Παρασκευή 6 Μαΐου 2016
Το φόρεμα της Παναγίας - Παναγία των Βλαχερνών (2 Ιουλίου)
Περί της τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, εις τον Ναόν των Βλαχερνών
Μια
«κρυφή» εορτή αφιερωμένη στη «Μητέρα του Φωτός» είναι και η «Κατάθεσις
της τιμίας Εσθήτος της Ύπεραγίας Θεοτόκου εν Βλαχέρναις» (473), όπως
αναφέρει το ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 2 Ιουλίου, ημέρα
που εορτάζεται επίσημα αυτό το γεγονός. Μάλιστα είναι η πρώτη και κυρία
εορτή την ήμερα αυτή. Όντως είναι «κρυφή» εορτή, υπό την έννοια ότι
ελάχιστοι γνωρίζουν για το θέμα αυτό, σε αντίθεση με την τίμια Ζώνη
που γνωρίζουν πολλοί. […] Πώς λοιπόν έχει το θέμα, η ιστορία του ιερού
αυτού κειμηλίου της Θεοτόκου πού ονομάζεται Εσθήτα και πώς έφθασε στην
Κωνσταντινούπολη;
Όταν
αυτοκράτορας ήταν ο Λέων ο Μεγάλος ο Μακέλλης, περί το 470 μ.Χ., δύο
Πατρίκιοι (αξιωματούχοι) αυτού, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος, από θείο πόθο
κινηθέντες πορεύθηκαν στους Αγίους Τόπους για προσκύνηση.
Περιδιαβαίνοντας τα ιερά Προσκυνήματα μετά την Γαλιλαία και τη Ναζαρέτ,
κατά θεία οικονομία, όπως αποδείχθηκε, βρέθηκαν σε ένα χωριό της
ευρύτερης περιοχής και απεφάσισαν να διανυκτερεύσουν στο σπίτι μιας
σεβάσμιας γερόντισσας Χριστιανής Εβραίας. Εκεί λοιπόν οι δύο Πατρίκιοι
είδαν ότι συνέχεια του κυρίως σπιτιού υπήρχε
και άλλος κλειστός χώρος και εκεί υπήρχαν κάποιοι ασθενείς άνδρες και
γυναίκες, με λαμπάδες και λιβάνια προσευχόμενοι. Από το χώρο δε αυτό
ερχόταν και μια άρρητος ευωδία. Ήταν τόσο φυσικό να ρωτήσουν τη
σεβάσμια γερόντισσα και αυτή απάντησε: «Ο Θεός πρόσταξε και γίνονται εις
τούτον τον οίκον μεγάλα θαυμάσια: δαίμονες από τους ανθρώπους
διώκονται, τυφλοί αναβλέπουσι. χωλοί περιπατούσι και πάσα άλλη ανίατος
ασθένεια θεραπεύεται στους προσερχόμενους με πίστη». Και αυτοί είπαν:
«Και πόθεν έλαβε εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα; Παρακαλούμεν να
μας ειπείς δια την άγάπην του Θεού, ότι και ημείς δια να δοξάσωμεν τα
θεία Μυστήρια ήλθομεν από τόπον μακρινό να προσκυνήσωμεν».
Αμέσως φάνηκε ότι δεν ήθελε να φανερώσει την υπόθεση. Συμπλήρωσε μόνο: «Άλλο δεν ήξεύρω να σας ειπώ, ει μη μόνον, ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της θείας χάριτος». Τότε οι δύο άρχοντες διέγνωσαν ότι κάτι μεγάλο μυστήριο κρύπτεται Εκεί. Έτσι την παρακάλεσαν και την εκολάκευσαν να τους πει την όλην αλήθεια και ότι δεν έχει να υποστεί βλάβη η ζημία αφού αυτοί είναι ξένοι και φεύγουν. Τότε η σεμνή εκείνη γυναίκα τους είπε: «Από την ώραν που επιστεύθη Τούτο το θείον Μυστήριον δεν το φανέρωσα τίνος ουδέποτε, καθώς και οι πρόγονοί μας δεν το ομολόγησαν τινός ανδρός κατά τον όρκο οπού αλληλοδιαδόχους ελάβομεν, αλλ' επειδή βλέπω από τους λόγους σας ότι είσθε άνθρωποι ευλαβείς και αιδέσιμοι.
Θέλω να σας ειπώ εξ αρχής την υπόθεσιν αλλά να μην ομολογήσετε το πράγμα εις άλλον τινά αλλά να φυλάξετε κεκρυμμένο το μυστήριον. Γινώσκετε ότι εις τούτον τον ταπεινόν οικίσκο είναι πεφυλαγμένο ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιο του οποίου η χάρις και θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια». Συγκλονίστηκαν οι δύο η δε γερόντισσα συνέχισε:
«Αύτη η Θεία Παρθένος Θεοτόκος εις τον καιρόν της Κοιμήσεως, είχε δύο γυναίκας παρθένους πολύ οικείας, εις τας οποίας χάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους φορούσε η Δέσποινα να τας έχουν χάριν ευλογίας. Μία από αυτάς τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου και εις τον θάνατον της αφήκεν άλλην παρθένον συγγενή αυτής αυτό το θείον ιμάτιον και αυτή άλλης κατά διαδοχή παραγγέλλουσαι να μην το ομολογήσουν, και ούτω κατήντησε εις εμέ την ανάξια και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμο».
Με
πολλή συγκίνηση ευχαρίστησαν τη γυναίκα και τόνισαν ότι στα όρια της
Παλαιστίνης δεν θα αναφέρουν ότι άκουσαν. Την παρακάλεσαν ακόμη να
επιτρέψει να κοιμηθούν στον ιερό αυτό χώρο για να προσευχηθούν έτι
περισσότερον και λάβουν χάρη και ευλογία. Η γυναίκα δέχθηκε και τους
ετοίμασε όπως μπορούσε. η χαρά και συγκίνηση τους έφθασαν έως δακρύων.
Προσευχόμενοι και ευχαριστούντες την Παναγία πού τους αξίωσε τέτοιας
χάριτος, ελάχιστα κοιμήθηκαν. Όταν διαπίστωσαν ότι μέρος των ασθενών
είχαν σε άλλο χώρο κοιμηθεί διότι οι πολλοί είχαν φύγει, πήραν ακριβώς
τα μέτρα (διαστάσεις) του κιβωτίου εκείνου. Το πρωί αφού ευχαρίστησαν τη
γυναίκα αποχαιρετώντας την της είπαν, ότι πριν αφήσουν την Παλαιστίνη
θα περάσουν να προσκυνήσουν και θα τις φέρουν από ευγνωμοσύνη δώρα.
Στη συνέχεια κάπου στα Ιεροσόλυμα βρήκαν έναν ξυλουργό και του είπαν να τους ετοιμάσει, από παλαιά ξυλεία κιβώτιο σύμφωνα με τα μέτρα πού του έδωσαν. Έτσι μετά παρέλευση ημερών ξαναβρέθηκαν (με το κιβώτιο εντός σάκου), στο χωριό εκείνο και στο σπίτι της γερόντισσας. Έχοντες μαζί τους τα αναγκαία φαγητά έφαγαν με τη γυναίκα και συνευφράνθησαν. Και πάλι θέλησαν να κοιμηθούν εντός του ιερού εκείνου χώρου για χάρη και ευλάβεια, όπως και έγινε. Αυτοί έχοντας το γνωστό τους σκοπό είχαν στο βάθος και ένα φόβο μήπως δεν είναι θέλημα της Παναγίας η τολμηρή ενέργεια πού θα πράξουν. Έτσι προσευχόμενοι με δάκρυα εδέοντο στη Θεομήτορα να τους ελεήσει για ότι θα πράξουν. Μεταξύ άλλων είπαν και τούτο εκείνη τη νύκτα. «Πιστεύομεν ότι είναι ορισμός σου και θέλημα να έλθη και αυτός ο πολύτιμος θησαυρός εις την τιμώσαν σε πόλιν, την σήν επώνυμο, εις ασφάλεια και περιποίησιν των ορθοδόξων δούλων σου και σωτηρίαν διαιωνίζουσαν δια Τούτο τολμώμεν να εγγίσωμεν οι ανάξιοι εις το ιερόν Τούτο κιβώτιο και η χάρις σου να μας συγχώρηση την τόλμη μας». Έτσι εκείνη τη νύκτα τρέμοντες αλλά και χαίροντες έκαναν αλλαγή κιβωτίων χωρίς να διακρίνεται τίποτε το επιλήψιμο. Το πρωί όλα ήταν φυσιολογικά, χωρίς να εννοήσει η απονήρευτη γερόντισσα το συμβάν, την αποχαιρέτησαν με πολλές ευχαριστίες, έφυγαν μετά ανεκλάλητης χαράς για τη Βασιλεύουσα [σημ. του blog μας: ο Θεός να τους αναπαύσει - ελπίζω να μην τους βαραίνει η αμαρτία αυτής της απάτης. Δες και σχόλια στο άρθρο, πιο κάτω].
