Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Η Παναγία στην νεότερη ποίηση


966411
Οι ποιητές μας, άγρυπνοι νυκτοφύλακες στις υψηλές σκοπιές του πνεύματος, μετουσιώσανε την πίστη σε λόγο, το στοχασμό σε στίχο. Και αγγίζοντας το αθέατο βάθος της ψυχής αυτού του λαού, ζωντάνεψαν με τον χρωστήρα τους τη συνείδηση της πίστης τους. Ελευθερωμένοι από την αβάσταχτη ελαφρότητα της καθημερινότητας ανοίξαν τομές στη ζωή, ακούμπησαν λειτουργικά την ψυχή του λαού. Την απογύμνωσαν αυτή την άδολη ψυχή και την χάραξαν στο χαρτί. Είναι ο ποιητικός λόγος, που γίνεται σημαία και φλάμπουρο μέσα στους αιώνες. Ταπεινός μύτος, που διαλύει τον κίνδυνο του λαβύρινθου. Και δίνει ώθηση ζωής εκεί που σταυρώνονται οι ιδέες, οι στόχοι, οι πόθοι, οι άνθρωποι, οι καρδιές μας.
΄΄ Ω Στρατηλάτισσα Κυρά σε σε τα νικητήρια!

Λαοί τον ύμνο πλέκουνε σαν το στεφανοπλόκο
Με χίλια βάγια δοξασμού Κρίνα λαχτάρας μύρια Ση χάρη σου Θεοτόκε.
Ψάλλει με τη δυνατή ποιητική του λύρα ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς. Και με τον τρόπο του αυτόν γίνεται ο ταπεινός ερμηνευτής της ψυχής του γένους μας. Σταλάζει σταγόνα- σταγόνα με την ποιητική διαίσθηση στο άψυχο χαρτί την πίστη και τη λατρεία του λαού μας σ’ εκείνη που έγινε το ΄΄μυστικό δοχείο΄΄ της Χάριτος του Θεού.
Και ο Αχιλλέας Παράσχος, θα σιγοψιθυρίσει μέσα σ’ έντονους λυγμούς αγάπης και αφοσίωσης.Εκείνος όπου του Θεού τη μάνα συλλογάται, Στην αγλκαλιά της αρετής, στη σκέπη Σου κοιμάται.
Και ο Άγγελος Σικελιανός θα τονίζει στο υπέροχο ποίημά του ‘’ύμνος στην Παναγιά΄΄.΄΄
κι εκεί που κάθομαι ψηλά, γαλήνιος και ωριμάζω
το νόημα φέρνει ο άνεμος θαμπούς κυματισμούς καμπάνας μέσα απ τα χωριά: λογαριάζω κι απεικάζω που κράζει για της Χάρης Της, τους Θείους Χαιρετισμούς.
Ο ίδιος ποιητής του ύψους αλλά και του μέτρου θα σημειώσει στον Δεκαπενταύγουστο του 1940.
΄΄Ω Εσύ των ουρανών, η Πλατυτέρα
που αγκάλιασες τα έθνη και τους λαούς
των λαών και των Εθνών η Θεία Μητέρα
π’ όλους της γης ξεχείλισες τους ναούς΄΄.
Δεν υστερεί βέβαια και ο ποιητής Γεώργιος Βερίτης. Με μια ταπεινή και δυνατή κραυγή αγάπης στην Παναγία θα ξεσπάσει στο ποίημά του ΄΄Ελλήνων ύμνος΄΄.
΄΄Ω Χαίρε, χαίρε αθάνατη Παρθένα και Μητέρα. Μεσ στου πολέμου την οργή και μες στην καταιγίδα σε σένα υψώνεται η ψυχή κι ο νούς μας νύχτα μέρα. Ω Θεία του Γένους και γλυκειά, παρηγοριά κι ελπίδα για την αναπάντεχη χαρά, για την τιμή την τόση.
Ο Στέφανος Μπολέτσης με το δικό του ποιητικό τόνο θα καταθέσει :
