Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΕΥΧΗ Εἰς τήν ὑπεραγίαν Θεοτόκον



Θεοτόκε Παρθένε,

εὐλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,

Δέσποινα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς,

εὐλο­γημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου,

ὅτι σωτῆρα ἔτεκες,

τόν μονογενῆν Υἱὀν τοῦ Θεοῦ

καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.



Τῶν Ἀποστόλων, λαμπρότης,

τῶν προφητῶν σύναξις,

τῶν μαρτύρων ἐκκλησία,

τῶν χριστιανῶν τό καταφύγιον,

σκέπασόν με, Παρθένε Μαρία,

ὑπό τήν προστασίαν τῶν Ἀγγέλων

καί ὑπό τήν σκέπην τῶν πτερύγων σου,

καί βοήθησόν με τόν δοῦλον σου

ἀπό πάντα πειρασμόν,

ὁπού μέλλει νά μοῦ ἔλθῃ

καί μή μέ ἀπορρίψῃς, ὦ Παρθένε Μαρία,

βοήθησόν με, Κυρία τοῦ Κόσμου,

τήν ἡμέραν τῆς κρίσεως,

ὅπως ἔλθη ἡ ταπεινή μου ψυχή

μέσα εἰς τόν Παράδεισον

ἔμπροσθεν εἰς τόν ἀδέκαστον θρόνον τοῦ Υἱοῦ σου,

ὅταν ἔλθῃ νά κρίνῃ τόν κόσμον

ἐν τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ τῆς φρικτῆς Αὐτοῦ Παρουσίας

καί νά ἀκούσω

τό «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου

κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην μου βασιλείαν».



Ναί, Δέσποινα τοῦ Κόσμου,

δώρησόν μοι τῷ ταπεινῷ δούλῳ σου τό ζητούμενον,

ἵνα εὐχαρίστως δοξάζω τό ὄνομα τοῦ Πατρός

καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος,

νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αιώνων

Ἀμήν.




   

Δος μου απ’τις αρετές σου

Προσευχή - Ύμνος του Αγ. Νεκταρίου προς την Παναγία

Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε, κήπε καλλωπισμένε,
Σε δυσωπώ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου, φώτισον την ψυχήν μου.

Κόρη με ποίησον αγνόν, πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον, ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον, των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον, των αγαθών ταμείον.

Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν και μετριοφροσύνην,
φρόνησιν και απλότητα και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα, όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον, πνεύμα εξηγνισμένον.

Απέλασον την οίησιν, την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν, και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον, την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα, ισχυρογνωμοσύνην.

Την αστασία την φρικτήν, την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν, και την αισχρολογίαν.
Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν, δος μοι την καρτερίαν.

Δος μοι την αυταπάρνησιν, την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα, ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν, και πνεύμα αληθείας.

Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή, της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν, το θράσος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν και την απελπισίαν.

Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν, ως και την οκνηρίαν.

Τον φθόνον, την εμπάθειαν, το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν και την μνησικακίαν.

Την έριδα την ευτελή και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν, δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν και ευσυνειδησίαν.

Δος μοι, Παρθένε, την χαράν Πνεύματος του Αγίου.
Δος μοι ειρήνην τη ψυχή, ειρήνην του Κυρίου.
Δος μοι αγάπην, έρωτα θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν και εξηγιασμένον.
Δος πίστιν ζώσαν, ενεργόν, θερμήν, αγνήν, αγίαν,
ελπίδα αδιάσειστον, βεβαίαν και οσίαν.

Άρον απ’εμού, Παρθένε, τον κλοιόν της αμαρτίας,
την αμέλειαν, την μέθην, την ανελεημοσύνην,
τα κακάς επιθυμίας, την δεινήν ακολασίαν,
γέλωτας της ασελγείας και την πάσαν κακουργίαν.