![]() |
| Ο αυτοκράτορας και η συνοδέια του ασπάζονται την τιμία εσθήτα στην ΚΠολη (από εδώ) |
Φθάσαντες,
σκέφθηκαν να μην ομολογήσουν αρχικά το γεγονός. Έχοντες προσωπικό χώρο
πλησίον του Κερατίου Κόλπου, ο οποίος ονομάζεται Βλαχέρναι, έκτισαν ναό
στο όνομα των Αποστόλων Πέτρου και Μάρκου, και όχι της Θεοτόκου για να
μη δώσουν στόχο. Εκεί έθεσαν το ιερό κιβώτιο και φρόντισαν να γίνονται
ιεροπραξίες. Όμως η Χάρη της Παναγίας ενεργούσε θαύματα και το θέμα
έπαιρνε διαστάσεις. Έτσι ανακοίνωσαν στον αυτοκράτορα Λέοντα το όλο θέμα
το τι έφεραν από τους Αγίους Τόπους, και ο οποίος χάρηκε υπερβαλλόντως
για το χαρμόσυνο γεγονός και τίμησε τούς δύο Πατρικίους και τους
μακάρισε πού ο Θεός τους αξίωσε να φέρουν τέτοιο θησαυρό στην Πόλη. Πάραυτα πήγε στο Ναό και προσκύνησε με συγκίνηση την Εσθήτα της Παναγίας (είδος γυναικείου φορέματος).
Τιμώντας ο Βασιλεύς το ιερό κειμήλιο κατασκεύασε ειδικό κουβούκλιο και
περιτύλιξε την Εσθήτα με πορφυρίδα βασιλική και έβαλε σε ειδική θήκη την
οποία σφράγισε με βούλα και υπογραφή. Το επίσης σπουδαίο, τον υπάρχοντα
μάλλον ναό της Θεοτόκου πού νωρίτερα είχε κτίσει η Πουλχερία,
επεξέτεινε ο Λέων σε μεγαλοπρεπή προς χάρη της Παναγίας, τον γνωστό και
με τόση φήμη Ναό των Βλαχερνών, και εκεί έθεσε την ιερά Εσθήτα. Ώστε ο
Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών με την τόση ιστορία έγινε προς χάρη του
ιερού κειμηλίου. Όσο ζούσαν οι δύο Πατρίκιοι αλλά και ο Λέων είχαν μια
συνεχή σχέση με το Ναό αυτό και την αγία σορό, όπως ονομάσθηκε η
κατάθεση της Εσθήτος, και θεσπίστηκε η εορτή στις 2 Ιουλίου.
Ο μεγαλοπρεπής αυτός Ναός με τον πνευματικό θησαυρό εντός, πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε μάλλον έγινε το μεγαλύτερο Προσκύνημα της Κων/λεως. και αφού το Προσκύνημα συνοδευόταν από ποικίλα θαύματα για χίλια χρόνια έως φυσικά την άλωση. Πέραν αυτών η Θεοτόκος Δέσποινα με ιερό «ορμητήριο» το Ναό αυτό συνέδραμε σε κινδύνους και επιδρομές, σε λιμούς και λοιμούς και οποία λυπηρά τους κατοίκους της Πόλεως. Αυτός ο Ναός ήταν και το κέντρο «αμύνης» στην επίθεση των Αβάρων. Εκεί εψάλη ο Ακάθιστος Ύμνος.
Σε μεταγενέστερους από τότε χρόνους, μετά το σωτηριώδες τέλος μιας πολιορκίας της Κων/λεως, ο Πατριάρχης για ευχαριστίες της Παναγίας αλλά και την τόνωση του λαού κάλεσε άρχοντες και αρχόμενους και έκαναν μεγάλη περιφορά με την Εσθήτα φερομένη, μαζί και ο αυτοκράτορας του καιρού εκείνου χωρίς στέμμα, ταπεινά φερόμενος, ακολουθούσε ψάλλοντας με το λαό το «Κύριε ελέησον». Φθάσαντες και πάλι στο Ναό των Βλαχερνών έξω αυτού, σε ψηλή εξέδρα ο Πατριάρχης, αφού έκανε εκτενή δέηση, άνοιξε ενώπιον τόσου λαού την ιερά θήκη, πήρε στα χέρια του την ιερά Έσθητα της Θεοτόκου, την σήκωσε και βλέποντας την όλοι επευλόγησε ο λαός ψάλλοντας με άκρα συγκίνηση. Στη συνέχεια πέρασε κατά δεκάδες χιλιάδας ο λαός για ώρες πολλές και προσκύνησε το μοναδικό αυτό κειμήλιο της Παρθένου. Όντως μέρες δόξας και πίστης.
Πού πλέον ευρίσκεται η ιερά Έσθήτα;
«...Η εσθής της Θεοτόκου εν αργυρά επίχρυσω σορώ και εν ιδιαιτέρω παρεκκλήσιω, το όποιον εκαλείτο δια τούτο και «Αγία Σορός», κείμενον προς βορρά του Αγίου Βήματος, και κιτισθέν υπό Λέοντος του Μεγάλου, η εσθής αύτη ήτις ονομάζεται και «Μαφόριο» εκ του εβραϊκού μαφορά, δηλούντος σκέπασμα της κεφαλής, δεν ήτο κυρίως φόρεμα. Αλλά σκέπασμα - πέπλος, κεφαλής επικάλυμμα. Μαζί δε με άλλα κειμήλια μετακομίσθη εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ευρώπη, όπου εσώζετο εν τη "μονή των Τριβήρων" εν Γαλλία, ην δε εξ ερίων εύφθαρτων εξειργασμένον και η κρόκη και ο στημων ομοειδή και ομόχροα. και αδιάλυτο επί τοσαύτους αιώνας. Και διαμένει πάντως και μέχρι του νύν όπου και αν σώζεται. Εφερον δε αυτό οι αυτοκράτορες μεθ' εαυτών στρατεύοντες και το εκράτουν εν είδει σημαίας…» (ΒΙΒΛΙΟ «τα θαύματα της Παναγίας», 1890, σελ. 453).
Το
κείμενο αυτό λέει ότι η ιερά Εσθήτα από την Πόλη μετακομίσθη σε μονή
της Γαλλίας, προφανώς από τους Σταυροφόρους, στην οποια και μάλλον
υπάρχει.
Ως προς το Ναό των Βλαχερνών, το 1453 οι Οθωμανοί ερειπωμένη βρήκαν την βλαχερνίτισσα, για αυτό και ουδέποτε την «ορέχθηκαν» να την κάνουν τζαμί. Ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής μας πληροφορεί ότι είχε καεί το 1434 από απροσεξία κάποιον αρχοντόπουλων. Αργότερα την ξαναέκτισαν ξυλοστέγη βασιλική. Στα γεγονότα 6-7 Σεπτ. 1955 η Παναγία των Βλαχερνών υπέστη σημαντικές καταστροφές... Ανακαινίσθηκε το 1960 ταπεινός πλέον ο Ναός όπως τον βλέπουμε.
Ως προς την αρπαγή-κλοπή της Εσθήτος (μαφόριο της Θεοτόκου) από τη γυναίκα εκείνη φάνηκε ότι ήταν θέληση της Παναγίας να πάει στην Πόλη με όσα συνέβησαν για αυτή γύρω για χίλια χρόνια. Όπως δε είπε, δεν είχε πρόσωπο να την αφήσει. Μάλλον δεν θα έμαθε για την «κλοπή», οι δε ασθενείς μετά το θάνατό της θα έπαψαν να πηγαίνουν και τα τότε ιστορικά περιστατικά που η Χάρη Της άνοιξε αυτή την Ουράνια πηγή το ιερό μύρο. Κατά κανόνα, στην αρχή τα θέματα αυτά παίρνουν διαστάσεις, αφού η πίστη ακόμη και ολιγόπιστων και αδιαφορών κάποιες φορές «φουντώνει», ειδικά δε στην περίπτωση εκροής μύρου - σπάνια περίπτωση - συνοδεύεται από πληθώρα ποικίλων θαυμάτων με προεξάρχοντα πάντα τις σωματικές ιάσεις.