Της Υπερμάχου τ’ όραμα ακολουθάμε ορθά, ενάντια στων μυρίων τα τόξα. Κι η Μεγαλόχαρη μας οδηγεί από τη μαστών άλλη νίκη, από τη μια στην άλλη δόξα.
Πλήθος απέραντο είναι οι καταγραφές των ποιητών μας για την Παναγία χαράγματα ψυχών πάνω στο χαρτί.
Ο γνωστός σύγχρονος ποιητής Ν. Τυπάλδος στο έργο του ΄΄Παναγίες της Κρήτης΄΄ θα αφήσει ελεύθερο το στοχασμό του να γίνει λόγος και γραφή. Και με τον απλό αλλά βαθύτατα πνευματικό του στίχο, θα σταλάξει την ελπίδα της λυτρωμένης καρδιάς του στις δικές μας καρδιές, που είναι δικτυομένες στην απελπισία της καθημερινότητας, και γι αυτό ζητάμε φως, παρηγοριά στο ημίφωτο και στους πνιχτούς ΄΄φωσφορισμούς των τάφων΄΄ της σκοτεινής πια ζωής μας.΄΄ Τέξασα ζωήν. Παναμώμητε αγνή Παρθένε
Ιδού ψηλά στην κόγχη του ιερού βήματος,
Άγγελοι δύο ιερουργούν. Μεγαλοφτέρουγοι μ’ άσπρα πολ,ύπτυχα στιχάρια Φέροντες τον ΄΄Θυόμενο΄΄ επάνω σε δισκάριο΄΄.
Το ποίημα είναι πάντοτε ένας τοκετός. Βαθύς πνευματικός τοκετός που φέρνει στην επιφάνεια την εσωτερική σιωπηλή και μυστική διεργασία μιας επώδυνης επώασης. Είναι ζωντανά ξεσπάσματα και σπαρακάρδιες κραυγές της ανέγγιχτης ανθρώπινης ψυχής, που βγαίνει στη θέαση του κόσμου σαν ταπεινός και ασυνόρευτος διδάχος, αλήθειας και ζωής. Γι αυτό και οι ποιητές με το έργο τους αγγίζουν την ψυχή του κόσμου και σημαδεύουν λυτρωτικά την πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας.
Για διδαχή οριοθέτηση ζωής και ανοίγματα αλήθειας ΄΄Άξιον εστί΄΄ θα φωνάξει σύγχρονος ποιητής. Και ο λόγος του θα περάσει σαν φωτεινή δέσμη μέσα στην περίτρομη κοινωνία των ανθρώπων, σχίζοντας το σκοτεινό της πέπλο, δίνοντάς της απροσμέτρητη ομορφιά. Πάναγνη Μητέρα του Χριστού Φωταυγή του νού μας Δόξα και χαρά του Ουρανού Σκέπη του λαού μας.
Με τούτα τα απίθανα ποιητικά φτερουγίσματα ζωγραφίζεται η πίστη του λαού μας στη Θεία μορφή της Παρθένου. Ο λόγος των ποιητών σφίγγει με την αγωνία και τη λαχτάρα των απλών ανθρώπων και μετουσιώνεται σε ύμνο και αναβαθμό κατάνυξης, για να γίνει τέλος δύναμη λυτρωτική και ανάσα ελευθερίας. Εδώ πραγματοποιείται η πίστη και η ελπίδα στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Εξάλλου ΄΄ ο ποιητής΄΄ ο κάθε ποιητής μέσα στην πλοκή των σκελετωμένων ονείρων του, αφήνεται στην ορμή των ανέμων της νοσταλγίας του, αυτή την υπαρκτή για όλους Θεότητα που συγκροτεί το δεύτερο εαυτό μας. Και είμαστε όλοι ποιητές. Είτε ζούμε την μυστική ιερουργία του