Σωφροσύνην δος μοι, Κόρη, δος εγκράτειαν, νηστείαν,
προσοχήν και αγρυπνίαν και υπακοήν τελείαν.
Δος μοι προσοχήν εν πάσι και διάκρισιν οξείαν,
σιωπήν και ευκοσμίαν, και υπομονήν οσίαν.

Επιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, προς εργασίαν,
προς τελείωσιν και ζήλον αρετών προς γυμνασίαν.
Την ψυχήν μου, την καρδίαν και τον νουν μου, Παναγία,
τήρει εν αγιωσύνη, φύλαττε εν παρθενία.

Η προσευχή της γαλήνης

 Ω, Παναγιά μου, Δέσποινα, γλυκύτατη Παρθένα
εις τον αγώνα της ζωής, βοήθα με και εμένα.

 Βοήθησε με Παναγιά, γλυκιά μου Παναγία,
γιατί η ζωή είναι θάλασσα, μεγάλη τρικυμία..

Και ναυαγός ευρίσκομαι μέσα στη βιοπάλη,
στη χάρη σου στηρίζομαι, Παρθένα τη μεγάλη.

Και σαν μητέρα  ευσπλαχνική, ελπίζω να μας σώσεις,
και από ορατούς και αόρατους εχθρούς να μας γλιτώσεις.

Στη σκέπη των πτερύγων σου σκέπασε Παναγιά μου,
όλου του κόσμου τα παιδιά και ύστερα τα δικά μου.

Και φώτισέ τα, Παναγιά, Χριστό να ακολουθήσουν
και στον αγώνα της ζωής με πίστη να βαδίσουν.

Την πίστη, την πραότητα, μην την αμελήσουν,
καθώς και την εγκράτεια μην την καταπατήσουν.

Ναι, Παναγιά μου, Δέσποινα, λυπήσου και ευσπλαχνίσου
και άφεση αμαρτιών ζήτησε απ’ το Παιδί Σου.

Να συγχωρήσει πταίσματα και τα αμαρτήματά μας,
να οδηγήσει στο καλό και εμάς και τα παιδιά μας.

Προσευχή προς την Παναγία

(Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά)

Υπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε,

επάκουσον της οικτράς μου δεήσεως

και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου,

η μετά Θεόν ελπίς πάντων των περάτων της γης.

Τον βρασμόν της σαρκός μου κατάσβεσον.

Τον εν τη ψυχή μου αγριότατον κλύδωνα κατεύνασον.

Τον πικρόν θυμόν καταπράϋνον.

Τον τύφον και την αλαζονείαν της ματαίας οιήσεως

εκ του νοός μου αφάνισον.

Τας νυκτερινάς φαντασίας των πονηρών πνευμάτων

και τας μεθημερινάς των ακαθάρτων εννοιών προσβολάς

εκ της καρδίας μου μείωσον.

Παίδευσόν με την γλώσσαν λαλείν τα συμφέροντα.

Δίδαξον τους οφθαλμούς μου

βλέπειν ορθώς της αρετής την ευθύτητα.

Τους πόδας μου τρέχειν ανυποσκελίστως

ποίησον την μακαρίαν οδόν των του Θεού εντολών.

Τας χείρας μου αγιασθήναι παρασκεύασον ,

ίνα αξίως αίρω αυτάς προς τον Ύψιστον.

Κάθαρόν μου το στόμα,

ίνα μετά παρρησίας επικαλείται Πατέρα

τον φοβερόν Θεόν και πανάγιον.

Άνοιξόν μου τα ώτα, ίνα ακούω αισθητώς και νοητώς

τα υπέρ μέλι και κηρίον γλυκύτερα των αγίων Γραφών λόγια ,

και βιώ κατ ‘ αυτά από σου κραταιούμενος.