Στα γραφόμενα ότι η παρουσία του μύρου ενεργεί «άπειρα θαύματα τα όποια δηλοποιούν την αέναον αγάπην της Κυρίας Θεοτόκου», έχουμε μια συμπύκνωση της πλημμυρίδας των θαυμάτων και του παροξυσμού της αγάπης της Παντανάσσης προς τους πονεμένους και θλιμμένους πιστούς πού δέονται και παρακαλούν. Εδώ θέση έχει και το εξής: με το να μη κυκλοφορεί η Ιερά Μονή βιβλίο θαυμάτων, να μη δίνει δηλαδή έντονη έμφαση στην πληθώρα των θαυμάτων, είναι σαν να λέει: Προέχει η πίστη, η εν Χριστώ ζωή, η απόλυτη δηλαδή εμπιστοσύνη στη Χάρη Της, όπου αυτά υπάρχουν, ας σπεύδουν να προσπίπτουν μετά δέους και να λαμβάνουν όταν εκείνη το εγκρίνει. Και Τούτο διότι τα θαύματα πού τόσο εντυπωσιάζουν και τόση σημασία δίδεται, δεν είναι αυτοσκοπός. Βέβαια, η Παναγία θέλει να ανακουφίζει από αγάπη και έλεος, κυρίως όμως αποσκοπεί στην αύξηση της πίστεως, στη βίωση των εντολών του Χριστού, στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Ως προς την εκροή του μύρου στο κείμενο αναφέρεται ότι η παροχή οφείλεται «εις την άκτιστον ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος». Τόσο περιεκτική η φράση. Δεν λέει ουσία (του Θείου), καθότι παντάπασι απλησίαστη ανθρωπίνως, αλλά ενέργεια, οπότε γίνεται νοητό ότι η παροχή του Ιερού μύρου δεν είναι γήινο άγιασμα, δηλαδή νερό πού η Χάρη το μετατρέπει σε θεραπευτικό και πάντα διατηρήσιμο, αλλά μύρο προερχόμενο απευθείας από το Άγιο Πνεύμα, αφού το Ιερό αντικείμενο η εικόνα αναβλύζει όχι κάτι γήινο αλλά Ουράνιο. Όντως μυστήριο το φαινόμενο, και δεν λέμε ορθολογιστικά πώς συμβαίνει, αλλά γιατί συμβαίνει, για παροχή και για του τρόπου αυτού πλούσιου ελέους, χάρη σε αμαρτωλά πλην πιστεύοντα τέκνα της Εκκλησίας.
Ως προς την έκταση της φήμης πού έχει πάρει η Χαριτόβρυτος Ιερά Εικόνα, ο Καθηγούμενος π. Δωρόθεος τονίζει ότι:
«Το μέγα αυτό θησαύρισμα της γεραράς ημών Μονής, εις ην καταφθάνουν καθ' ημέραν απ' όλον τον κόσμον πλήθη ψυχών και εναποθέτουν προ των ποδών Της τους πόνους, τας θλίψεις και τα αιτήματα των με άμετρο εμπιστοσύνη κομίζοντες εξ αυτής την δύναμιν και παρηγοριά δια την ουρανοδρόμον πορείαν των και της δωρεάς τα ιάματα». Δίδει έμφαση ότι πρέπει «με άμετρο εμπιστοσύνη» να ζητούμε προσευχόμενοι τις δωρεές. Τονίζει ειδικά και Τούτο. Να δίδει η Παναγία «την δύναμιν και παρηγοριά δια την ουρανοδρόμο πορείαν», πού σημαίνει ότι πέραν των δωρεών για υγεία και τα συναφή, πού είναι τόσο εύκολο να ζητούμε και το κάνουμε από ανάγκη, το πρέπον και σωτήριο να ζητούμε δύναμη και παρηγοριά στον αγώνα της πίστεως, των αρετών και στην προσήλωση της βιώσεως της πίστεως, ότι δηλ. οδηγεί στην ουράνια σωτηρία.
Εκτος
της τιμής και πανηγύρεως που τελεί η Μονή στον Άγιο Νικόλαο, πανήγυρη
τελεί στις 2 Ιουλίου «προς τιμήν της τίμιας Εσθήτος της Υπεραγίας
Θεοτόκου και της Αγίας Ζώνης, τμήμα των οποίων εν τη Ιερά Μονή
τεθησαύρισται, ωσαύτως δε και προς τιμήν της θαυματουργού και Μυροβλύτου
Εικόνος της «Ρίζης του Ιεσσαί»
της αυτής Μονής». Ώστε η Μονή κατέχει και τμήματα των ιερών κειμηλίων
της Παναγίας. Και ναι μεν είναι γνωστόν ότι η Αγία Ζώνη ευρίσκεται στην
Ι. Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, τμήμα τιμίας Εσθήτος ίσως είναι το πρώτον
που υπάρχει σήμερα, σε ορθόδοξα χέρια. Η τ. Εσθήτα υπάρχει σε μονή της
Γαλλίας όπως γίνεται λόγος στο παρόν «περί της τιμίας Εσθήτος...».
Φαίνεται ότι και τα δύο έχουν προέλθει από το Ναό των Βλαχερνών, οπού
κάποτε υπήρχαν τα δύο αυτά κειμήλια.
Ο Χιτώνας της Παναγίας στη Γεωργία
Πρόκειται
για την τιμία Εσθήτα, που φυλασσόταν στις Βλαχέρνες; Μάλλον όχι, αν
εκείνη ήταν μαφόριο και όχι χιτώνας (όπως περιγράφεται πιο πάνω). Ίσως
πρόκειται για το δεύτερο ένδυμα της Παναγίας, που δώρισε πριν την
κοίμησή της (το μαφόριο και το χιτώνα - γι' αυτό ήταν δύο τα ενδύματα,
ενώ, αν ήταν ίδια, θα ήταν λογικό να είχε μόνο ένα & να είχε ήδη
δώσει το άλλο σε κάποιον φτωχό). Έτσι επιβεβαιώνεται και η πληροφορία
της παράδοσης περί δύο ενδυμάτων. Δημοσιεύουμε το κειμενάκι από την Πηγή Ζωής.
ΤΟ ΙΕΡΟ ΑΥΤΟ ΚΕΙΜΗΛΙΟ ΦΥΛΑΣΣΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΖΟΥΓΚΔΙΔΙ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ.
ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ (8ος ΑΙΩΝΑΣ) Ή, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΑΛΛΕΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (15ος ΑΙΩΝΑΣ).
ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΧΙΤΩΝΑ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ (1641-1688), ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΦΕΝΤΟΝ
ΕΛΤΣΙΝ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΧΑΡΙΕΒ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.
Ο ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟΣ ΧΙΤΩΝΑΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 1,80 Χ 1,50 Μ., ΗΤΑΝ ΒΑΜΜΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ Η ΒΑΦΗ ΕΦΥΓΕ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΙΒΩΤΙΟ ΚΑΙ
ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΗΓΗ ΕΥΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥΠΑΘΟ
ΓΕΩΡΓΙΑΝΟ ΛΑΟ.
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (ΔΙΠΛΑ) ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ.
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΙΜΟΘΕΟ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ.
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΙΜΟΘΕΟ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ.
Θεοτοκίον. Ήχος πλ. δ'.
Την ψυχήν μου, Παρθένε, την ταπεινήν, την εν ζάλη του βίου των πειρασμών, νυν ως ακυβέρνητον, ποντουμένην, πανάμωμε, αμαρτιών τω φόρτω φανείσαν υπέραντλον, και εις πυθμένα Αδου πεσείν κινδυνεύουσαν, φθάσον, Θεοτόκε, τη θερμη σου πρεσβεία, και σώσον παρέχουσαν σον λιμένα τον εύδιον, ίνα πίστει κραυγάζω σοι. Πρέσβευε τω σω Υιώ και Θεώ, των πταισμάτων δούναι μοι την αφεσιν, σε γαρ έχω ελπίδα, ο δούλος σου, Δέσποινα.
Απόδοση στα νέα ελληνικά
Ἡ Παναγία τῶν Βλαχερνῶν
Ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν ὑπῆρξε τὸ πιὸ γνωστὸ καὶ τὸ πιὸ
φημισμένο ἱερὸ τῆς Παναγίας στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ διαρκῆ ἀκτινοβολία
σ᾽ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο.