ασίγαστου πάθους μιας αμόλυντης πίστης, είτε σμιλεύουμε πάνω στο σκληρό αμόνι της αγχώδους ζωής μας, την ολοκλήρωση του είναι μας. Έτσι με ακλόνητη πίστη συμμετέχουμε στον σημερινό εορτασμό της Θεοτόκου. Και όχι μονάχα στον σημερινό εορτασμό. Σε κάθε ανάσα της ζωής μας, που σαν εκρηκτικό ξέσπασμα φλογισμένου ηφαιστείου, ελευθερώνει ασταμάτητα τους μυστικούς ατμούς του άγχους και της αγωνίας, του πόνου και της χαράς μας, της ελπίδας και του απελπισμού μας. Η Παναγία μας στέκεται πιστός και άγρυπνος βιγλάτορας στην πόρτα της ψυχής μας. Ταπεινή αυτή οδηγήτρια, επιθυμεί ελεύθερα να μας ανοίξει δρόμους ζωής και να φτερώσει τις ψυχές μας προς τον όμορφο κόσμο που αγιάζει, ευλογεί και στηρίζει η αγάπη του Θεού.
Κι εμείς στεκόμαστε και αντιστεκόμαστε με την επικίνδυνη απόκλιση της ζωής μας, σ’ αυτή την προσμονή της Παρθένου. Βηματίζουμε αδιάφορα ξεπερνώντας την ιστορία και την παράδοση μας που είναι ζυμωμένα μέσα στα καυτερά δάκρυα και την ανήσυχη παρουσία της Παρθένου δίπλα μας. Σ΄ όλους τους χώρους αναδύεται η ελπίδα της Θεοτόκου, η ζωή του Χριστού. Παντού φωτίζει ο ήλιος της Φανερωμένης. Όλα τα σκεπάζει η απέραντη αγκαλιά της Πλατυτέρας, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Την απέραντη κτίση και στην άπειρη ψυχή μας. Η Θεοτόκος πνευματικός οδηγός, ρίχνει φως στον απύθμενο και αταπείνωτο βάθος των καρδιών μας. Όσο και αν ΄΄η ιστορία ρουφάει το σήμερα με ό, τι βρει μπροστά της΄΄ η παράδοση ανέγγιχτη ψηλαφίζει το θαύμα, προβάλει το γεγονός και σιωπηρά μετουσιώνει την ανθρώπινη ζωή σε δύναμη αθανασίας. Γιατί τώρα και πάντοτε, η Παναγία στήνει γέφυρες εκεί που η αλλοτρίωση και ο απρόσωπος τεχνολογικός μας πολιτισμός, χώρισε καρδιές, ρήμαξε ψυχές και αποξένωσε τους ανθρώπους. Ανακουφίζει και παρηγορεί. Προστατεύει αδιάκοπα γιατί έχει την ΄΄παρρησία στο θρόνο του Υιού της. Γι αυτό ΄΄μια μεσιτεία ένας λόγος, ένα νεύμα έχει τη δύναμη να αλλάξει τη θεία ορμή και αγανάκτηση σε φως, έλεος, ευσπλαχνία΄΄ έγραφε ο διδάσκαλος του Γένους Ηλίας Μανιάτης.
Ήλθε η ώρα και σήμανε η στιγμή μιας αλλιώτικης πορείας. Όχι στις εξωφρενικές και τόσο θολές βουνοκορφές της υλιστικής Θεομηνίας που σαρωτικά συντρίβει ψυχές και διαλύει καρδιές. Αλλά στις εύφορες πεδιάδες της Ελληνορθόδοξης παράδοσής μας για να σταθεί και να ζήσει τούτος ο κόσμος, τούτος λαός και θέλουμε να ζήσει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
http://e-ptolemeos.gr/?p=58398#ixzz2vIGO9rFI