Δια γαρ σου , πανύμνητε και υπεράγαθε Δέσποινα,

περισώζεται πάσα βροτεία φύσις αινούσα και ευλογούσα

Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα,

την παναγίαν Τριάδα και ομοούσιον,

πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


   

Παναγία Βοηθός

Συ βοηθός αμαρτωλών, παράκλησις πασχόντων,
Συ ορφανών αντίληψις, ενίσχυσις καμνόντων.
Χειμαζομένων ει λιμήν, πτωχών παρηγορία,
αβοηθήτων δύναμις, χηρών παραμυθία.

Συ ευσεβών το στήριγμα, ελπίς απηλπισμένων,
των εναθλούντων έρεισμα, χαρά των τεθλιμμένων.
Συ σκέπη και αντίληψις των Σοι καταφευγόντων,
Συ ει στερέωμα πιστών, ρύστις κινδυνευόντων.

Σην κραταιάν αντίληψιν παράσχου μοι, Κυρία,
επί την Σην ενίσχυσιν θαρρώ, ω Παναγία.
Συ σκέπε, φρούρει, φύλαττε, από παντώς κινδύνου,
Συ των παγίδων ρύσαι με του δυσμενούς εκείνου.

Συ μοι γενού βοήθεια, σθένος και προστασία,
Συ μοι, Παρθένε, άχραντε, γενού μοι σωτηρία.
Σε δυσωπώ μεσίτευσον προς λύσιν οφλημάτων
τω Σω Υιώ και άφεσιν πολλών πλημμελημάτων,

Κόρη σεμνή, Βασίλισσα, κόσμου η σωτηρία.
Συ έσο μοι παράκλησις, χαρά, παραμυθία,
ίνα απαύστως εν χαρά υμνώ το όνομά Σου,
και ψαλλων μεγαλύνω Σε και τα θαυμάσιά Σου.





Παιδική προσευχή



Παναγιά μου Δέσποινα
και του Χριστού μητέρα
σε σέναν παραστέκουμαι
την νύχταν και τη μέρα.
Πέφτω κάμνω το σταυρόμ μου
άρμαν έχω στο πλευρόμ μου
δούλος του Θεού λογιούμαι
και κανένα δε φοβούμαι.




   

Στην Αμόλυντη

Δέξαι, Δέσποινα, ταχέως τας θερμάς μου ικεσίας,
και προσάγαγε Κυρίω, Κόρη, Μήτηρ του Θεού μου.
Σκέδασον δε τας ενέδρας και το θράσος του εχθρού μου,
και της υψηλής σου δείξον αξιόν με προστασίας,
λύσον συ τας περιστάσεις των εις Σε καταφευγόντων,
αποδίωξον τα στίφη των εμέ καταθλιβόντων.

Συ αφόπλισον, Παρθένε, δυσμενείς μοι πολεμίους
και αλάστορας εχθρούς μου, επιβούλους και δολίους.
Την κατώδυνον ψυχήν μου εκ πληγών και εκ τραυμάτων
δια Σων, αγνή Παρθένε, ανωδύνων ιαμάτων,
σπέυσον ίασαι και σώσον και εκ των αρωστημάτων,
των πολυωδύνων νόσων και παθών μου ανιάτων.





Προσευχή στην Παναγία

Παναγία μου!

Μητέρα μου πονεμένη και στοργική!

Βασίλισσά μου,

που προσκυνείσαι από τάγματα Αγγέλων

και Αρχαγγέλων,

και υμνείσαι από αναρίθμητα πλήθη πιστών Χριστιανών σου,

κλίνε, Παναγία μου, το αυτί σου

να σου πω τον μυστικό πόνο της ψυχής μου.

Με βλέπεις.

Είμαι βασανισμένος άνθρωπος, αμαρτωλός,

που δεύτερος αμαρτωλός σαν και μένα άλλος,

δεν υπάρχει.

Θλίβομαι, πονώ, κλαίω,

σπαράζει η ψυχή μου που Σου το λέγω, Παναγία μου.

Το κρατώ μυστικό από τους άλλους.

