 100 και πλέον φωτογραφιώ με το οποίο ο γνωστός φωτογράφος Γιώργος Πούπης, παρουσίαζει τη λιτάνευση της εφέστιας εικόνας «Παναγία Πορταΐτισσα», έτσι όπως αυτή λαμβάνει χώρα κάθε τρίτη του Πάσχα στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους.
Το γεγονός έδωσε την ευκαιρία στον φωτογράφο να αποτυπώσει με ευαισθησία συγκινητικές στιγμές προσωπικής ταπείνωσης και ευλάβειας, το γνωστό μοναδικό φυσικό κάλλος του Αγίου Όρους και σκηνές από την λιτάνευση της εικόνας.
Οι μοναδικές στιγμές της Αθωνικής φύσης που με μυσταγωγικό τρόπο συμμετέχει στην χαρμόσυνη ημέρα της λιτάνευσης, υποδεχόμενη την ίδια την συνοδεία της, η ταπεινότητα των πιστών, που εκφράζεται στα πρόσωπα και τις στάσεις των σωμάτων τους, που αναζητούν την χάρη της, τα καθαγιασμένα πρόσωπα των μοναχών, που απλόχερα δέχονται την ευλογία της, είναι κάποιες από τις εικόνες που αντικρίζει ο επισκέπτης της Έκθεσης.
Βασίλειος Χάδος

3786 - Η εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου και οι παρακλητικοί κανόνες οι αφιερωμένοι στο όνομά Της

3786 - Η εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου και οι παρακλητικοί κανόνες οι αφιερωμένοι στο όνομά Της