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής για την Κοίμηση της Θεοτόκου


O-Agios-Maximos-o-omologitis-gia-tin-Koimisi-tis-Theotokou«S.Drekou»aenai.epAnastasi
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής 
για την Κοίμηση της Θεοτόκου 
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ', 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.

Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν.

Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου.

Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου (Ἆσμ. ἀσμ. β', 10 και 13).

Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».

Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν».

Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38).

Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον.

Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς.

Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών.

Παναγία: Θεός ή Άνθρωπος;



Παναγία: Θεός ή Άνθρωπος; 
π. Παντελεήμων Kρούσκος, θεολόγος 
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου 

Η υπερβολική λατρεία πού τρέφει το γένος των Ελλήνων ορθοδόξων Χριστιανών για την Υπεραγία Θεοτόκο, γεννάει κάποιους προβληματισμούς και σκέψεις για την κύρια θέση της στην Εκκλησία. Αρχικά, απαξιούμε και να ασχοληθούμε με τις νεοπροτεσταντικές κακοδοξίες επανανηψάντων και αναγγενημένων homo sapiens των εκ της Βαβυλωνίας προερχομένων και υιοθετησάντων συν τοις δολλαρίοις και εκ των δολλαρίων την απόρριψη τιμής στην Θεοτόκο, ξεχνώντας την βαθιά αγάπη των αφελών προπατόρων τους στην Παναγιά των Ελλήνων.

Στην ορθόδοξη πίστη μας δεν έχουμε συστηματικό κλάδο μελέτης πού να λέγεται Μαριολογία, όπως οι Λατίνοι. Ακόμα και η ιερά μετάσταση της Θεοτόκου δεν είναι δόγμα, αλλά θεολογούμενο, πού πάει να πει ισχυρά και γενικά αποδεκτή παράδοση, πού απορρέει από το ξεκάθαρο και αποσαφηνισμένο δόγμα της Ανάστασης του Χριστού, της κοινής ανάστασης και της Ξεχωριστής θέσης της Θεοτόκου, πού αγιάστηκε από τον Θεανδρικό τόκο, έμεινε άφθορος και αειπάρθενος, κατέστη ναός του Πνεύματος και Νύμφη του Πατέρα. 

Γι αυτό και κάθε δυτικότροπη εικόνα της ενσώματης μετάστασης είναι σχεδόν απορριπτέα και μόνον αποδεκτή αν έχει περιγραφικό ιστορικό χαρακτήρα. Η στέψη ή η αποθέωση της Παναγίας, γέννημα του υπερουμανισμού και του φεουδαλιστικού μεσαίωνα, μας αφήνει αδιάφορους. Απορρίπτουμε επίσης την conceptio immaculata, την άμωμο σύλληψη δια της αγίας Άννας πού ενεφύη στους ειδωλολατρικούς κύκλους των σεντιμενταλιστών.

Η Θεοτόκος από την ορθόδοξη δογματική θεωρείται ΜΟΝΟΝ μέσω της Χριστολογίας και της Σωτηριολογίας. Δεν μπορείς να θεολογήσεις για την Υπεραγία Μαρία εκτός του Χριστού και δεν μπορείς να κάνεις χριστολογία αν δεν αναφερθείς στην συμβολή της Θεοτόκου, της επάξιας εκπροσώπου της ανθρωπότητος. 

Γι αυτό και στην ορθόδοξη απεικόνιση της η Θεοτόκος σπάνια εμφανίζεται χωρίς τον Χριστό. Είναι η κλείδα και η θύρα της κατανόησης του μυστηρίου του Θεανθρώπου!