Γιατί πώς να τους το πω;

Με τι λόγια,

με τι κουράγιο να τους μιλήσω,

να τους παρουσιάσω την αθλιότητά μου,

τις πολλές μου αμαρτίες;

Σε Σένα, Παναγία μου,

μητέρα μου γλυκειά,

λέω τον πόνο και εκφράζω τη μεγάλη μου θλίψη.



Τα βάσανά μου είναι πολλά,

γιατί οι αμαρτίες μου είναι πολλές και μεγάλες.

Έλα, λοιπόν, Παναγία μου,

λυπήσου με και βοήθησέ με.

Δώσε μου μετάνοια,

δώσε μου χάρη να μετανοήσω,

να κλάψω, όπως μου πρέπει,

να πέσω κάτω

να ζητήσω το έλεος από τον Μονογενή Σου Υιό,

να ειρηνεύσω, να σωθώ.

Παναγία μου, Παναγία μου,

κάνε μου τούτο το μεγάλο καλό.

Σήκωσε από πάνω μου την αμαρτία και τη θλίψη,

τον πόνο της ψυχής μου.

Διώξε από κοντά μου τα βάσανα και τους πειρασμούς.

Και σώσε με, γλυκειά μου Παρθένα,

Μητέρα του κυρίου και Σωτήρος μου.
Αμήν.

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.Ψάλλει ο χορός των Αγιοκυπριανιτών Πατέρων.ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ (Ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου)


Ὅταν ἡ ψυχὴ κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καὶ χαρούμενα. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.