του Καθηγουμένου της Ιεράς  Μονής Δοχειαρίου
Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου
Ὁ λόγος γιά τόν ὁποίο, ὅταν ἐγκαταλείψαμε τήν μονή Προυσοῦ, ἐγκαταβιώσαμε στην μονή Δοχειαρίου ἦταν ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου, τήν ὁποία ἰδιαίτερα εὐλαβοῦντο οἱ Κολλυβάδες καί ἀπ’ ὅπου πέρασαν ἄφησαν εἰκόνες -ἀντίγραφα καί διηγήσεις τῶν θαυμάτων Της.Ὡς διάδοχοι τῶν Κολλυβάδων, ἀπό τούς Γεροντάδες μας, Ἀμφιλόχιο Πάτμιο καί Φιλόθεο Λογγοβαρδίτη, προτιμήσαμε νά ἀσκήσουμε τήν μοναχική πολιτεία στίς ἀγαπητές αὐλές τῆς Γοργοϋπηκόου, παρά τήν ἐγκατάλειψη καί τήν ἀνέχεια τῆς Μονῆς. Συναντήσαμε, βέβαια, πολλές δυσκολίες. Κάποιες ἀπ’ αὐτές σχετίζονται μέ τήν εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου.
Πρῶτα–πρῶτα γιά τό ὄνομα Γοργοϋπήκοος. Πολλοί πεπαιδευμένοι ἀμφισβήτησαν τό ὄνομα Γοργοϋπήκοος καί ἐπέμεναν ὅτι ὀνομάζεται Γοργοεπήκοος. Ὅμως, στήν χειρόγραφη παράδοση τῆς Μονῆς, τήν ὁποία ὑποστηρίζει καί ὁ ἅγιος Νικόδημος, φέρεται ὡς Γοργοϋπήκοος. Αὐτό τό ὄνομα θέλησε νά δώση ἡ Παναγία στήν εἰκόνα Της.Οἱ φιλόθεες ἀδολεσχίες ἀμφισβητοῦν τό θαῦμα καί τά γενόμενα στόν χῶρο τῆς Εἰκόνος. Ἐμεῖς λοιπόν, Γοργοϋπήκοο τήν παραλάβαμε καί Γοργοϋπήκοο τήν ὀνομάζουμε καί τήν ψάλλουμε καί τήν μεγαλύνουμε. Καί ἀφήνουμε τούς φιλολογοῦντες στίς ἐρεσχελίες τους καί στήν κλονισμένη πίστη τους, στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλωθέντος μοναχοῦ γιά τήν ἀσέβειά του νά μαυρίζη τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.
Δεύτερη δυσκολία ἦταν ὅσον ἀφορᾶ τήν παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου. Στό  πανάγιο ὄνομά Της ὑπάρχουν τρεῖς παρακλήσεις· μία μέ ἱκετευτικό  καί παραμυθητικό χαρακτῆρα, ποίημα Ἰωάννου μοναχοῦ, σύμφωνα μέ τό «Ὑγράν διοδεύσας», μία θριαμβευτική τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ναξίου, στούς ἴδιους εἱρμούς, καί μία ἄλλη, τοῦ ἰδίου, σύμφωνα μέ τό «Ἁρματηλάτην Φαραώ». Ἡ πρώτη ἀπό αύτές ἦταν ἡ μόνη γνωστή καί τήν χρησιμοποιούσε ἀνέκαθεν τό μοναστήρι. Ἦταν μάλιστα τυπωμένη σέ βιβλιαράκια καί ἐψάλλετο ἀπό τούς χριστιανούς. Ὁ νῦν ἡγούμενος μέσα ἀπό τά χειρόγραφα ἀνέσυρε τήν ἄγνωστη μέχρι τότε παράκληση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἡ ὁποία παιανίζει τά θαύματα τῆς Γοργοϋπηκόου καί τραγουδᾶ τά μεγαλεῖα Της μέ τίς αὖρες τοῦ Ἀρχιπελάγους. Ὡς Ἀρχιπελαγίτης τήν μελοποίησε καί τήν ἔβαλε σέ χρήση στό μοναστήρι του. Αύτή ἡ  παράκληση ψάλλεται τριανταδύο χρόνια τώρα. Καί τά μικρά παιδιά ἀκόμη τήν ψάλλουν στούς δρόμους καί οἱ μαννάδες στίς κάμαρες τῶν ἄρρωστων παιδιῶν τους καί οἰ χειρώνακτες στήν δουλειά τους καί οἱ ὁδηγοί στό τιμόνι τους.
Δυστυχῶς ὅμως στην Ἐκκλησία ὑπάρχουν τά πιό ἀνυπόληπτα πρόσωπα. Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο χῶρο, θά βρῆς τήν ἀνυποληψία. Τό ζήσαμε αὐτό σέ ὅλο  τό μεγαλεῖο του μετά  τήν ἑπταετία. Ἡ Ἐκκλησία ἐκθρονίζει ἐπισκόπους πού οὐδέποτε ἔδωσαν ἀφορμή σκανδαλισμοῦ, οὔτε ἐν ἔργῳ οὔτε ἐν λόγῳ. Ποῦ σκανδάλισε ὁ Λαρίσης Θεολόγος, ποιόν φαρμάκωσε ὁ Παραμυθίας Παῦλος ὁ ἁπλοῦς, ὁ Ἠλίας ὁ Βόλου καί ὁ πολυμαθέστατος καί διδακτικώτατος Νικόδημος Γκατζιρούλης, καί ἀντικαταστάθηκαν μέ ἀνθρώπους, πού στήν πατρίδα μου τούς χαρακτηρίζουν «σημειωμένους»( ὀνόματα δέν θά μνημονεύσω); Κανείς άπό αὐτούς δέν εἶπε: «Μά πῶς θά πάω ἐγώ νά ἀντικαταστήσω τόν ἁπλό, τόν ἀκατηγόρητο, τόν φτωχό, τόν φίλεργο; Πέστε μου ποῦ ἔφταιξε, γιά νά ἀναπαύσω τήν συνείδησή μου καί νά τόν ἀντικαταστήσω». Τίποτα ἀπό αὐτά, ἀλλά μέ κεκαυμένη τή συνείδηση προχώρησαν καί ἀνέβηκαν στούς θρόνους τῶν ἁγίων Νικολάου Χαλκίδος, Κωνσταντίνου Καρδίτσης καί λοιπῶν καί λοιπῶν...
Τά ἴδια συμβαίνουν καί στά γράμματα. Πρό ἐτῶν ὁ ἡγούμενος ἑνός μετοχίου τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους πῆρε τόν παρακλητικό κανόνα, ὅπως ψάλλεται στήν μονή Δοχειαρίου, τόν παραποίησε λίγο καί τόν κυκλοφόρησε σέ κασέτες, λές καί οἱ πατέρες τῆς μονῆς Δοχειαρίου ἦταν λίγοι, γιά νά ψάλουνε τήν Παναγία, λές καί ἡ μονή Δοχειαρίου εἶναι ἐγκαταλελειμμένη  καί δέν διαθέτει πιστούς διακόνους νά ψάλουν τά μεγαλεῖα τῆς Γοργοϋπηκόου. Εἶναι σάν νά πιάσουμε ἐμεῖς οἱ Δοχειαρίτες νά ψάλουμε τόν παρακλητικό κανόνα τῆς μονῆς Προυσοῦ (πού τό δικαιούμαστε ἄλλλωστε, διότι περάσαμε ἀπό κεῖ καί κτίτορες ἐγενόμεθα) ἤ τῆς μονῆς τοῦ Κύκκου. Ὤχ, αὐτή ἡ ἀνυποληψία μέσα στόν χῶρο τῆς μοναδικῆς ἀριστοκράτισσας ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας!
-Ἡγούμενέ μου, δέν ἔχει κανόνες εἰς τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν ἔχει ἰδιόμελα νά παιανίσης μέ τούς μοναχούς σου, παρά παρέκαμψες τήν πιό πλούσια ὑμνολογία καί πιάστηκες μέ τόν κανόνα τῆς Γοργοϋπηκόου; Λές καί τά παιδιά Της, οἱ διακονητές Της, εἶναι ἄμοιροι μουσικοῦ ταλέντου καί ἄφωνοι καί ἄκαρδοι.
Τότε εἶπα: «Λίγο τό κακό, ἄς μήν ὁμιλήσω». Τώρα ὅμως γλυκόφθογγος ἀηδών τῶν Ἀθηνῶν κυκλοφορεῖ κασέτα, στήν ὁποία καταπιάνεται νά ἀποδώσει ἐκεῖνος « ἐγκαρδιώτερα»τήν παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου. Καί πράγματι ἡ καλλιέπεια ρέει ἀπό τά χείλη του σάν ποταμός χρυσόρροος...