Τὰ κυριότερα στοιχεῖα τῆς ἱστορίας του καὶ τῶν περιπετειῶν του στὴ βυζαντινὴ περίοδο εἶναι: Τὸ ναὸ ἔχτισε ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία μεταξὺ τῶν ἐτῶν 450-453, ἔτος τοῦ θανάτου της καὶ μαζὶ μὲ τὸν Μαρκιανὸ (450-457) τὴ διακόσμησαν. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπὶ Λέοντος Α´ (457-474) ὁ ναὸς ὁλοκληρώθηκε καὶ ἀπέκτησε λάμψη, ἰδιαίτερα μὲ τὴ δημιουργία τοῦ «ἁγίου λούσματος» καὶ τοῦ ἁγιάσματος. Τότε χτίστηκε καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας σοροῦ γιὰ νὰ δεχτῇ τὸ ὠμοφόριο καὶ τὴν Τιμία Ἐσθῆτα τῆς Θεοτόκου, ποὺ μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη τὸ 473. Τότε παραχωρήθηκαν στὸ ναὸ σημαντικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, κυρίως κτήματα. Ὁ Προκόπιος σημειώνει ὅτι ὁ Ἰουστινιανὸς ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ θείου του Ἰουστίνου Α´(518-527) τροποποίησε καὶ τελειοποίησε τὸ ἀρχικὸ οἰκοδόμημα. Στὴν περιγραφὴ ποὺ δίνει ἀφήνει τὴν ἐντύπωση πὼς στὸν τύπο τῆς βασιλικῆς ὑψώθηκε τροῦλλος, στηριγμένος σὲ ἡμικύκλιο ποὺ σχημάτιζαν οἱ κίονες. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτή, ἐπὶ Ἰουστίνου Α´, περιλαμβάνεται καὶ σὲ δύο ἐπιγράμματα τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας.
Πολλοὶ αὐτοκράτορες, κατὰ καιρούς, ἀπὸ προσωπικὸ ἐνδιαφέρον βοήθησαν στὴν ἀναδιοργάνωση τῶν Βλαχερνῶν μὲ διάφορες, δωρεές. Τὸ μέγεθος τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τοῦ ναοῦ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ Νεαρὰ τοῦ Ἡρακλείου, ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ ἱερατεῖο καὶ τὸ προσωπικὸ ὡς ἐξῆς: 12 πρεσβύτεροι, 18 διάκονοι, 6 διακόνισσαι, 8 ὑποδιάκονοι, 20 ἀναγνῶστες, 4 ψάλτες καὶ 6 θυρωροί, συνολικὰ 74 ἄνθρωποι στὴν ὑπηρεσία τοῦ μεγάλου θρησκευτικοῦ κέντρου λατρείας τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Ὁ Ἰουστίνος ὁ Β´ (565-578) εἶχε προσθέσει δύο ἁψίδες, ἐνισχύοντας τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ σὲ κάποια νεώτερη φάση ὁ Ρωμανὸς Γ´ Ἀργυρὸς (1028-1034) διακόσμησε μὲ χρυσὸ καὶ ἀσήμι τὰ ἐσωράχια τῶν τοξοστοιχιῶν.
Θὰ πρέπει νὰ τονισθῇ ὁ ρόλος ποὺ διεδραμάτισε ἡ Παναγία τῶν Βλαχερνῶν στὴ διάρκεια τῆς Εἰκονομαχίας καὶ προπαντὸς ἐπὶ Κωνσταντίνου Ε´. Ἐπειδὴ ἦταν τὸ λατρευτικὸ κέντρο τῶν Ὀρθοδόξων, παράλληλο μὲ τὴν Ἁγία Σοφία (π.χ. κάθε παρασκευὴ γινόταν ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες τῶν πιστῶν ἀφιερωμένες στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας) τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα καταστράφηκε. Ὅπως μας πληροφορεῖ σύγχρονη σχεδὸν πηγὴ «ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου», ποὺ γράφτηκε τὸ 808, οἱ εἰκονομάχοι ἀντικατέστησαν τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μὲ παραστάσεις δέντρων, πτηνῶν καὶ θηρίων: «Τοῦ δὲ τυράννου τὸν σεβάσμιον ναὸν τῆς Παναχράντου Θεοτόκου τὸν ἐν Βλαχέρναις κατορύξαντες, τὸν πρὶν κεκοσμημένον τοῖς διατοίχοις ὄντα ἀπὸ τὲ τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ συγκαταβάσεως, ἕως θαυμάτων παντοίων καὶ μέχρι τῆς αὐτοῦ Ἀναλήψεως καὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθόδου διὰ εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως καὶ οὕτως τὰ τοῦ Χριστοῦ ἅπαντα μυστικὰ ἐξάραντος, ὀπωροφυλάκιον καὶ ὀρνεοσκοπεῖον τὴν ἐκκλησίαν ἐποίησε. Δένδρα καὶ ὄρνεα παντοῖα, θηρία τε καὶ ἄλλα τινα ἐγκύκλια διὰ κισσοψύλων, γερανῶν τε καὶ κορωνῶν καὶ ταώνων ταύτην περιμουσώσας, ἵν᾽ εἴπω ἀληθῶς ἄκοσμον ἔδειξεν».
Τότε ἐξαφανίστηκε καὶ ἡ ξύλινη, ἀργυρόχρυση καὶ ἱστορικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὸ 1030 κρυμμένη στὸν τοῖχο κατὰ τὶς ἐργασίες ἀνακαίνισης ποὺ ἔγιναν ἐπὶ Ρωμανοὺ Γ´ Ἀργυροῦ.
Εἶχε ἤδη δημιουργηθεῖ ὁ τύπος τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας, ποὺ διαδόθηκε μὲ ἀντίγραφα σὲ ὁλόκληρο τὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ἡ Παναγία εἰκονίζεται ὁλόσωμη, μετωπική, μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια. Στὸ στῆθος, σὲ μετάλλιο, παριστάνεται ὁ Χριστὸς εὐλογῶντας. Μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας συνδέεται καὶ τὸ θαῦμα τοῦ πέπλου ποὺ ἀνασηκωνόταν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Ἄννα ἡ Κομνηνή.
Μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ἀκόμη εἶναι σημαντικά. Τὸ 1070 ἡ ἐκκλησία καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαϊά, ἀλλὰ μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ρωμανοῦ Δ´ Διογένη (1067-1071) καὶ Μιχαὴλ Ζ´ τοῦ Δούκα (1071-1078) ξαναχτίστηκε. Ὁλόκληρο τὸ κτιριακὸ συγκρότημα κάηκε τελικὰ τὸ 1434, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση «ὑπὸ τινων ἀρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοσσοὺς περιστερῶν» (Γ. Φραντζῆς), οἱ ὁποῖοι ἀνέβηκαν στὴ στέγη καὶ προκάλεσαν χωρὶς νὰ τὸ θέλουν τὴν πυρκαϊά.
Τὸ γνωστότερο καὶ σπουδαιότερο γεγονὸς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς Πόλης κατὰ τὸ 626 ὅταν πολιορκήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν Ἀβάρων. Ἡ εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στὶς ἐπάλξεις ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ ἀπουσιάζοντος Ἡρακλείου, τὸν πατριάρχη Σέργιο (610-638) καὶ τὸ λαό. Ἡ πολιορκία λύθηκε, ἡ Πόλη σώθηκε καὶ ἡ σωτηρία ἀποδόθηκε στὴν Παναγία. Σύσσωμος ὁ λαὸς ὁδηγήθηκε μὲ τὴν εἰκόνα στὸν ἱστορικὸ ναὸ ὅπου ἀγρύπνησε ψάλλοντας τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.
Τὸ 843, μὲ τὴ λήξη τῆς Εἰκονομαχίας, ἀπὸ τὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν ξεκίνησε ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ καθιερώθηκε γιὰ τὸ θρίαμβο τῶν εἰκόνων. Κατὰ τὴν παράδοση ἐξάλλου τὸ 944 τοποθετήθηκαν στὸ παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ βασιλέα Ἀβγάρου, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα.
Μετὰ τὸ 1204 καταλαμβάνουν τὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν οἱ Λατίνοι μέχρις ὅτου ὁ Ἰωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) τὸν ἐξαγόρασε ἀπὸ τοὺς Καθολικούς, ὅπως καὶ πολλὰ μοναστήρια τῆς Πόλης. Τὸ 1348 Γενουάτες πειρατὲς μὲ τὶς πολιορκητικές τους μηχανὲς προκάλεσαν ζημιὲς στὸ ἱερό.