Ἡ Θεοτόκος δὲν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἂν μὲ τὸ λογισμό, καὶ δὲν ἔχασε ποτὲ τὴ Χάρη, ἀλλὰ κι Αὐτὴ εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στὸ Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σὰν τὸν ὠκεανὸ κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ Ἀδὰμ μετὰ τὴν ἔξωση ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιατὶ κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Κι ἂν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μὲ τὴ Θεία δύναμη, μὲ τὴν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατὶ ἦταν θέλημὰ Του νὰ δῇ τὴν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του, νὰ παραμείνη παρηγοριὰ καὶ χαρὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.
Ἐμεῖς δὲν φτάνουμε στὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ ἐννοήσωμε πλήρως τὸ βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τὸ Θεὸ καὶ Υἱό Της, ἀλλ᾿ ἀγαποῦσε καὶ τὸ λαὸ μὲ μεγάλη ἀγάπη. Καὶ τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καὶ ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσε τὴ σωτηρία τους, σταύρωναν τὸν ἀγαπημένο Υἱὸ Της;
Αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καὶ ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της ποὺ παραμένει ἀκατάληπτος γιὰ μᾶς.
Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πὲς σ᾿ ἐμᾶς τὰ παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τὸν Υἱό Σου καὶ Θεό, ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ; Πῶς χαιρόταν τὸ πνεῦμα Σου γιὰ τὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τὴν ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος, ποὺ Τὸν διακονοῦν μὲ φόβο καὶ ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν;
Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στὰ χέρια Σου τὸ Θαυμαστὸ Νήπιο; Πῶς τὸ ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ Τὸν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στὴν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στὴν σταύρωση καὶ πέθανε στὸ Σταυρό;
Πές μας, ποιά χαρὰ αἰσθάνθηκες γιὰ τὴν Ἀνάσταση ἢ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν Ἀνάληψη;
Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νὰ γνωρίσουν τὴ ζωή Σου μὲ τὸν Κύριο στὴ γῆ· ἀλλὰ Σὺ δὲν εὐδόκησες νὰ τὰ παραδώσῃς ὅλ᾿ αὐτὰ στὴ Γραφή, ἀλλὰ σκέπασες τὸ μυστήριό Σου μὲ σιγή.
Πολλὰ θαύματα καὶ ἐλέη εἶδα ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν ἀνταποδώσω κάπως αὐτὴ τὴν ἀγάπη.
Τί ν᾿ ἀναταποδώσω ἐγὼ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ δὲν μὲ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μ᾿ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικὰ καὶ μὲ συνέτισε; Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ Τὴν ἀναγνωρίσω ἀπὸ τὰ γεμάτα χάρη λόγια Tης καὶ τὸ πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν, ὥστε καὶ μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματὸς Tης γλυκαίνει τὴν καρδιά μου.
Ὅταν ἤμουν νεαρὸς ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιὰ φορὰ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ μπῆκε τότε στὴν καρδιά μου ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπὸ μόνη της νὰ προφέρεται ἐκεῖ.
Μιὰ ἄλλη φορὰ ἄκουγα στὴν ἐκκλησία τὴν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καὶ στὶς λέξεις «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἡσ. α 16) σκέφτηκα: Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καὶ μὲ τὸ λογισμὸ;. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Μέσα στὴν καρδιά μου μιὰ φωνὴ ἑνωμένη μὲ τὴν προσευχὴ πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτὲ δὲν ἁμάρτησε, οὔτε κἂν μὲ τὴν σκέψη». Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στὴν καρδιά μου γιὰ τὴν ἁγνότητὰ Της.
Ἐν τούτοις κατὰ τὸν ἐπίγειο βίο Tης δὲν εἶχε ἀκόμα τὴν πληρότητα τῆς γνώσεως καὶ ὑπέπεσε σ᾿ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, δὲν ἤξερε ποὺ εἶναι ὁ Υἱὸς Της καὶ Τὸν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μὲ τὸν Ἰωσήφ (Λουκ. β´ 44-46).
Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, ὅταν ἀναλογίζομαι τὴ δόξα τῆς Θεομήτορος.
Εἶναι ἐνδεὴς ὁ νοῦς μου καὶ φτωχὴ κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου χαίρεται καὶ παρασύρομαι στὸ νὰ γράψω ἔστω καὶ λίγα λόγια γι᾿ Αὐτήν.
Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νὰ τὸ ἀποτολμήσῃ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μὲ πιέζει νὰ μὴν κρύψω τὶς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.
Ἡ Θεοτόκος δὲν παρέδωσε στὴ Γραφὴ οὔτε τὶς σκέψεις Tης οὔτε τὴν ἀγάπη Tης γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Tης οὔτε τὶς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατὶ οὔτε καὶ τότε θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιὰ τὸ Θεὸ ἦταν ἰσχυρότερη καὶ φλογερότερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν Χερουβεὶμ καὶ τῶν Σεραφεὶμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾿ Αὐτήν.
Παρ᾿ ὅλο ὅμως ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὴν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πὼς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἀγάπη Tης ὅλο τὸν κόσμο καὶ βλέπει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς καί, ὅπως καὶ ὁ Υἱὸς Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καὶ ἐλεεῖ τοὺς πάντες.
Ὢ, καὶ νὰ γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, καὶ πόσο λυπᾶται καὶ στενοχωριέται γιὰ κείνους ποὺ δὲν μετανοοῦν! Αὐτὸ τὸ δοκίμασα μὲ τὴν πείρα μου.

Δὲν ψεύδομαι, λέγω τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πὼς γνωρίζω πνευματικὰ τὴν Ἄχραντη Παρθένο. Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ γνωρίσω Αὐτὴν καὶ τὴν ἀγάπη Tης γιὰ μᾶς. Χωρὶς τὴν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχὴ θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ πολὺν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νὰ μ᾿ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ μὲ νουθετήσῃ, γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: Δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου». Τὰ λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μὲ πραότητα καὶ συγκίνησαν τὴν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μὰ ἡ ψυχή μου δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσῃ ἐκείνη τὴ γλυκειὰ φωνὴ καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ εὐχαριστήσω τὴν ἀγαθὴ καὶ σπλαγχνικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτὴ εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο τ᾿ ὄνομά Της χαροποιεῖ τὴν ψυχή. Ἀλλὰ κι ὅλος ὁ οὐρανὸς κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μὲ τὴν ἀγάπη Tης.
Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στοὺς οὐρανοὺς καὶ βλέπει ἀδιάκοπα τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τοὺς φτωχοὺς κι ἀγκαλιάζει μὲ τὴν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τὴ γῆ κι ὅλους τοὺς λαούς.
Κι Αὐτὴ τὴν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε σ᾿ ἐμᾶς.
Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἐλπίδα μας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καὶ βρίσκεται κοντά μας κατὰ τὴ φύση σὰν ἄνθρωπος καὶ κάθε χριστιανικὴ ψυχὴ ἑλκύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν.