-Χριστιανέ μου, δέν εἶναι στήν ἴδια τάξη τοῦ μικροῦ καί τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα ὁ κανόνας τῆς Γοργοϋπηκόου»· εἶναι κτῆμα τῆς μονῆς Δοχειαρίου καί παρακαταθήκη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου σ’ αὐτό τό ἅγιο μοναστήρι. Πότε ἦρθες νά ἐρευνήσης τήν χειρόγραφη παράδοση τῆς λατρείας στήν μονή Δοχειαρίου; Τήν βρῆκες ἕτοιμη καί τήν τσαμπουνᾶς καί τήν γυροφέρνεις σάν τό κατάξερο ψωμί μέσα στό στόμα σου,  γιά νά γλυκαθῆς. Μήτε τό ψάχνεις, μήτε τό ἐρευνᾶς, μήτε ρωτᾶς, σάν νά εἶναι ἡ μονή Δοχειαρίου ἐρημοκκλήσι στίς παρυφές τοῦ Ἄθωνα. Ἄν εἶσαι μεγάλος μουσουργός καί μουσικός, ἑκατοντάδες ὕμνοι ὑπάρχουν στίς βιβλιοθῆκες τῶν Μονῶν ἄγνωστοι στούς πολλούς. Γιατί δέν παίρνεις ἕναν ἀπό αὐτούς νά ψάλης, παρά ὑποκλέπτεις σάν τό πεινασμένο ποντίκι τό τυρί μέσα ἀπό τό στόμα τῶν Δοχειαριτῶν μοναχῶν καί τό παρουσιάζεις κασέρι, λές καί ἐμεῖς τό προσφέρουμε φέτα ξυνισμένη, πού ἔχει τή δυνατότητα μόνον ὁ φτωχός λαός νά τήν γεύεται;
Ἐπιτέλους πότε θά σταματήσει αὐτή ἡ ἀνυποληψία  μέσα στήν Ἐκκλησία; Πότε θά ἀρχίσουμε  νά σεβώμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον; Πότε θά παρουσιαζώμαστε σπουδαῖοι μέ τούς δικούς μας κόπους, μέ τίς δικές μας μελέτες; Πότε τό φῶς πού θά ἐκπέμπουμε θά εἶναι ἀπαύγασμα τῆς καρδιᾶς μας καί τῆς ζωῆς μας; Ὄχι πιά κλέφτες μέσα στήν Ἐκκλησία. «Αὐτός πού δανείζεται- λέγει ἡ Ἁγία Γραφή- αὐτό πού φτιάχνει εἶναι τοῦ δανειστῆ, δέν εἶναι τοῦ δανειζομένου.»
Καί ὁ  ραδιοφωνικός σταθμός τοῦ Πειραιᾶ ἄς προσέξη νά μήν  καταντήση κίτρινο φύλλο. Ὅλα τά χρόνια ἔβαζε τόν κανόνα τῶν Δοχειαριτῶν καί τώρα τόν ἀπέρριψε καί βάζει τόν κανόνα τόν μελίρρυτο ἑνός   παπᾶ, πού ἴσως ποτέ δέν ἦρθε νά προσκυνήση τήν Παναγία, καί ὅταν τόν ἀκοῦς ἔρχεται στόν νοῦ σου ἡ τραγουδίστρια Φεϊρούζ ἀπό τόν Λίβανο.
Ἡ παράκληση αὐτή δέν βγαίνει οὔτε ἀπό τόν φλοῖσβο τῆς θάλασσας οὔτε ἀπό τήν αὔρα τῶν βουνῶν· βγαίνει ἀπό τίς θυρίδες τῶν κέντρων διασκεδάσεως. Ψάλλει σάν αὐτόν πού ἔχασε τόν ἔρωτά του καί ψάχνει νά τόν βρῆ. Ψάλλει μέν μέ πάθος, ἀλλά ὄχι μέ θεῖο πόθο. Σ’ αὐτήν τήν ψαλμώδηση δέν ὑπάρχει τίποτε αὐθόρμητο, τίποτε πηγαῖο· ἀπίθανα ψεύτικη. Καλή φωνή, μπερδεμένη ὅμως μέ τό σύγχρονο τραγούδι τοῦ ξεχασμένου ἔρωτα. Εὐχαρίστως ἀκούγεται ἀπό παθιασμένους ἀνθρώπους, ἀλλά δέν ψάλλεται στήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι βιωματική, εἶναι φτιαχτή, ἐπειδή αὐτός πού ψάλλει δέν βρῆκε τήν ἀγάπη του γιά τήν Παναγία· δέν ἔγινε ἡ Παναγία ἀποκούμπι στή ζωή του. Προσπαθεῖ μέ ἐπιτηδεύσεις καί μέ φωνή τρυφερή, ἀλλά ἄκαρπη, νά ἑλκύση τήν ἀγάπη τῆς Παναγίας.
Τά αἰώνια πράγματα εἶναι αὐθόρμητα, πηγαῖα, καί ὄχι μέ φτιασίδια καί ἐπιτηδεύσεις. Ἡ ψαλμωδία βγαίνει μέσα ἀπό τά σπλάγχνα τῶν πιστῶν καί πλαταίνει τό στόμα τους, γιά νά διαλαλῆ αὐτά πού διηγοῦνται ὅλες οἱ γενιές τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ψάλλουμε τόν ἔρωτά μας, αὐτόν πού γνωρίζουμε καλά, ὅπως μᾶς τόν δίδαξαν οἱ πατέρες μας. Ἡ παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου συνεχίζει τήν αἰώνια ἑλληνική ψαλμωδία, εἶναι ὁ ἀπόηχος τῶν αἰώνων μέσα στήν τρικυμισμένη θάλασσα, πού λέγεται ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Ἡ ὕμνηση τῆς Παναγίας δέν ἐκφράζεται μέ μουσικές ἐπιτηδεύσεις. Ἡ Παναγία εἶναι λατρευτή ἀπό τούς Ἀγγέλους καί ἀπό τούς ἀνθρώπους, στούς ὁποίους δέν ἔφθασε τό ὕφος τό λυρικό καί παθιασμένο.
Ἡ παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου ψάλλεται ἀπό πονεμένα στόματα καί στό ὄνομά Της σταυροσημειώνονται χέρια ροζιασμενα. Καί οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων πού τήν ψάλλουν εἶναι καταπονημένες, δέν ἔχουν ἀκόμα ἐλαφρώσει. Βγάζουν καημούς ὅπως τούς ἔχουν μέσα τους· ὄχι μελοδράματα. Μαννάδες πού ἔχουν χάσει τά δόντια τους, ἔχουν ξεφλουδίσει τά χέρια τους στίς μπουγάδες, στόν φοῦρνο, στήν λάτρα τοῦ σπιτιοῦ, παπποῦδες πού ἔχουν μαδήσει οἱ πώγωνες καί τά μουστάκια τους στ’ ἀλέτρι, τό τσαπί καί τό δικέλλι, γυναῖκες πού κλείνουν τά μάτια τῶν νεκρῶν τους, χειρώνακτες πού κύρτωσαν στό μεροδούλι καί ξαποσταίνουν, ἀκουμπώντας στήν ὄχερη τοῦ άλετριοῦ, καί θυμοῦνται τά περασμένα καί ὀνειρεύονται τί θά τούς ἀπαντήση τό ξημέρωμα τῆς ἄλλης μέρας. Ὄχι τρυφερές κοπέλες, πού δέν τίς ἄγγιξε ἡ τυράγνια τῆς ζωῆς.
Ἡ παράκληση εἶναι γιά τόν πολύ λαό, ὄχι γιά τον καλλικέλαδο ψάλτη καί τόν φτιασάρη παπᾶ. Μέσα ἀπό μιά παράκληση βιογραφεῖς τή ζωή τοῦ Ἕλληνα, τοῦ τυραννισμένου, τοῦ καταπιεσμένου, τοῦ καταπονημένου. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάννα τοῦ πόνου, τῆς ἀλήθειας, τοῦ ἀνυπέρβλητου. Μακάρι νά τό καταλάβη ὅποιος ψάλλει παράκληση καί ὄχι νά φτιάχνη φωνή ἀνοίκεια στή φύση του.
Ψάλε μιά τέτοια παράκληση κι ἐμεῖς μαζί σου.
Ἔπειτα, ἄν θέλη κανείς νά βγῆ στό μεϊντάνι ψάλτης καί συγγραφέας, ἄς μάθη πρῶτα δυό γκλίτσες γράμματα, ὅπως λέγαν οἱ παλιοί. Δέν εἶναι αἰσχύνης ἄξιον στίς μέρες μας νά κυκλοφορεί κασέτα μέ λάθη άκόμα καί στήν ἀπαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου; Πενήντα χρόνια πίσω ἡ Ἐκκλησία, στούς ὀλιγογράμματους παπᾶδες τῆς ὑπαίθρου; Τό συνοδευτικό κείμενο στή θήκη τοῦ CD,  ἀποτελεῖ κατά τό ἥμισυ καί πλέον ἕνα κακότεχνο  ἐγκώμιο στόν μουσουργό! Αὐτοσυστήνεται καί χαρακτηρίζει τόν ἑαυτό του μέ ἀλλεπάλληλους πομπώδεις προσδιορισμούς καί σχήματα λόγου. «Πολύ μογίσαντι»,( ἀντί τοῦ ὀρθοῦ «πολλά μογήσαντα»)  «ἀόκνως συλλέξαντι»,( ἀπό ποῦ ἆραγε καί μέ τόσο κόπο; Μήπως ἀπό τό βιβλιαράκι τῆς Παρακλήσεως τῆς Μονῆς Δοχειαρίου;) Εἶναι ὁ «ἡδυμόλπως ᾄσας», μήπως καί «ὁ γοργῶς ὑπακούων»,ἀντί γιά τήν Παναγία, ἀφοῦ, ἐκτός ἀπό τή λανθασμένη χρήση ὅλων τῶν πτώσεων στή μακροσκελέστατη αὐτή περίοδο, χρησιμοποιεῖ ἐδῶ καί ἀρσενικό γένος; Παρομοιάζει τόν ἑαυτό του με νυκτικόρακα ἀγρυπνοῦντα καί καλλικέλαδον ἀηδόνα ἀγλαΐζουσαν! Εἶναι καί θήτης!   Φαίνεται πώς ἐκεῖνο τό «θῆτα» στή θήκη τοῦ CD εἶναι κυριολεκτικό καί ὄχι ...ὀρθογραφικό λάθος. Θῆτες λοιπόν καί σήμερα οἱ ἱεροθύτες; Καί ἀφοῦ εἶναι ὄντως ἔτσι, γιατί θέλουν νά παρουσιάζωνται γνῶστες τῆς ἀρχαίας γλώσσας μας καί νά τήν χειρίζωνται γιά ἐντυπωσιασμό τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν; Εἶναι ὁ «ἀλεξίσας» ( ἀντί τοῦ ὀρθοῦ: ἀλεξήσας) μέν «τά τοῦ βίου τερπνά καί ἡδέα», ἀλλά «δι’ ἑαυτόν»!!! Ἐπισυνάπτει δέ ἀρχαιοπρεπῶς καί τό ἀνύπαρκτο «ποίκλιν», ἀντί τοῦ «ἐπίκλην» καθώς καί τό  νεοελληνικό «ἐσέ» πλαισιώνοντας τά πάντα μέ πλείστους σολοικισμούς καί βαρβαρισμούς. Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές καί γιά τούς ἐπαΐοντες παραθέτουμε αὐτούσιο τό ἀσυνάρτητο συνοδευτικό κείμενο τοῦ CD, καί τήν ἐπιεικέστατη διόρθωσή του ἀπό τόν καλό μελετητή.