Ἀπὸ τὶς μαρτυρίες ποὺ σώθηκαν ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν ἦταν δίπλα στὸν Κεράτιο, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη. Γιὰ νὰ προστατευθῇ ὁ Ἡράκλειος περιτείχισε τὸ χῶρο. Ὅταν ἀργότερα ἱδρύθηκε τὸ Παλάτι τῶν Βλαχερνῶν, πιὸ πάνω ἀπὸ τὸ ναὸ στὴ πλαγιὰ τοῦ λόφου, Παλάτι καὶ ναὸς ἐπικοινωνοῦσαν μὲ σκάλα καὶ εἰδικὴ θύρα. Οἱ αὐτοκράτορες συχνὰ παρακολουθοῦσαν τὶς λειτουργίες καὶ ἀνάλογο ἦταν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὸ ναὸ τῆς Παναγίας γιὰ τὸν ὁποῖο ἐξεδήλωναν μὲ κάθε τρόπο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν πίστη τους. Εἶναι γνωστὸ πὼς στὶς ἐκστρατεῖες ἔφεραν μαζί τους μία εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας. Διασώθηκαν ἐπίσης πολλὲς σφραγίδες μὲ τὴν εἰκόνα της. Ἤδη ἀπὸ τὸν πατριάρχη Τιμόθεο (511-518) καθιερώθηκε ἡ πανήγυρις, ἡ λιτανεία δηλ. ποὺ γινόταν κάθε παρασκευὴ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν ἐκκλησία τῶν Χαλκοπρατείων. Ὁρισμένες ἑορτὲς εἶχαν ἐπίσημο χαρακτῆρα: τῆς Ὑπαπαντῆς (2 Φεβρουαρίου), τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἡ Τρίτη τοῦ Πάσχα, ἡ τοποθέτηση τοῦ πέπλου τῆς Παναγίας (2 Ἰουλίου), τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας (31 Ἰουλίου), ἡ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας ἀπὸ τοὺς Ἀβαροπέρσες (7 Αὐγούστου), ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγούστου), ἡ ἀνάμνηση τοῦ φοβεροῦ σεισμοῦ τὸ 740 (26 Ὀκτωβρίου).
Τὸ ἱερὸ τῶν Βλαχερνῶν, «ὁ μέγας νεώς» τῶν συγγραφέων τὸ ἀποτελοῦσαν τρία κτίρια: Ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία, τὸ παρεκκλήσιο τῶν λειψάνων καὶ τὸ «λοῦσμα».
Ἡ ἐκκλησία εἶχε τὸ σχῆμα τῆς ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικῆς ὅπως οἱ ἀντίστοιχες Παναγία τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἡ μονὴ Στουδίου. Στὸν ἴδιο τύπο ξαναχτίστηκε, καθὼς φαίνεται, καὶ μετὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1070. Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπένδυση γινόταν συνδυασμὸς ἔγχρωμης ὀρθομαρμάρωσης, ὡς τὴ μέση τῶν τοίχων, πρασίνου ἴασπι γιὰ τοὺς κίονες, χρυσοῦ καὶ ἀσημιοῦ γιὰ τὴν ἔξοχα τεχνουργημένη ὀροφή. Οἱ τοῖχοι πάνω ἀπὸ τὴν ὀρθομαρμάρωση ἔφεραν διάκοσμο ἀπὸ τοιχογραφίες καὶ ψηφιδωτὰ μὲ θέματα ἀπὸ τὸν Χριστολογικὸ κύκλο. Ὁ ἄμβωνας, ποὺ ἦταν τοποθετημένος στὴ μέση τοῦ κεντρικοῦ κλίτους ἦταν ὅλος ἀπὸ ἀσήμι. Ἐντυπωσιακὸ ἐπίσης ἦταν τὸ Εἰκονοστάσιο. Πληροφορίες γιὰ τὴν θαυμάσια εἰκονογράφηση καὶ τὸν ὑπόλοιπο διάκοσμο τοῦ ναοῦ μᾶς ἄφησε ὁ πρεσβευτὴς Clavijo, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφτηκε τὶς Βλαχέρνες τὸ 1402 καὶ σὲ μεταγενέστερο κείμενο ὁ Ἰσίδωρος τοῦ Κιέβου (1385-1463) στὸ «Θρῆνο» του γιὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ περίλαμπρου ναοῦ.
Τὸ παρεκκλήσιο τῶν λειψάνων ἢ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας σοροῦ ἦταν κυκλικὸ κτίσμα μὲ νάρθηκα, ποὺ βρισκόταν στὰ νότια τοῦ ἱεροῦ τοῦ ναοῦ. Φιλοξενούσε, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λείψανα, τὸ ὠμοφόριο τῆς Θεοτόκου, τὸ πέπλο της καὶ τὴν Τιμία Ζώνη. Ρῶσσοι προσκυνητὲς τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. περιγράφουν τὰ κειμήλια καὶ ἀναφέρονται στὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (Παταπίου, Ἀθανασίου, Παντολέοντος, Ἀναστασίας).
Τὸ «λοῦσμα» χωριζόταν σὲ τρία μέρη: τὴν ἰματιοθήκη - «τὸ ἀποδυτόν», τὴ δεξαμενὴ - «τὸν κόλυμβον» καὶ τὸν Ἅγιο Φωτεινό. Ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸ παρεκκλήσιο. Τὸ λοῦσμα στεγαζόταν μὲ θόλο καὶ οἱ τοῖχοι ἦταν διακοσμημένοι μὲ εἰκόνες. Σὲ εἰδικὴ κόγχη βρισκόταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ δεξαμενή, στὸ νερὸ τῆς ὁποίας κατέβαινε κάθε παρασκευὴ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ λουζόταν, βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς αἴθουσας. Ἀπὸ τὶς πηγὲς δίνονται λεπτομερεῖς περιγραφὲς γιὰ τὴν τελετὴ τῆς εἰσόδου στὸ λοῦσμα καὶ τὶς διαδικασίες μέχρι τὴ λήψη τοῦ ἁγιάσματος: «...εἰσέρχονται τέλος εἰς τὸν Ἅγιον Φωτεινόν, εἰς τὸν ἐνδότερον θόλον καὶ ἅπτουσι κηροὺς ἔμπροσθεν τῆς μαρμαρίνου εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἐκ τῶν χειρῶν τῆς ὁποίας ἐκχύνεται τὸ ἁγίασμα».
Ὕστερα ἀπὸ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1434 καὶ τὴν Ἅλωση, τὰ πάντα ἐρειπώθηκαν καὶ ἐρημώθηκαν. Ἡ φήμη καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ ἱεροῦ ἐξαφανίστηκαν. Ἔμεινε μόνο ὁ χῶρος τοῦ ἁγιάσματος. Ἡ περιοχὴ περιῆλθε σὲ Ὀθωμανοὺς μέχρι τὸ 1867, χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ἀγοράσθηκε ἀπὸ τὴν συντεχνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων γουναράδων, οἱ ὁποῖοι ἔχτισαν πάνω ἀπὸ τὸ ἅγιασμα ναΐσκο. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ τὶς φροντίδες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου προστέθηκαν καὶ ἄλλα προσκτίσματα καὶ ὁ ἀρχαῖος, ἱερός, περιτειχισμένος χῶρος ἀπέκτησε τὴν ὄψη ποὺ ἔχει σήμερα μὲ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ ἁγίασμα. Οἱ τέσσερεις τοιχογραφίες τοῦ ζωγράφου Εἰρήναρχου Κόβα, πάνω ἀπὸ τὸ ἁγίασμα (1964), ἀποτελοῦν ἀνάμνηση ἱερῶν συγκινήσεων καὶ μεγάλων στιγμῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
Μελλοντικὲς ἀνασκαφὲς στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν πιθανὸν νὰ ἀποκαλύψουν τὰ ἐρείπια τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ ναοῦ.
Τὰ κυριότερα στοιχεῖα τῆς ἱστορίας του καὶ τῶν περιπετειῶν του στὴ βυζαντινὴ περίοδο εἶναι: Τὸ ναὸ ἔχτισε ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία μεταξὺ τῶν ἐτῶν 450-453, ἔτος τοῦ θανάτου της καὶ μαζὶ μὲ τὸν Μαρκιανὸ (450-457) τὴ διακόσμησαν. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπὶ Λέοντος Α´ (457-474) ὁ ναὸς ὁλοκληρώθηκε καὶ ἀπέκτησε λάμψη, ἰδιαίτερα μὲ τὴ δημιουργία τοῦ «ἁγίου λούσματος» καὶ τοῦ ἁγιάσματος. Τότε χτίστηκε καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας σοροῦ γιὰ νὰ δεχτῇ τὸ ὠμοφόριο καὶ τὴν Τιμία Ἐσθῆτα τῆς Θεοτόκου, ποὺ μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη τὸ 473. Τότε παραχωρήθηκαν στὸ ναὸ σημαντικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, κυρίως κτήματα. Ὁ Προκόπιος σημειώνει ὅτι ὁ Ἰουστινιανὸς ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ θείου του Ἰουστίνου Α´(518-527) τροποποίησε καὶ τελειοποίησε τὸ ἀρχικὸ οἰκοδόμημα. Στὴν περιγραφὴ ποὺ δίνει ἀφήνει τὴν ἐντύπωση πὼς στὸν τύπο τῆς βασιλικῆς ὑψώθηκε τροῦλλος, στηριγμένος σὲ ἡμικύκλιο ποὺ σχημάτιζαν οἱ κίονες. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτή, ἐπὶ Ἰουστίνου Α´, περιλαμβάνεται καὶ σὲ δύο ἐπιγράμματα τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας.