Ο αιώνιος θρήνος της μάννας Ο Επιτάφιος θρήνος: Ο αιώνιος θρήνος της μάνας Από τον Βυζαντινό Υμνογράφο στον Γιάννη Ρίτσο




Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω...

alt



Ιεροσόλυμα, 2000 χρόνια πριν...

Τρεις σταυροί τρυπούν έναν αιμάτινο ουρανό, που σε λίγο θα τον καταπιεί το σκοτάδι.
Τρεις κατάδικοι αφήνουν την τελευταία τους πνοή, «επί ξύλου κρεμάμενοι» στο όρος Γολγοθά.
Στον μεσαίο σταυρό, ο Υιός του Θεού. Εκείνος που ήρθε για να σηκώσει στις λεπτές του πλάτες το βάρος των αμαρτιών του κόσμου. Ο «αμνός» στάλθηκε ανάμεσα στους «λύκους» και τα «ερίφια» για να χαρίσει στους θνητούς την αιώνια ζωή. Ο «Βασιλιάς της πλάσης» κατεβαίνει σ' έναν φτωχό, μικρό τάφο για ν' ανέβει ο άνθρωπος κοντά στον Θεό.

alt

Διψώ.

Ζητά νερό, του δίνουν ξίδι.

Τετέλεσται.

Ήρθε το τέλος της ανθρώπινης πορείας του. Ο Θεάνθρωπος το ξέρει. Οι προφητείες εκπληρώθηκαν, ο κύκλος των Παθών έκλεισε, το έργο Του έλαβε αίσιον τέλος, η σωτηρία των ανθρώπων εξασφαλίσθηκε. Γερτή στον σταυρό, μια μαυροφορεμένη γυναίκα λιποθυμά. Τη συνεφέρουν. Κλαίει, οδύρεται, φωνάζει. Είναι η Παναγιά. Η τραγική Πανανθρώπινη Μάνα. Η αιώνια εκπρόσωπος των μανάδων που βλέπουν τα παιδιά τους να φυλακίζονται, να βασανίζονται, να οδηγούνται στον θάνατο. Το μοιρολόι της σπαρακτικό, ο θρήνος της απόλυτος. Δεν μπορεί να δεχτεί το τέλος της ανθρώπινης φύσης του Ιησού, παρότι είναι υποψιασμένη για τη Θεία Του Υπόσταση. Εκείνη είναι μια μάνα και το άψυχο κορμί στον σταυρό είναι ό,τι είχε στον κόσμο, ο γιος της:


lamentation-1.jpg

Οιμοί, ω Υιέ! η απείρανδρος θρηνεί και λέγει...
Φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη;
Οίμοι, φως του κόσμου οίμοι, φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε...