«Τῷ πολύ μογίσαντι, τῷ ἀόκνως συλλέξαντι, τῷ ἡδυμόλπως ᾄσαντι, Σύ, τῷ γοργῶς ὑπακούοντι, ἀγάπης πολλῆς καί χρέους καί τιμῆς ὡς νυκτικόραξ ἀγρυπνῶν, ὡς καλικέλαδος ἀηδών ἀγλαΐζουσα, πρόσδεξαι θῆτα τοῦ Υἱοῦ σου καί λειτουργόν, τόν ἀλεξίσαντα τά τοῦ βίου τερπνά καί ἡδέα δι’ ἑαυτόν, τόν μόνον ἐράσμιον Χριστόν. Τόν ποίκλιν λέγοντα Ἀλέξιον, τόν ταπεινόν ἱερουργόν, πρόσδεξαι σύν τοῖς λοιποῖς πρός σέ κράζοντα, Γοργοεπήκοε βοηθέ, καί μεσίτευσον ἐν τάχει δι’ αὐτόν καί τοῖς ἀκούουσι ταῦτα, τά ἑαυτοῦ δι’ ἐσέ συλλεγέντα. Καί αὐτοῖς τε καί αὐτῷ πάντα τά πρός σωτηρίαν ἐξ αὐτῶν γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν παράσχου, μήτηρ Θεοῦ, ἡ Παναγία ἠμῶν.»
(Οι υπογραμμίσεις τῶν λαθῶν δικές μας)
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΟ
«Τόν πολλά μογήσαντα, τόν ἀόκνως συλλέξαντα, τόν ἡδυμόλπως ᾄσαντα, ἐξ ἀγάπης πολλῆς καί χρέους καί τιμῆς, ὡς νυκτικόρακα ἀγρυπνοῦντα, ὡς καλλικέλαδον ἀηδόνα ἀγλαΐζουσαν, Σύ, ἡ Γοργῶς Ὑπακούουσα, πρόσδεξαι· τόν θύτην τοῦ Υἱοῦ Σου καί λειτουργόν, τόν ἀλεξήσαντα τά τοῦ βίου τερπνά καί ἡδέα δι’ Αὐτόν τόν  μόνον ἐράσμιον Χριστόν. Τόν  ἐπίκλην καλούμενον Ἀλέξιον, τόν ταπεινόν ἱερουργόν μή παρίδῃς σύν τοῖς λοιποῖς πρός Σέ κράζοντα, Γοργοϋπήκοε βοηθέ, ἀλλά μεσίτευσον ἐν τάχει  ὑπέρ αὐτοῦ καί τῶν ἀκουόντων τά μελῳδήματα ταῦτα  τά  ὑπ’αὐτοῦ  διά Σέ συλλεγέντα. Παράσχου δέ πᾶσιν ἡμῖν τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα, Μῆτερ Θεοῦ, ἡ Παναγία ἡμῶν».
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ –ΣΧΟΛΙΑ
1.«Τῷ πολύ μογήσαντι....ἄσαντι.»Τό ρήμα τῆς πρότασης «πρόσδεξαι» ἀπαιτεῖ ἀντικείμενο σέ αιτιατική πτώση. Οἱ ἀλλεπάλληλες δοτικές πρέπει νά μετατραπούν σέ αιτιατικές.
2.«Πολύ»:  διορθώνουμε: πολλά: γιατί παραλείπεται τό σύστοιχο ἀντικείμενο καί παραμένει  ὁ ἐπιθετικός του προσδιορισμός στόν πληθυντικό ἀριθμό καί στό οὐδέτερο γένος. 
3.«Μογίσαντι»= μογήσαντι: διορθώνουμε μέ η γιατί τό ομηρ. ρῆμα εἶναι μογέω (κατά τό ποιέω-ῶ)
4.«Τῷ γοργῶς ὑπακούοντι»: Προφανῶς ἐδῶ ἀναφέρεται στήν Παναγία. Ἡ δοτική ἀρσενικοῦ  γένους πρέπει νά μετατραπῆ σέ ὀνομαστική θηλυκοῦ γένους πού θά προσδιορίζη τό Ὑποκείμενο τῆς πρότασης: «Σύ, ἡ Γοργῶς ὑπακούουσα». 
5.«ἀγάπης πολλῆς καί χρέους καί τιμῆς»: πρέπει νά μετατραπούν σέ ἐμπρόθετους προσδιορισμούς τῆς αἰτίας ἤ σέ δοτική τῆς αἰτίας: ἐξ ἀγάπης.....(:ἀναγκαστικό αἴτιο: ἡ αἰτία πού προκαλεῖ τήν ἐνέργεια τοῦ ρήματος).
6.«ὡς νυκτικόραξ...ἀγλαΐζουσα».: Η πτώση καί πάλι ἀτυχῶς ἀλλάζει ἀπό δοτική σέ ὀνομαστική, ἐνῶ ἡ σύνταξη ἀπαιτεῖ τήν αἰτιατική, ἀφοῦ πρόκειται ξανά γιά τό ἀντικείμενο τοῦ ρήματος πρόσδεξαι.
7.«Καλικέλαδον»: Ἡ λέξη γράφεται μέ δύο λ.
8.Χωρίζουμε τή μακροσκελέστατη περίοδο σέ δύο περιόδους μέ τήν ἄνω τελεία.
9.«Θῆτα»! : ὁ θής, τοῦ  θητός, τόν θῆτα, οἱ θῆτες: ἡ κατώτερη κοινωνική τάξη τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Προφανῶς ὁ συγγραφέας ἤθελε νά γράψη «θύτην».
10.«ἀλεξίσαντα»: τό ρῆμα ἀλέξω σχηματίζει τύπους ὡς ἐκ ρήματος ἀλεξέω( κατά τό ποιέω- ῶ: ἀλεξήσαντα: θά γραφῆ μέ η.
11.«δι’ ἑαυτόν»: Νοηματικά δέν μπορεῖ νά σταθῆ: ἀπομάκρυνε τά τερπνά γιά τόν ἑαυτό του; Πρέπει νά διορθωθῆ : «δι’ Αὐτόν τόν μόνον ἐράσμιον Χριστόν».
12.«Ποίκλιν»! : Δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ λέξη. Τό ἐπίκλην: κατ’ ἐπωνυμίαν, ὀνόματι.
13.«Λέγοντα»: διορθώνουμε:λεγόμενον ἤ καλούμενον.
14.«Πρόσδεξαι»: τό ρῆμα ἐπαναλαμβάνεται καί στή δεύτερη πρόταση. Μπορεῖ στή β΄πρόταση νά ἀντικατασταθῆ :π.χ. «μή παρίδῃς».
15.«Μεσίτευσον δι’ αὐτόν»: εἶναι νεοελληνική σύνταξη. Στήν ἀρχαία ἑλληνική  ἡ πρόθεση διά +αιτ. δηλώνει αἰτία. Διορθώνουμε: «ὑπέρ αὐτοῦ».
16. «Τοῖς ἀκούουσι»: Διορθώνουμε σέ γενική: «καί (ὑπέρ) τῶν ἀκουόντων», ἀφοῦ συνδέεται παρατακτικά(μέ τό σύνδεσμο καί) μέ τό ὑπέρ αὐτοῦ καί ἔχει τόν ίδιο συντακτικό ρόλο.
17.«Τά ἑαυτοῦ»: εἶναι κτητική ἀντωνυμία.   Τό ὀρθό εἶναι τά ὑπ’ αὐτοῦ συλλεγέντα. Συμπληρώνουμε τή λέξη «μελῳδήματα» γιά περισσότερη σαφήνεια.
18.«ἐσέ»!:  ἡ ἀντωνυμία στήν ἀρχαία ἑλληνική εἶναι: «σέ». Διορθώνουμε: «διά Σέ».
19.«Καί αὐτοῖς τε καί αὐτῷ... ἐξ αὐτῶν».: ἐπανάληψη τῆς λέξης αὐτός. Περισσότερο δόκιμη ἡ ἔκφραση: πᾶσιν ἡμῖν.
20.«Τά γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν παράσχου...» Ποιά γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις νά παράσχῃ; Καί ἀφοῦ ἔχουν γεννηθῆ γιά ποιό λόγο νά τά παράσχῃ ἐκ νέου;
21.«Μήτηρ»: εἶναι κλητική πτώση. Διορθώνουμε: Μῆτερ.
22.«ἠμῶν»:Ἡ ἀντωνυμία δασύνεται: ἡμῶν.
23.Μακροπερίοδος λόγος, ἀσάφεια, ἀπώλεια νοήματος.
Καί μιά τελευταία ἀπορία: Καλά ὁ θύτης· οἱ ἐργαζόμενοι στό στούντιο, θῆτες καί αὐτοί; Ἤ ἀκολουθοῦν τή δικηγορική ρήση: «Πλήρωσέ με καί κάνω μήνυση καί στόν ἑαυτό μου»;
Ὤχ αὐτή ἡ ἀνυποληψία μέσα στό χῶρο τῆς μοναδικῆς ἀριστοκράτισσας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!

«Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον ἡμᾶς ὑπὸ τὴν σκέπην σου»

«Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον ἡμᾶς ὑπὸ τὴν σκέπην σου»


Είναι αλήθεια, ότι ο άνθρωπος από την στιγμή που έρχεται στον κόσμο, μέχρι και που φεύγει απ’ αυτή τη ζωή, αισθάνεται την ανάγκη να στηριχτεί κάπου και σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του πάντοτε περιμένει μία χείρα βοηθείας. Είναι έτσι πλασμένος ο άνθρωπος, ώστε να εξαρτάται από κάτι μεγαλύτερο σπ’ αυτόν. Η ψυχή του άνθρωπου ως προερχόμενη από τον θεό, αισθάνεται βαθειά την ανάγκη να στηριχτεί στον δημιουργό της.

Πολλοί άνθρωποι , όμως, επειδή έχουν χάσει τον δημιουργό, επειδή με τη θέλησή τους προσπαθούν να φιμώσουν την φωνή της συνειδήσεως και να συσσωρεύσουν πλήθος ενδιαφερόντων , πολλές φορές ξένων προς την κύρια αποστολή, που είναι η σωτηρία της ψυχής, παρεμβάλλουν αυτά τα τόσο μαύρα σύννεφα μεταξύ του ηλίου της δικαιοσύνης και της ψυχής κι έτσι σε στιγμές κινδύνου ή φόβου, βλέπουμε τους ανθρώπους αυτούς να αγωνιούν, να ιδρώνουν να μην έχουν πού να στηριχτούν, να απελπίζονται και στο τέλος να τα χάνουν και όχι λίγες φορές να φτάνουν σ’ αυτό το τρομακτικό αποτέλεσμα, που αποτελεί το ισχυρότερο όπλο του διαβόλου, που λέγεται αυτοκτονία.