Και παρόλο πού δεν καταφεύγουμε σε υπερβολές και κακοδοξίες για το πρόσωπο της, κατασκευάζοντας στην ουσία μια αγία Τετράδα και καλύπτοντας το θρησκειολογικό κενό της γυναίκας θεότητας, όπως κάνουν οι λατίνοι, ομολογούμε και λέμε πώς Αυτή κατέχει τα δευτερεία της Τριάδος. Είναι πάνω απ' όλους και κάτω μόνον από τον Θεό. Είναι το προσφιλέστερο και καθαρώτερο πρόσωπο, είναι η κλίμακα πού ενώνει γη και Ουρανό. Και άλλωστε είναι η πρώτη επάξια να φέρει τον τίτλο του κατά χάριν θεού, διότι όχι μόνον προκάλεσε την θέωση, αλλά και ηγιάστηκε σαν πρώτο πρότυπο του Υιού της και δεύτερον πρότυπο για τους ανθρώπους μετά τον Χριστό.

Η θεώρηση της Θεοτόκου αποκλειστικά και μόνον δια της Θεωρήσεως του Χριστού, δεν την μειώνει διόλου. Αντίθετα την εξυψώνει και την συνδέει άμεσα με τον Θεό και Υιό της. Και δια της ομολογίας του σχεδίου του Υιού της για τον άνθρωπο, στην κάθε φορά πού γίνεται λόγος για σάρκωση και ενανθρώπηση του Θεού, μεγαλύνεται και μακαρίζεται η ίδια. Εκ των αγνών σου αιμάτων-ψάλλουμε- ο Θεός εσαρκώθη Θεοτόκε! Και αυτό είναι το μέγιστο και κύριο πού μπορεί να της αποδοθεί!

Τέλος, χαιρόμαστε για την ανθρώπινη της φύση. Είναι αυτή- το ομολογούμε ξανά και ξανά- πού συνέβαλε για λογαριασμό του ανθρωπίνου γένους στο σχέδιο της θεϊκής οικονομίας. Αποθεώνοντας την Θεοτόκο, εξοβελίζουμε τον άνθρωπο από τούτο το σχέδιο και ακυρώνουμε κάθε δόγμα χριστολογικό και σωτηριολογικό. Τιμή και καύχημα και καμάρι μας πού αυτή ο Ναός του Αχωρήτου Θεού, είναι γέννημα δικό μας, γέννημα των ανθρώπων. Μετά την Παναγιά δεν έχουμε να καυχώμαστε για τίποτα άλλο.


δεκαπενταύγουστος 2013
π.Παντελεήμων Kρούσκος

www.sophia-ntrekou.gr

Η Κοίμησις της Θεοτόκου: Άρθρο του Αλ.Παπαδιαμάντη (15 Αυγούστου 1887)


Αέναη επΑνάσταση ·Η Κοίμησις της Θεοτόκου Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«Η Κοίμησις της Θεοτόκου» Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 15 Αυγούστου 1887.
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.

Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά.

Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;... Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον».

Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. 


Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». 

Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.


Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περι της Παναγίας Θεοτόκου


ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.

Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3. Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί - υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5· Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42). Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, - όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48· Πρβλ. Β΄, 9).