Πολλοὶ αὐτοκράτορες, κατὰ καιρούς, ἀπὸ προσωπικὸ ἐνδιαφέρον βοήθησαν στὴν ἀναδιοργάνωση τῶν Βλαχερνῶν μὲ διάφορες, δωρεές. Τὸ μέγεθος τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τοῦ ναοῦ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ Νεαρὰ τοῦ Ἡρακλείου, ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ ἱερατεῖο καὶ τὸ προσωπικὸ ὡς ἐξῆς: 12 πρεσβύτεροι, 18 διάκονοι, 6 διακόνισσαι, 8 ὑποδιάκονοι, 20 ἀναγνῶστες, 4 ψάλτες καὶ 6 θυρωροί, συνολικὰ 74 ἄνθρωποι στὴν ὑπηρεσία τοῦ μεγάλου θρησκευτικοῦ κέντρου λατρείας τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Ὁ Ἰουστίνος ὁ Β´ (565-578) εἶχε προσθέσει δύο ἁψίδες, ἐνισχύοντας τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ σὲ κάποια νεώτερη φάση ὁ Ρωμανὸς Γ´ Ἀργυρὸς (1028-1034) διακόσμησε μὲ χρυσὸ καὶ ἀσήμι τὰ ἐσωράχια τῶν τοξοστοιχιῶν.
Θὰ πρέπει νὰ τονισθῇ ὁ ρόλος ποὺ διεδραμάτισε ἡ Παναγία τῶν Βλαχερνῶν στὴ διάρκεια τῆς Εἰκονομαχίας καὶ προπαντὸς ἐπὶ Κωνσταντίνου Ε´. Ἐπειδὴ ἦταν τὸ λατρευτικὸ κέντρο τῶν Ὀρθοδόξων, παράλληλο μὲ τὴν Ἁγία Σοφία (π.χ. κάθε παρασκευὴ γινόταν ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες τῶν πιστῶν ἀφιερωμένες στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας) τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα καταστράφηκε. Ὅπως μας πληροφορεῖ σύγχρονη σχεδὸν πηγὴ «ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου», ποὺ γράφτηκε τὸ 808, οἱ εἰκονομάχοι ἀντικατέστησαν τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μὲ παραστάσεις δέντρων, πτηνῶν καὶ θηρίων: «Τοῦ δὲ τυράννου τὸν σεβάσμιον ναὸν τῆς Παναχράντου Θεοτόκου τὸν ἐν Βλαχέρναις κατορύξαντες, τὸν πρὶν κεκοσμημένον τοῖς διατοίχοις ὄντα ἀπὸ τὲ τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ συγκαταβάσεως, ἕως θαυμάτων παντοίων καὶ μέχρι τῆς αὐτοῦ Ἀναλήψεως καὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθόδου διὰ εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως καὶ οὕτως τὰ τοῦ Χριστοῦ ἅπαντα μυστικὰ ἐξάραντος, ὀπωροφυλάκιον καὶ ὀρνεοσκοπεῖον τὴν ἐκκλησίαν ἐποίησε. Δένδρα καὶ ὄρνεα παντοῖα, θηρία τε καὶ ἄλλα τινα ἐγκύκλια διὰ κισσοψύλων, γερανῶν τε καὶ κορωνῶν καὶ ταώνων ταύτην περιμουσώσας, ἵν᾽ εἴπω ἀληθῶς ἄκοσμον ἔδειξεν».
Τότε ἐξαφανίστηκε καὶ ἡ ξύλινη, ἀργυρόχρυση καὶ ἱστορικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὸ 1030 κρυμμένη στὸν τοῖχο κατὰ τὶς ἐργασίες ἀνακαίνισης ποὺ ἔγιναν ἐπὶ Ρωμανοὺ Γ´ Ἀργυροῦ.
Εἶχε ἤδη δημιουργηθεῖ ὁ τύπος τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας, ποὺ διαδόθηκε μὲ ἀντίγραφα σὲ ὁλόκληρο τὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ἡ Παναγία εἰκονίζεται ὁλόσωμη, μετωπική, μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια. Στὸ στῆθος, σὲ μετάλλιο, παριστάνεται ὁ Χριστὸς εὐλογῶντας. Μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας συνδέεται καὶ τὸ θαῦμα τοῦ πέπλου ποὺ ἀνασηκωνόταν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Ἄννα ἡ Κομνηνή.
Μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ἀκόμη εἶναι σημαντικά. Τὸ 1070 ἡ ἐκκλησία καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαϊά, ἀλλὰ μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ρωμανοῦ Δ´ Διογένη (1067-1071) καὶ Μιχαὴλ Ζ´ τοῦ Δούκα (1071-1078) ξαναχτίστηκε. Ὁλόκληρο τὸ κτιριακὸ συγκρότημα κάηκε τελικὰ τὸ 1434, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση «ὑπὸ τινων ἀρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοσσοὺς περιστερῶν» (Γ. Φραντζῆς), οἱ ὁποῖοι ἀνέβηκαν στὴ στέγη καὶ προκάλεσαν χωρὶς νὰ τὸ θέλουν τὴν πυρκαϊά.
Τὸ γνωστότερο καὶ σπουδαιότερο γεγονὸς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς Πόλης κατὰ τὸ 626 ὅταν πολιορκήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν Ἀβάρων. Ἡ εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στὶς ἐπάλξεις ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ ἀπουσιάζοντος Ἡρακλείου, τὸν πατριάρχη Σέργιο (610-638) καὶ τὸ λαό. Ἡ πολιορκία λύθηκε, ἡ Πόλη σώθηκε καὶ ἡ σωτηρία ἀποδόθηκε στὴν Παναγία. Σύσσωμος ὁ λαὸς ὁδηγήθηκε μὲ τὴν εἰκόνα στὸν ἱστορικὸ ναὸ ὅπου ἀγρύπνησε ψάλλοντας τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.
Τὸ 843, μὲ τὴ λήξη τῆς Εἰκονομαχίας, ἀπὸ τὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν ξεκίνησε ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ καθιερώθηκε γιὰ τὸ θρίαμβο τῶν εἰκόνων. Κατὰ τὴν παράδοση ἐξάλλου τὸ 944 τοποθετήθηκαν στὸ παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ βασιλέα Ἀβγάρου, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα.
Μετὰ τὸ 1204 καταλαμβάνουν τὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν οἱ Λατίνοι μέχρις ὅτου ὁ Ἰωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) τὸν ἐξαγόρασε ἀπὸ τοὺς Καθολικούς, ὅπως καὶ πολλὰ μοναστήρια τῆς Πόλης. Τὸ 1348 Γενουάτες πειρατὲς μὲ τὶς πολιορκητικές τους μηχανὲς προκάλεσαν ζημιὲς στὸ ἱερό.
Ἀπὸ τὶς μαρτυρίες ποὺ σώθηκαν ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν ἦταν δίπλα στὸν Κεράτιο, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη. Γιὰ νὰ προστατευθῇ ὁ Ἡράκλειος περιτείχισε τὸ χῶρο. Ὅταν ἀργότερα ἱδρύθηκε τὸ Παλάτι τῶν Βλαχερνῶν, πιὸ πάνω ἀπὸ τὸ ναὸ στὴ πλαγιὰ τοῦ λόφου, Παλάτι καὶ ναὸς ἐπικοινωνοῦσαν μὲ σκάλα καὶ εἰδικὴ θύρα. Οἱ αὐτοκράτορες συχνὰ παρακολουθοῦσαν τὶς λειτουργίες καὶ ἀνάλογο ἦταν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὸ ναὸ τῆς Παναγίας γιὰ τὸν ὁποῖο ἐξεδήλωναν μὲ κάθε τρόπο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν πίστη τους. Εἶναι γνωστὸ πὼς στὶς ἐκστρατεῖες ἔφεραν μαζί τους μία εἰκόνα τῆς Βλαχερνίτισσας. Διασώθηκαν ἐπίσης πολλὲς σφραγίδες μὲ τὴν εἰκόνα της. Ἤδη ἀπὸ τὸν πατριάρχη Τιμόθεο (511-518) καθιερώθηκε ἡ πανήγυρις, ἡ λιτανεία δηλ. ποὺ γινόταν κάθε παρασκευὴ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν ἐκκλησία τῶν Χαλκοπρατείων. Ὁρισμένες ἑορτὲς εἶχαν ἐπίσημο χαρακτῆρα: τῆς Ὑπαπαντῆς (2 Φεβρουαρίου), τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἡ Τρίτη τοῦ Πάσχα, ἡ τοποθέτηση τοῦ πέπλου τῆς Παναγίας (2 Ἰουλίου), τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας (31 Ἰουλίου), ἡ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας ἀπὸ τοὺς Ἀβαροπέρσες (7 Αὐγούστου), ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγούστου), ἡ ἀνάμνηση τοῦ φοβεροῦ σεισμοῦ τὸ 740 (26 Ὀκτωβρίου).