Στην ουσία, ο άνθρωπος αυτοκτονεί, όταν φτάσει στο σημείο να γίνεται αναίσθητος στην αμαρτία. Έτσι σκοτώνει την ψυχή του. Μπορεί να ζει το σώμα του, μπορεί να κινείται, μπορεί να εργάζεται, μπορεί να γελάει, αλλά δεν ζει κατά Θεόν.

Σ’ αυτήν την κατηγορία , πιστεύω ότι μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος, όταν δεν διαποτίζει την ψυχή του καθημερινά με τον λόγο της αληθείας, όταν δηλαδή ο άνθρωπος φθάσει στο σημείο να θεωρεί τον εαυτό του άξιο και δυνατό ν’ αντιμετωπίσει τα πάντα, χωρίς να έχει καμμία ανάγκη από τον Θεό.
Μη μας φανεί παράξενο, ότι στις ημέρες μας υπάρχουν πάρα πολύ τέτοιοι άνθρωποι, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους ικανούς ν’ αντιμετωπίσουν τα πάντα και δεν έχουν, όπως λένε, καμμία ανάγκη από τον Θεό.

Όμως μέσα στα στηρίγματα που αναζητάει η ψυχή του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό τον κόσμο είναι και οι άγιοι.

Το κύριο και βασικό στήριγμα της ψυχής κάθε ανθρώπου είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο ενανθρωπίσας Θεός, ο σταυρωθείς και αναστάς εκ νεκρών, είναι ο Ιησούς Χριστός, εκείνος ο οποίος αποτελεί την πηγή της δυνάμεως για κάθε άνθρωπο, είναι ο αχώριστος σύντροφος της ζωής μας, είναι ο βασιλεύς του πόνου, ο οποίος πέρασε τον πόνο με την πιο βαρειά μορφή, διότι αισθάνθηκε την οδύνη σαν άνθρωπος επάνω στον σταυρό, σηκώνοντας τα βάρη των αμαρτιών όλων των αιώνων.

Εμείς, πολλές φορές , δεν μπορούμε να σηκώσουμε ούτε τα δικά μας βάρη ο καθένας∙ και τόσο γονατίζουμε πολλές φορές και παρακαλούμε και λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Επειδή όμως η ψυχή μας είναι βεβαρυμένη πολλές φορές με πλήθος αμαρτιών, με σκέψεις, με λόγια, με έργα, επειδή καθημερινά πέφτουμε γεμίζουμε το εσωτερικό της ψυχής μας με αμαρτίες, συχνά-πυκνά, αισθανόμαστε ντροπιασμένοι μπροστά στον Σωτήρα Χριστό, προκειμένου να σταθούμε και να τον κοιτάξουμε στα μάτια.

Και τι κάνουμε τότε; «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς».

Τους αγίους επιστρατεύουμε και παρακαλούμε αυτούς οι οποίοι έχουν παρρησία στον Θεό, αυτούς οι οποίοι προσέφεραν τα πάντα, τον εαυτό τους, πολέμησαν τα πάθη και τις αδυναμίες τους, αγάπησαν τον Χριστό και Τον τοποθέτησαν στο κέντρο της καρδιάς τους, τους παρακαλούμε να δέονται στον Σωτήρα Χριστό να μας σώσει, να φανεί ίλεως.

Αλλά πρέπει να παραμερίζουμε και τις ντροπές, να παραθερίζουμε και τα ψιθυρίσματα του διαβόλου, ο οποίος μας εμβάλλει στο εσωτερικό της ψυχής σκέψεις απελπιστικές, ότι δηλαδή είμαστε τόσο γεμάτοι από αμαρτίες, ώστε δεν πρέπει πλέον αν επικοινωνούμε με τον Θεό, δεν πρέπει να μετέχουμε στα μυστήρια, δεν πρέπει να μελετάμε στην Αγία Γραφή κι έτσι φθάνει ο άνθρωπος στο αποτέλεσμα να αποκόπτεται από τα μέσα σωτηρίας, την πιο κρίσιμη στιγμή, που έχει ανάγκη μεγάλη να τονώσει την ψυχή του. Ο ίδιος ο Κύριός μας παραγγέλλει να απευθυνόμεθα όχι μόνο στον Υιό και Λόγο του Θεού, αλλά και στον Θεό Πατέρα: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…».

Στις δύσκολες στιγμές , στις στιγμές του πειρασμού, στις στιγμές της πτώσεως, πρέπει να ταπεινωθεί ο άνθρωπος και να ζητήσει το έλεος του Θεού, να παρακαλέσει τον Θεό να φανεί ίλεως και να του δώσει την δύναμη να ανορθωθεί, όχι να λιποτακτεί, όχι να φεύγει.

Αν θα φύγεις την ώρα που έχεις ανάγκη, που είσαι βαθειά τραυματισμένος, που είσαι ετοιμοθάνατος, αν φύγεις από το νοσοκομείο, πού θα πας να θεραπευτείς; Εκεί θα πας, θα ταπεινωθείς, θα εξομολογηθείς, θα αγωνιστείς πάλι, θα προχωρείς στον δρόμο της ζωής. Αυτά μας έδωσε ο Θεός κι αυτά μας είπε να κάνουμε.

Τα ψιθυρίσματα του διαβόλου και του εγωισμού, «γιατί εγώ να πέσω εδώ τόσο πολύ; γιατί εγώ να κάνω εκείνο το αμάρτημα; γιατί εγώ να κάνω το άλλο το μεγάλο κακό;». Είναι ένας εγωισμός με περικεφαλαία, που αυτός πλέον καταστρέφει συμμαχώντας και με τον διάβολο, την ψυχή του ανθρώπου.

Λοιπόν, θα χτυπήσουμε το κεφάλι του διαβόλου και θα πούμε: Εγώ θα ταπεινωθώ στον Χριστό και θα ζητήσω το έλεός του και θ’ αγωνιστώ πάλι, ύπαγε οπίσω μου σατανά. Αυτά θα λέμε. Όχι ότι θα είμαστε αναμάρτητοι, αλλά θα είμαστε οι αγωνιζόμενοι, οι οποίοι θα μισούμε την αμαρτία και θ’ αγαπούμε την αρετή, αλλά όταν πέφτουμε δεν θα τα χάνουμε. Θα στηριχτούμε στον Θεό, θα στηριχτούμε στον Χριστό, θα παρακαλέσουμε τους αγίους να πρεσβεύουν για μας.