Η Παναγία εις την Νεοελληνικήν Ποίησιν



theotokos
Ασχολούμένος άλλοτε με το θέμα της Παναγίας και της συλλογής    «Άνθη ευλαβείας» έγραφα ότι η Παρθένος, η γλυκεία μήτηρ του  Θεανθρώπου, σύμβολον αγιωσύνης και αγνότητος, αλλά ταυτοχρό·  νως και μητρικής αγάπης και πόνου, απετέλεσεν εις όλας τας επο
a χάς θέμα ιδιαιτέρως προσφιλές εις τους ποιητάς, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι της εποχής μας, και εις την ορθόδοξον Ανατολήν και εις την καθολικήν Δύσιν.
Εις την φιλολογίαν αυτήν, την πρώτην θέσιν κατέχει αναμφιβόλως η βυζαντινή υμνογραφία. Ουδέποτε άλλοτε η μορφή της Θεοτόκου εύρε τόσον υψηλόν, τόσον λυρικόν και τόσον εμπνευσμένον από βαθυτάτην πίστιν ύμνον:
                                      Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει,
                                      Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει...
                                      Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
                                      Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς...
θα ψάλλουν προς την Θεομήτορα οι απελευθερωθέντες εκ του εχθρικού κινδύνου Βυζαντινοί, ο δε νεώτερος Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως, Ρωμανός ο Μελωδός, θα υμνήση κατά τον συγκινητικώτερον τρόπον τον πόνον της δυστυχούς Μητρός, ήτις βλέπει αγόμενον εις τον βωμόν του μαρτυρίου και της θυσίας το ίδιον αυτής τέκνον:
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον ηκολούθη Μαρία τρυχομένη  μεθ’ ετέρων γυναικών
Και εις τας επομένας εποχάς, η ελληνική μούσα δεν έπαυσε να αφιερώνη εις την Θεοτόκον ωραιότατους στίχους, πλήρεις αγάπης, θαυμασμού και ικεσίας, πολλά δε ποιήματα εγράφησαν εις δόξαν της Παρθένου είτε κατ’ απομίμησιν των «Χαιρετισμών», είτε και όλως πρωτότυπα.
Μεταξύ των ποιημάτων τούτων, ιδιαιτέρας μνείας είναι άξια τα στιχουργήματα τα περιεχόμενα εις μίαν ιδιόρρυθμον συλλογήν, γνωστήν υπό τον τίτλον «Άνθη ευλαβείας» (2), οφειλομένην εις τους τροφίμους του γνωστού Φλαγγινικού ιεροδιδασκαλείου, το οποίον είχεν ιδρυθή εις Ενετίαν με κληροδότημα του Θωμά Φλαγγίνου και του οποίου η λειτουργία ήρχισεν από το έτος 1664.
Εις την συλλογήν ταύτην, της οποίας ο πλήρης τίτλος είναι «Άνθη ευλαβείας, εκχυθέντα εις την πανένδοξον μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας παρά τινών του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου τροφίμων τε και σπουδαίων, επιστασία και επανορθώσει του πολυμαθεστάτου αυτής ιεροδιδασκάλου Ιωάννου Πατούσα του εξ Αθηνών Γυμνασιάρχου του ρηθέντος φροντιστηρίου και πανευλαβώς αφιερωθέντα τω Πανιερωτάτω και Σοφωτάτω Κω Κω Μελετίω Τυπάλδω Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας Τπερτίμω και Εξάρχω πάσης Άυδίας και των εν ταις κλειναίς Ενετίαις Ελλήνων αξιοπρεπεστάτω προέδρω Ενετίησιν αψη» (1708), δημοσιεύονται πεζογραφήματα και ποιήματα αφιερωμένα, κατά το πλείστον, εις την Παναγίαν.
Πρόκειται περί έργων, αν όχι εξαιρετικής σημασίας, πάντως αξιόλογων, ιδία όσον αφορά εις την πρωτοτυπίαν και τον χρόνον της συνθέσεως αυτών, περί των οποίων ο Δημαράς γράφει τα εξής: «Πολλή τέχνη, αλλά και πραγματική ποιητική εμπνεύση επεξεργάζονται τα ποιήματα αυτά, που αποτελούν την πρώτη μεγάλη επίτευξη ύστερ’ από τα χρόνια της Κρήτης. Είναι πραγματικά άνθη με όλο το άρωμά τους, με τη γοητεία των ποικίλων χρωμάτων τους· αλλ’ άνθη φυτεμένα μέσα σ’ ένα θερμοκήπιο: αν δένουν με τα περασμένα όμως δεν δημιουργούν προηγούμενο. Η εμφάνισή τους έχει κάτι τεχνητό, που φανερώνεται όχι μόνο στην κατασκευή τους, αλλά και στο γεγονός ότι έμειναν χωρίς συνέχεια» (3).
Ιδού εν δεκατετράστιχον της συλλογής, το οποίον οφείλεται εις τον Αντώνιον Στρατηγόν, λόγιον καταγόμενον μεν εκ Κρήτης, γεννηθέντα δε εις Κέρκυραν, και έχει τον τίτλον: «Ότι ο θάνατος της Θεομήτορος εστάθη θεϊκή αγάπη»:

Ο Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περι της Παναγίας Θεοτόκου


ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.

Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3. Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί - υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5· Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42). Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, - όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48· Πρβλ. Β΄, 9).
Αλλά ο μακαρισμός αυτός και η δοξολογία της Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν είναι μόνον «ιερός ύμνος», είναι ταυτοχρόνως και θεολογία, δηλαδή ορθή «δόξα» και ορθός «λόγος» περί των αρρήτων μυστηρίων του Θεού μέσα εις την Οικονομίαν της σωτηρίας τα οποία επραγματοποιήθησαν δια της Παναγίας. Διότι και ο Θεός και η Παναγία δεν δοξάζεται, ει μη με την ορθο-δοξίαν. Δια τούτο εις την ποίησιν και την υμνολογίαν της Εκκλησίας και εις τους υμνολογικούς και πανηγυρικούς λόγους των αγίων Πατέρων μας ευρίσκομεν προ παντός τα ορθόδοξα δόγματα. Έτσι και οι περί Παναγίας πατερικοί λόγοι και ομιλίαι και ύμνοι αποτελούν μίαν δογματικήν παράδοσιν. Αυτό ισχύει κατ΄ εξοχήν δια τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, του οποίου έχομεν ενώπιόν μας τας τέσσαρας Θεομητορικάς Ομιλίας. Δι΄ αυτό, παρ΄ όλον ότι τα κείμενα των Ομιλιών αυτών έχουν μορφήν ποιητικήν, παρακαλείται ο αναγνώστης να προσέξη ιδιαιτέρως εις την θεολογίαν των. Δια να τον διευκολύνωμεν θα δώσωμεν, μετά σύντομον παρουσίασιν του Βίου το Δαμασκηνού, σύνοψιν της διδασκαλίας του περί Παναγίας Θεοτόκου βάσει των Ομιλιών αυτών και των υπολοίπων έργων του· εν συνεχεία θα σχολιάσωμεν πολλά εκ των χωρίων των Ομιλιών, δια να έλθη ακριβώς εις φως ο «Ορθόδοξος πλουτισμός» της θεολογίας9 του.
Α΄
Βίος Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Τον Βίον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού συνέγραψεν το πρώτον αραβιστί ο ιερομόναχος Μιχαήλ, από την Μονήν του Αγίου Συμεών του εν Θαυμαστώ Όρει πλησίον της Αντιοχείας, κατά το έτος 1085 με την βοήθειαν πιθανώς του Πατριάρχου Αντιοχείας Ιωάννου10. Ο Βίος αυτός μετεφράσθη εις την ελληνικήν δια πρώτην φοράν υπό του Σαμουήλ, Μητροπολίτου Αδάνων (μεταξύ 1086-1100), κατόπιν δε υπό του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ιωάννου του Η΄(1106-1156)11, εις την μετάφρασιν δε αυτήν βασίζεται ο ολίγον τι εκτενέστερος Βίος του Αγίου, γραμμένος από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Ιωάννην τον Θ΄ τον Μερκουρόπουλον (1156-1166)12.