Τὸ ἱερὸ τῶν Βλαχερνῶν, «ὁ μέγας νεώς» τῶν συγγραφέων τὸ ἀποτελοῦσαν τρία κτίρια: Ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία, τὸ παρεκκλήσιο τῶν λειψάνων καὶ τὸ «λοῦσμα».
Ἡ ἐκκλησία εἶχε τὸ σχῆμα τῆς ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικῆς ὅπως οἱ ἀντίστοιχες Παναγία τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἡ μονὴ Στουδίου. Στὸν ἴδιο τύπο ξαναχτίστηκε, καθὼς φαίνεται, καὶ μετὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1070. Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπένδυση γινόταν συνδυασμὸς ἔγχρωμης ὀρθομαρμάρωσης, ὡς τὴ μέση τῶν τοίχων, πρασίνου ἴασπι γιὰ τοὺς κίονες, χρυσοῦ καὶ ἀσημιοῦ γιὰ τὴν ἔξοχα τεχνουργημένη ὀροφή. Οἱ τοῖχοι πάνω ἀπὸ τὴν ὀρθομαρμάρωση ἔφεραν διάκοσμο ἀπὸ τοιχογραφίες καὶ ψηφιδωτὰ μὲ θέματα ἀπὸ τὸν Χριστολογικὸ κύκλο. Ὁ ἄμβωνας, ποὺ ἦταν τοποθετημένος στὴ μέση τοῦ κεντρικοῦ κλίτους ἦταν ὅλος ἀπὸ ἀσήμι. Ἐντυπωσιακὸ ἐπίσης ἦταν τὸ Εἰκονοστάσιο. Πληροφορίες γιὰ τὴν θαυμάσια εἰκονογράφηση καὶ τὸν ὑπόλοιπο διάκοσμο τοῦ ναοῦ μᾶς ἄφησε ὁ πρεσβευτὴς Clavijo, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφτηκε τὶς Βλαχέρνες τὸ 1402 καὶ σὲ μεταγενέστερο κείμενο ὁ Ἰσίδωρος τοῦ Κιέβου (1385-1463) στὸ «Θρῆνο» του γιὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ περίλαμπρου ναοῦ.
Τὸ παρεκκλήσιο τῶν λειψάνων ἢ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας σοροῦ ἦταν κυκλικὸ κτίσμα μὲ νάρθηκα, ποὺ βρισκόταν στὰ νότια τοῦ ἱεροῦ τοῦ ναοῦ. Φιλοξενούσε, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λείψανα, τὸ ὠμοφόριο τῆς Θεοτόκου, τὸ πέπλο της καὶ τὴν Τιμία Ζώνη. Ρῶσσοι προσκυνητὲς τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. περιγράφουν τὰ κειμήλια καὶ ἀναφέρονται στὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (Παταπίου, Ἀθανασίου, Παντολέοντος, Ἀναστασίας).
Τὸ «λοῦσμα» χωριζόταν σὲ τρία μέρη: τὴν ἰματιοθήκη - «τὸ ἀποδυτόν», τὴ δεξαμενὴ - «τὸν κόλυμβον» καὶ τὸν Ἅγιο Φωτεινό. Ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸ παρεκκλήσιο. Τὸ λοῦσμα στεγαζόταν μὲ θόλο καὶ οἱ τοῖχοι ἦταν διακοσμημένοι μὲ εἰκόνες. Σὲ εἰδικὴ κόγχη βρισκόταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ δεξαμενή, στὸ νερὸ τῆς ὁποίας κατέβαινε κάθε παρασκευὴ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ λουζόταν, βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς αἴθουσας. Ἀπὸ τὶς πηγὲς δίνονται λεπτομερεῖς περιγραφὲς γιὰ τὴν τελετὴ τῆς εἰσόδου στὸ λοῦσμα καὶ τὶς διαδικασίες μέχρι τὴ λήψη τοῦ ἁγιάσματος: «...εἰσέρχονται τέλος εἰς τὸν Ἅγιον Φωτεινόν, εἰς τὸν ἐνδότερον θόλον καὶ ἅπτουσι κηροὺς ἔμπροσθεν τῆς μαρμαρίνου εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἐκ τῶν χειρῶν τῆς ὁποίας ἐκχύνεται τὸ ἁγίασμα».
Ὕστερα ἀπὸ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1434 καὶ τὴν Ἅλωση, τὰ πάντα ἐρειπώθηκαν καὶ ἐρημώθηκαν. Ἡ φήμη καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ ἱεροῦ ἐξαφανίστηκαν. Ἔμεινε μόνο ὁ χῶρος τοῦ ἁγιάσματος. Ἡ περιοχὴ περιῆλθε σὲ Ὀθωμανοὺς μέχρι τὸ 1867, χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ἀγοράσθηκε ἀπὸ τὴν συντεχνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων γουναράδων, οἱ ὁποῖοι ἔχτισαν πάνω ἀπὸ τὸ ἅγιασμα ναΐσκο. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ τὶς φροντίδες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου προστέθηκαν καὶ ἄλλα προσκτίσματα καὶ ὁ ἀρχαῖος, ἱερός, περιτειχισμένος χῶρος ἀπέκτησε τὴν ὄψη ποὺ ἔχει σήμερα μὲ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ ἁγίασμα. Οἱ τέσσερεις τοιχογραφίες τοῦ ζωγράφου Εἰρήναρχου Κόβα, πάνω ἀπὸ τὸ ἁγίασμα (1964), ἀποτελοῦν ἀνάμνηση ἱερῶν συγκινήσεων καὶ μεγάλων στιγμῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
Μελλοντικὲς ἀνασκαφὲς στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν πιθανὸν νὰ ἀποκαλύψουν τὰ ἐρείπια τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ ναοῦ.
Ἀθανάσιος Παλιούρας
Τα μισοτηγανισμένα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλί…
μια ιστορία μνήμης και ελπίδας για μικρά και…μεγάλα παιδιά, που ελπίζουν και περιμένουν!.
Μιλώντας με δύο παιδιά που επισκέφτηκαν την Πόλη και προσκύνησαν την Ζωοδόχο Πηγή στο Μπαλουκλί, άκουσα με συγκίνηση να μου διηγούνται τον θρύλο ως αληθινή ιστορία (και γιατί άραγε να μην είναι;) και να περιγράφουν τα μισοτηγανισμένα ψαράκια που κολυμπούν ακόμα μέσα στο Αγίασμα!!!
.
Πώς να μην πιστεύουν στο θαυμαστό αυτό γεγονός και να μην περιμένουν… αφού το είδαν με τα μάτια τους…
Ας μιλήσουμε και στα δικά μας παιδιά για αυτή την ιστορία, γιατί το χρέος μας είναι να μεταλαμπαδεύσουμε την ελπίδα και την προσμονή στη νέα γενιά. Αλεξία momyof6
.
Τα μισοτηγανισμένα ψάρια (Λαϊκή παράδοση)
Όταν έπαιρναν οι Τούρκοι την Πόλη,
ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι.
Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι όταν
ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας
και του λέει πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη.
– Τότε θα το πιστέψω αυτό, λέει ο καλόγερος,
αν τα τηγανισμένα ψάρια ζωντανέψουν…
Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν
από το τηγάνι ζωντανά κι έπεσαν στο νερό
εκεί κοντά. Κι είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα
εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί και θα φαίνονται
έτσι μισοτηγανισμένα, ως να ΄ρθει η
ώρα να πάρουμε την Πόλη.
Τότε, λένε, θα έρθει ένας άλλος καλόγερος
να τ’ αποτηγανίσει…
ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι.
Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι όταν
ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας
και του λέει πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη.
– Τότε θα το πιστέψω αυτό, λέει ο καλόγερος,
αν τα τηγανισμένα ψάρια ζωντανέψουν…
Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν
από το τηγάνι ζωντανά κι έπεσαν στο νερό
εκεί κοντά. Κι είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα
εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί και θα φαίνονται
έτσι μισοτηγανισμένα, ως να ΄ρθει η
ώρα να πάρουμε την Πόλη.
Τότε, λένε, θα έρθει ένας άλλος καλόγερος
να τ’ αποτηγανίσει…

Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)
ποίημα του Γεώργιου Βιζυηνού
Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ‘γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
–Αν μας φυλάγ’ η Παναγιά καθώς μας’ε φυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
–Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τάχασεν ο γέρος!
–Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
–Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι’ απ’ το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ’ ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο γέρος
να τ’ αποτηγανίση.
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)

Η Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί βοήθειά μας!
.

.