Να μην ξεχνάμε όμως ότι το κύριο βάρος πέφτει σε μας, να δώσουμε την θέλησή μας στον Χριστό, ν’ αγωνιστούμε λίγο περισσότερο. Να μην μένουμε απλώς στα λόγια. Ακούμε ομιλίες. Αν λέγοντας και ακούγοντας τις αλήθειες παραμένουμε μέχρις εκεί, τότε δεν είμαστε μακάριοι. Τι είπε ο Κύριός μας; Δεν είπε , «μακάριοι είναι εκείνοι οι οποίοι ακούνε τον λόγο του Θεού» μόνο, αλλά και «φυλάσσοντες αυτόν και τηρούντες αυτόν». «Οὐχ ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός». Αυτός ο οποίος θα κάνει το θέλημα του πατέρα μου.

Μ’ αυτές τις σκέψεις, ας ανοίξουμε το θεόσδοτο αυτό βιβλίο, την Καινή Διαθήκη, για να δούμε τί το Πνεύμα του Θεού θα μας αποκαλύψει κι ας απαλλάξουμε την σκέψη μας απ’ ο,τιδήποτε μας βασανίζει και μας ταλαιπωρεί σ’ αυτήν την ζωή, διότι αυτήν την στιγμή, θα θελήσει οπωσδήποτε ο διάβολος να παρεμβάλλει άλλες σκέψεις, κι ενώ βλέπουμε αυτόν που μιλάει, μπορεί ν’ ακούμε αυτά που λέει, αλλά το μυαλό μας να τρέχει πολύ μακριά. Γι’ αυτό λοιπόν, με μία σύντομη εσωτερική προσευχή, να πούμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, ἄνοιξον τά ὄμματα τῆς ψυχῆς μου , να κατανοήσω τα λόγια Σου», ώστε να θέσουμε σε κίνηση το εσωτερικό μας και να τα εφαρμόσουμε στη ζωή, γιατί χωρίς εφαρμογή είναι δώρον άδωρον.

Σε κάθε στιγμή της ζωής μας και ιδιαίτερα σε στιγμές κινδύνου να απευθυνόμεθα προς την μητέρα του Θεού την Υπεραγία Θεοτόκον και με πολλή εμπιστοσύνη να της λέμε: «Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου».


Πηγή: «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
+Πρωτοπρεσβύτερος π. Θωμάς Παπαδόπουλος
Ομιλίες στους Χαιρετισμούς-στις Παρακλήσεις και στους βασικούς σταθμούς της επί γης ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου»
Τόμος 5ος
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1996

Πηγή:pnevmatikiafipnisi 

Πηγή: Ορθόδοξα Ωφελήματα: «Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον ἡμᾶς ὑπὸ τὴν σκέπην σου» http://orthodoxa-ofelimata.blogspot.com/2013/10/blog-post_31.html#ixzz2jNwghkIX

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός
β) Η θέωση της Παναγίας
γ) Θεοτόκος και προπατορικό αμάρτημα
δ) Υπακοή και ελευθερία της Θεοτόκου
ε) Η σύλληψη του Λόγου έγινε δημιουργικώς
στ) Η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως «άμα τη προσλήψει»
ζ) Η υπέρ φύσιν και κατά φύσιν κυοφορία
η) Η σύλληψη ανήδονος, η κυοφορία άκοπος και η γέννηση ανώδυνος
θ) Η Θεοτόκος τύπος του μέλλοντος αιώνος
ι) Προσωπική μέθεξη του Ευαγγελισμού

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».
Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.

α’

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).
Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

β’

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.

γ’

Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.
Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.
Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.

δ’

Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.
Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.

ε’

Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης«. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.

στ’

Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.
Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.
Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.

ζ’

Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.
Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.

η’

Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.
Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.
Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.
Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».

θ’

Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.
Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.
Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.
Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.

ι’

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.
Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.

Σεπτέμβριος 1994

(Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές», Ι. Μ. ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, 1995)



Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Νέα Ασματική Ακολουθία της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης

Νέα Ασματική Ακολουθία της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης

Του παπαδάσκαλου Κωνσταντίνου Ι. Κώστα 
Ποιήθηκε, εκδόθηκε και κυκλοφορεί ήδη η νέα Ασματική Ακολουθία της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, που αφορά σε ιστορικό και παλλαϊκό γεγονός της τοπικής Εκκλησίας και που (μαζί με την ‘’Ακολουθία της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας, βασιλίσσης Άρτης της εκ Σερβίων Μακεδονίας’’, που εκδόθηκε ‘’μετά πολλών διορθώσεων και αποκαταστάσεως του (προϋπάρχοντος) κειμένου υπό του (μακαριστού) Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, έκδοση του 1965’’ και αφορά η πρώτη σε πρόσωπο, πλουτίζει τώρα η νέα Ασματική Ακολουθία, το υμνογραφικό απόθεμα της τοπικής Εκκλησίας με αναφορά (αυτή) σε ιστορικό και παλλαϊκό ως τις μέρες μας γεγονός.

Πρόκειται, όπως αναγράφεται και επεξηγείται το γεγονός με σαφήνεια στο εξώφυλλο της ιερής Ακολουθίας, για την ‘’Ασματική Ακολουθία της Παναγίας της Ζιδανιωτίσσης, ήτοι της Καθόδου της Ιεράς Εικόνος της Θεομήτορος εκ της Ιεράς αυτής Μονής εν Κοζάνη. Ψαλλομένη τη Δευτέρα του Θωμά. Ποιηθείσα υπό του Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ. Εκδίδοται προνοία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης Παύλου. Εγκρίσει της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κοζάνη 2013’’.

Στον πρόλογό του ο Σεβασμιώτατος κ. Παύλος αναφέρεται εκτενέστερα στο γεγονός: ‘’Κάθε χρόνο την Παρασκευή της Διακαινησίμου η Εικόνα αφήνει το Ιερό Μοναστήρι της συνοδευόμενη από τον τοπικό Επίσκοπο, κλήρο και λαό, και αφού περιέλθει τα γειτονικά χωριά, όπου κατά την είσοδό της σε κάθε ένα από αυτά την υποδέχεται ο ντόπιος πληθυσμός με τους Ιερείς και γίνεται στάση της ιεράς πομπής και δέηση, καταλήγει το απόγευμα της ίδιας ημέρας στον Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου παραμένει έως και την Κυριακή του Θωμά. Το απόγευμα της ημέρας αυτής οι άρχοντες και ο λαός της Κοζάνης μεταφέρει λιτανευτικώς την Ιερά Εικόνα προς τον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου.