Ο άγιος Ιωάννης εγεννήθη εις την Δαμασκόν κατά το δεύτερον ήμισυ του Ζ΄ αιώνος «εκ χριστιανών και ορθοδόξων γονέων καταγόμενος». Ο πατήρ του, ονόματι Σέργιος εκ της παλαιάς οικογενείας Μανσούρ, ήτο «ανήρ τα μάλιστα ευσεβής», αλλά και επιφανής και πλούσιος και είχε το αξίωμα του «επιτρόπου (διοικητού) των δημοσίων πραγμάτων» ή του «λογοθέτου» εις τα ανάκτορα του Χαλίφου της Δαμασκού (του Άμπδ-ελ-Μαλέκ: 685-705). Μετά το βάπτισμα του Ιωάννου η μητέρα του εκοιμήθη και ο πατέρας του υιοθέτησε ένα ορφανό παιδί, τον γνωστόν ως αδελφόν του αγίου Δαμασκηνού, τον εξ Ιεροσολύμων Κοσμάν τον Μελωδόν (μετέπειτα επίσκοπον Μαϊουμά), διότι ήτο άνθρωπος λίαν φιλόχριστος και φιλάνθρωπος και την μεγάλην περιουσίαν του «εις αιχμαλώτων λύτρον συνεχώς επεμέτρει». Είχε δε και την φροντίδα όχι μόνον δια την σωματικήν ανατροφήν των τέκνων του αλλά και δια την κατά Χριστόν παιδείαν των: «όπως αν την αλογίαν καθυποτάξαιεν και βασιλείς ορθώσι παθών και τους αγρίους θήρας, τους δαίμονας, κατατρώσαιεν». Ως διδάσκαλον των τέκνων του ο Θεός του έδωσε ένα σοφόν και άγιον μοναχόν, τον οποίον είχεν εξαγοράσει από την αιχμαλωσίαν των Σαρακηνών. Ούτος ήτο ο εκ Καλαβρίας Κοσμάς, «την τύχην μοναδικός, την φρόνησιν σταθηρός, τον βίον θεοειδής, το είδος σεμνοπρεπής». Ήτο μορφωμένος θεολογικώς, φιλοσοφικώς και ασκητικώς, ικανός να μεταδώση εις τους άλλους «όσα ψυχήν εξεικονίζειν οίδε προς το Πρωτότυπον», προς τον Θεόν. Ο Κοσμάς διδάσκει τον Ιωάννην και τον Κοσμάν την ανθρωπίνην και την θείαν σοφίαν, τ.ε. την φιλοσοφίαν (αριθμητικήν, γεωμετρίαν, αστρονομίαν, μουσικήν, ρητορικήν, διαλεκτικήν και ηθικήν) κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, και την ορθόδοξον Θεολογίαν κατά τους αγίους Πατέρας. Ιδιαιτέρως τους διδάσκει την άσκησιν εις την προσευχήν και την ταπείνωσιν: «δειν γαρ έκρινε πρώτως και ψυχήν και γλώσσαν και νουν ευχαίς αγιάζεσθαι», θέτων προ πάντων ως «θεμέλιον.... την ταπείνωσιν»13. Χάρις εις την υπακοήν και την σοφίαν των οι δύο νέοι προέκοπτον ταχέως, παραμένοντες όμως πάντοτε εν ταπεινώσει, όπως λέγει ο Βίος διά τον Ιωάννην: «ουκ εφυσιούτο τη γνώσει, αλλ΄ εταπεινούτο τω έρωτι της μυστικωτέρας σοφίας». Μετά ταύτα ο διδάσκαλός των, ο μοναχός Κοσμάς, παρεκάλεσε τον πατέρα του να του επιτρέψη να αναχωρήση εις τα Ιεροσόλυμα, όπου εκατεβίωσε εις την Μονήν του Αγίου Σάββα. Μετά τον θάνατον του πατρός του Ιωάννου ο χαλίφης της Δαμασκού (Ουαλίδ ο Α΄: 705-715) τοποθετεί τον Ιωάννην εις την θέσιν του «πρωτοσυμβούλου». Από την περίοδον αυτήν αρχίζει μάλλον ο άγιος Δαμασκηνός την συγγραφικήν του δράσιν, όπως φαίνεται από το έργον του «Κατά μονοφυσιτών Ιακωβιτών εκ προσώπου Πέτρου επισκόπου Δαμασκού» κ.ά.