σχετική ανάρτηση:
Η Ζωοδόχος Πηγή, στο Μπαλουκλί της Κωνσταντινούπολης (το ιστορικό του αγιάσματος)
Η Ζωοδόχος Πηγή
|
|
Ήταν γύρω στα 450μχ, όταν ένας βυζαντινός στρατιώτης,
Λέοντας στο όνομα,
έκοβε βόλτες σ΄ ένα δασάκι στα μέρη της βασιλεύουσας,
όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο να
του ζητάει λίγο νερό για να
σβήσει τη δίψα του. Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να
του βρει και να
του φέρει νερό. Έψαξε λοιπόν,
στο δάσος για να
βρει νερό αλλά μάταια και έτσι,
επέστρεφε
λυπημένος.
Τότε όμως,
άκουσε μια γυναικεία φωνή να
του λέει: «Ου χρεών σε,
Λέων, αγωνιάν,
το γαρ ύδωρ εγγύς», δηλαδή,
«Δεν χρειάζεται Λέων να
αγωνιάς, να άγχεσαι,
να στεναχωριέσαι, το νερό είναι δίπλα σου». Και πάλι ακούει τη
φωνή την
άγνωστη να
τον προστάζει: «Λέων βασιλιά,
πάρε απ΄ το νερό αυτό και δώσε να
πιει να ξεδιψάσει ο
τυφλός άνθρωπος και κάτι ακόμα,
άλειψε μ΄
αυτό τα
μάτια του και αμέσως θα
καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ».
Έτσι πράγματι έπραξε ο
Λέοντας και παρευθύς ο
τυφλός ανέβλεψε. Αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν και τα
μάτια του Λέοντα ο
οποίος τώρα, κατάλαβε πως εκείνη η
φωνή που του μιλούσε ήταν της Παναγίας που έκανε αυτό το
θαύμα και του μίλησε και πως επίσης,
σ΄ Εκείνην τη Μεγαλόχαρη,
οφείλεται και το
μεγάλο θαύμα της θεραπείας του τυφλού.
Ακόμη, θαύμα αξιοθαύμαστο ήταν και η
εύρεση της πηγής του σωτήριου αυτού νερού. Αλλά θαύμα ήταν και η επαλήθευση της προσφώνησης από την Παναγία, του Λέοντα , ως βασιλιά. Διότι πράγματι ο
Λέων, το 486μ.Χ, ανέβηκε στον θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως
Λέων ο Α΄ ο Θράξ, ο
επονομαζόμενος και Μακέλλης(457-474), και τον οποίο η
Αγία Εκκλησία μας ως
Άγιο τον τιμά στις 20
του Ιανουρίου.
Αμέτρητα τα
θαυμάσια σου Παναγία μας.
Ο Λέων,
ως αυτοκράτορας πλέον,
θα αναγείρει επί της θαυματουργής πηγής,
θαυμάσιο Ναό αφιερωμένο στην Παναγία τη
Ζωοδόχου Πηγή για να
θυμίζει τις δωρεές της Θεοτόκου προς εκείνον αλλά και όλες τις μεγάλες ευεργεσίες της προς το
γένος των ανθρώπων.
Στην θαυματουργή πηγή αυτού του ιερού Ναού, βρήκε τη
γιατρειά και ο
αυτοκράτορας
Ιουστινιανός ο Α΄, ο
Λέοντας ο ΣΤ΄ ο Σοφός, η
γυναίκα του, Αγία βασίλισσα Θεοφανώ, ο
Ρωμανός Α΄ ο Λεκαπηνός και η
γυναίκα του, ο Πατριάρχης Στέφανος (886-912), ο
Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης(964-966), αλλά και πλήθος ακόμη, άρχοντες και απλοί άνθρωποι εκεί γιατρεύτηκαν. Μέχρι και νεκρό ανέστησε το
αγιασμένο νερό της Ζωοδόχου Πηγής.
Το Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, γκρέμισαν οι
Τούρκοι για να
φτιάξουν με τα
υλικά του το
τέμενος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ. Οι χριστιανοί στη θέση αυτή έχτισαν ένα παρεκκλήσι και αργότερα ένα πιο μεγάλο Ναό(1835).
Αυτού του ιερού Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής, τα
εγκαίνια εορτάζει η
Εκκλησία μας την Παρασκευή της Διακαινησίμου (Λαμπροβδομάδα).
Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως
το αγίασμα του «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στα τουρκικά σημαίνει ψάρι και η
παράδοση μας λέει πως εκεί δίπλα στο αγίασμα, στις 23
Μαΐου 1453 ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι
Τούρκοι. Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν
τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν απ΄ το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα θα
πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Και πραγματικά τα
ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος. Μέχρι σήμερα δε, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια και μάλιστα σαν να
είναι μισοτηγανισμένα απ΄
την μια πλευρά.
Πέρα όμως από θρύλους και παραδόσεις, η
Παναγία μητέρα του Χριστού και μητέρα πάντων των χριστιανών, παραμένει για όλους μας η
Πηγή της Ζωής, καθότι Εκείνη έφερε τη
Ζωή, το Χριστό στον κόσμο, ελπίδα και προστασία μας, «καταφυγή τε
σκέπη και αγαλλίαμα».
Τσαγκάρη Παναγιώτη
Θεολόγου
Απολυτίκιον
Ζωοδόχου Πηγής
Ήχος α΄
Ο
ναός σου Θεοτόκε ανεδείχθη παράδεισος, ως
ποταμούς αειζώους αναβλύζων ιάματα ώ
προσερχόμενοι πιστώς, ως
Ζωοδόχου εκ Πηγής, ρώσιν αντλούμεν, και ζωήν την αιώνιον, πρεσβεύεις γαρ συ
τω εκ σου τεχθέντι, Σωτήρι Χριστώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Μεγαλυνάριον
Ύδωρ το ζωήρυτον της Πηγής, μάννα το προχέον, τον αθάνατον
δροσισμόν το νέκταρ το Θείον την ξένην
άμβροσίαν το μέλι το εκ πέτρας, πίστει
τιμήσωμεν.
|
ΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ ( ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ )
Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη τη μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ τις σαράντα κι ύστερα πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
-Αν μας φυλαγ΄ η Παναγιά, καθώς μας εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη ;
Ρίχτει τα δίχτυα στο γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
-Θεός να τα 'βλογήσει
Το λάδι βάλλει στη φωτιά μες στ αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ' από τη μια και πα να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
0 παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τα 'χασεν ο γέρος !
Mην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη τη μεγάλη !
την Πόλη την έξακουστη οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μάς κόβουν το κεφάλι!
- Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι ' Αγαρηνού ποδάρια !
Μου φαίνεται σαν ψέμα !
Μ' αν ειν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια,
να πέσουν μες στο ρέμα !
Ακόμα ο λόγος βάσταγε, τα ψάρια απ' το τηγάνι,
τη μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε και πέσανε στης λίμνης τη λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμα ως τώρα πλέουνε, κόκκιν' από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν' αναστηθή,
κι ο γέρος να τ' αποτηγανίση.
( Ατθίδες Αύραι ) Γεώργιος Bιζυηνός
Τρίτη 26 Απριλίου 2016
ΜΕΤΕΣΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ
Η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες! Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!
Πρώτη Αυτή πληροφορήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν». Για εννέα μήνες
Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν «επλήσθησαν αι ημέραι και έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Λουκ. Β' 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!
Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την αγία ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραυρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!
Τι απέμενε άραγε γι’ Αυτήν πλέον; Πώς μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι’ αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!
Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ό θάνατος!
Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ’ αυτούς τους αγίους του Θεού. Πώς ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;
Ο ιερός Δαμασκηνός - στο σχετικό λόγο για την Παναγία-μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της γι’ αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την «φίλην» σ’ Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το όποιο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Οποίος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου».
Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!
Αλλά γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Εάν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πώς να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;» αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά».
Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο όποιος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο, άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ότι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας».
Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «αποθανατίσθηκα εγώ ο θνητός... διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς, και φόρεσα την αφθαρσία, καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας».
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται καν θάνατος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθεί «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό.
Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η Κόρη της Ναζαρέτ, αλλ’ ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγράφε τα έξης σχετικά: «Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε- ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε». Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμησή Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί «την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι» και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε».
Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι’ Αυτή γεγονός. Αυτός ο Ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε «προς την οικείαν λοχεύτριαν»- και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή». Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους αγίους, την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ’ έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια «Άγια των Αγίων».
Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει, λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:
«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουραστείς. Σήκω, έλα, κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ό χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα».
Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάστασή Της, απορεί και γράφει:
«Ω! πώς ό ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς!
Πώς δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε το Θεό!
Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πώς ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού;
Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση.
Ω! το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα».
«Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ»
Αρχιμ. ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΛΥΡΑΚΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