Η Ιερά Εικόνα, συνεχίζει ο Σεβ., ευλογεί την πόλη και τον ευσεβή λαό της, περιερχομένη όλες τις ενορίες, τελουμένης καθημερινώς της Θείας Λειτουργίας, καθώς και άλλων ιερών ακολουθιών. (….). Η Ιερά Εικόνα επιστρέφει στο Μοναστήρι της την 1η Αυγούστου’’ (σελ. 9-10).

Εκφράζουμε θερμές ευχαριστίες στο Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Παύλο για την πρόνοιά του να εμπλουτισθεί με Ασματική Ακολουθία ένα τόσο σημαντικό για την εποχή μας και τον τόπο μας ιστορικό γεγονός με επίκεντρο το πρόσωπο της Θεοτόκου, όπου προβάλλονται εύλογες και καλοπροαίρετες απορίες για τη σχέση των αγίων της Εκκλησίας με το συλλογικό βίο των ανθρώπων, αλλά και προβάλλονται αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις (με φυλετικό υπόβαθρο) για τη δυνατότητα (ή και το νόημα) της συνύπαρξης προσώπων και κοινωνιών.

Ευχαριστίες θερμές οφείλουμε και στον νέο Υμνογράφο της Εκκλησίας, το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ για το υπέροχο ποιητικό-υμνογραφικό του πόνημα, για την ευκαιρία που μας προσφέρει, ώστε να υμνολογούμε λειτουργικά το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου, την Εικόνα της τη Ζιδανιώτισσα, το γεγονός της πορείας της από το μοναστήρι στην πόλη (για τη σχέση αυτών των δύο πόλων, μοναστηριού και πόλης) και την υποδοχή της σύσσωμα από το λαό και τους άρχοντες, νοηματοδοτώντας το σύνολο του βίου της πόλης.

Η Ασματική Ακολουθία της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας περιέχεται σε 35 σελίδες και περιλαμβάνει: φωτογραφία της ιστορικής Ιεράς Εικόνας της Παναγίας της Ζιδανιωτίσσης, την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ‘’εγκρίνεται διά τοπικήν χρήσιν η ως άνω Ιερά Ακολουθία, ως καλώς έχουσα, καθ’ όσον ουδέν το απάδον προς τε τα δόγματα και τας παραδόσεις της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας περιέχεται εν αυτή’’, τον πρόλογο του Σεβ. κ. Παύλου, τις Ακολουθίες του Εσπερινού, του Όρθρου, σημείωση για τη Λειτουργία με το Μεγαλυνάριο, ’’Μονής Ζιδανίου, θεία Εικών, η έχουσα χάριν, θεραπεύειν πάθη δεινά, λύειν ανομβρίαν, διώκειν δε πανώλην, Παρθένε Ελεούσα, ημάς προστάτευσον’’ και στο τέλος ένα φωτογραφικό παράρτημα.

Το Απολυτίκον της Εικόνος σε ήχο α’ . Της ερήμου πολίτης.

Την σεπτήν σου εικόνα, Ελεούσα Πανάχραντε, την αποκειμένην εν Μάνδρα, Ζιδανίου κατέχοντες, λυτρούμεθα εκ πάσης απειλής, πανώλους και δεινών βιοτικών, διά τούτο ομοφώνως και ευσεβώς, βοώμεν σοι Θεοτόκε. Δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τω σω εκτυπώματι, δόξα τω χορηγούντι δι’ αυτού πάσιν ιάματα.

Τεύχη της ‘’Ασματικής Ακολουθίας’’ διατίθενται από το βιβλιοπωλείο της Ιερής Μητρόπολης ‘’Καταφυγή Bιβλιοφίλων’’ και από την Ιερά Μονή της Παναγίας ‘’Η Ελεούσα’’ Ζιδανίου.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Παναγία η Γοργοϋπήκοος

Παναγία η Γοργοϋπήκοος



Η Σύναξη της Παναγίας της Γοργοεπηκόου εορτάζεται στις 1 Οκτωβρίου

Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι Γοργοϋπήκοος και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, "λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά", φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ' εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.

Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ ύσκολο
για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με απνό". Ό μοναχός
νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: '"Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις τιμώντας με;".
Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός. "Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος".

Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοϋπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη.



Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται. Η Παναγία η Γοργοϋπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου.

Όταν λοιπόν θεραπεύθηκε από την τύφλωση του ο τραπεζάρης Μοναχός, ονόματι Νείλος, οι πατέρες της Μονής έφτιαξαν στο χώρο αυτό ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, αφού η ίδια η Παναγία χαρακτήρισε τον εαυτό της με το επίθετο αυτό. Εκεί τελείται δύο φορές την εβδομάδα η θεία Λειτουργία, εκεί γίνονται οι κουρές των μοναχών και καθημερινά, πρωί και βράδυ, ψάλλονται παρακλήσεις μπροστά στην ιερή εικόνα.

Η πρώτη αγιογραφηθείσα εικόνα της Παναγίας στη Μονή Δοχειαρίου, που έγινε το 1563, την αναφέρει ως Βρεφοκρατούσα, Φοβερά Προστασία και Γοργοεπήκοο. Πρέπει να επισημάνουμε λοιπόν, ότι η Παναγία όταν μίλησε στο μοναχό δεν χρησιμοποίησε για τον εαυτό της κανένα από τα ονόματα που ήταν γραμμένα στην τοιχογραφία, δηλαδή Γοργοεπήκοος, Βρεφοκοατούσα , Φοβερά Προστασία, αλλά κράτησε για τον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι υπακούει γρήγορα στις δεήσεις των πιστών και κατ' επέκταση ότι η υπακοή παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη σωτηρία των ανθρώπων.



Μετά το θαύμα στο μοναχό Νείλο, στον οποίο χάρισε πάλι το φως του, η Παναγία μας θέλησε να δείξει μια άλλη ιδιότητά της, ένα άλλο χάρισμα για τη σωτηρία και την πνευματική προκοπή των ανθρώπων κι έδωσε στον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, τονίζοντας το έργο της διακονίας. Όπως και ο Υιός της, έτσι κι εκείνη διακονεί με άπειρους τρόπους τη σωτηρία μας. Κι όπως με την υπακοή της τότε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ συνέβαλε στη σωτηρία μας, έτσι και τώρα, ως υπακούουσα στα αιτήματά μας, επαναλαμβάνει με ταπείνωση: "ιδού η δούλη Κυρίου". Έτσι βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοϋπήκο. Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοϋπήκοο. Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.

_________________
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασάμενη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι,
Παρασκευὴ Ἀθληφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.