Θεσσαλονίκη, 2.000 χρόνια μετά

Κόκκινο ποτάμι η οργή, φουσκώνει και ξεχειλίζει η αδικία, κόκκινο ποτάμι το αίμα των αδικοχαμένων παλικαριών κυλάει στον δρόμο. Ζήτησαν ψωμί, ένα ανθρώπινο μεροκάματο, ένα καλύτερο αύριο, πήραν μαχαίρι. Κόκκινα κύματα οι διαδηλωτές καπνεργάτες βουίζουν και σπάζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ο αγώνας της εργατιάς έχει ξεκινήσει. Ο φόρος της τόλμης πληρώνεται. 9 Μαΐου του 1936, ημέρα Σάββατο. Συνεχίζεται κι εντείνεται η πανεργατική απεργία. Η χωροφυλακή προσπαθεί να αναχαιτίσει τους διαδηλωτές. Τα όργανα της τάξης αρχίζουν να πυροβολούν. Χρησιμοποιούν ακόμα και πολυβόλα. Δώδεκα νεκροί και εκατόν πενήντα τραυματίες μετρά εκείνη η μέρα ανάμεσα στους απεργούς.
Ανάμεσα στο πλήθος που κινείται συνέχεια με ορμή μια φιγούρα στέκει ακίνητη. Μια γυναίκα δεν κουνά από την άκρη του δρόμου. Ντυμένη στα μαύρα, σκυφτή, με τα λευκά μαλλιά της λυμένα, τα στήθη γδαρμένα. Τι πασχίζει να κρύψει με το σώμα της, τι θέλει να προστατέψει; Ανασηκώνει για λίγο το βλέμμα. Το άψυχο κορμί ενός νέου κείται πάνω σε μία ξύλινη πόρτα. Είναι ο γιος της, ο μονάκριβός της:


1abc9a.jpg

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
...
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.
...
Κορόνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου.

Κι όσο η μάνα σπαράζει, κάποιοι πλησιάζουν, να την ανασηκώσουν, να την βοηθήσουν, να πάρουν το νεκρό εργάτη και να τον σηκώσουν στα χέρια, ψηλά, να τον κάνουν τον λαϊκό τους ήρωα, παντιέρα, αρχή της διαδήλωσής τους. Η μάνα, αρχικά αντιδρά αρνητικά. Δεν θέλει να της τον πάρουν. Αρνείται την πραγματικότητα. «Αφορίζει» το «μοιραίο»:

Κανείς μη γγίξει πάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή. σιωπή. κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.

Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;
Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.

Δύο μανάδες, δύο γιοι, δύο άδικοι θάνατοι. Μια θυσία, ένα όραμα για έναν καλύτερο κόσμο ένας επιτάφιος θρήνος, το σπαρακτικό κλάμα, ο οδυρμός της Μάνας. Ο «Επιτάφιος θρήνος» των Βυζαντινών υμνογράφων και των πιστών από τη μία, ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου και της χαροκαμένης μάνας από την άλλη.

Πάθος - Πένθος -Λογισμός

Μια ολόκληρη νύχτα, κάθε άνοιξη, κάθε χρόνο, για αιώνες ο ίδιος θρήνος. Οι πιστοί σιγοψέλνουν σέρνοντας αργά τα βήματά τους. Ακολουθούν τον Επιτάφιο του Κυρίου. Ο «Επιτάφιος Θρήνος» γίνεται ένα σύμπλεγμα πόνου, οδύνης, ένα απόθεμα παρηγοριάς, αυταπάτης και οιμογών. Ένας καμβάς, όπου ο καθένας από εμάς κεντά το δικό του «δράμα», θρηνεί τις δικές του «απώλειες», κλαίει τον δικό του πεθαμένο.
Ο «Επιτάφιος Θρήνος», αυτό το Τραγούδι της Μεγάλης Παρασκευής, η «ποίηση των φτωχών» κατά τον Γιώργο Κοροπούλη, παρακολουθεί τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων και θρηνεί την ανθρώπινη τύχη του Χριστού από τη σύλληψή του και τους βασανισμούς ως τον σταυρικό θάνατο. Παραστέκεται, παράλληλα, και συμπονεί στην τραγική Μητέρα Του, την Παναγία, την εκπρόσωπο όλων των μητέρων της Γης, που περνά ώρες αγωνίας και πόνου δίπλα στον σταυρό του Μαρτυρίου, από την αρχική πληροφόρηση για τη σύλληψη του Γιου Της, ως τον τελευταίο λόγο Του, από τον Σταυρό. Όλα αυτά, όμως μέσα από την οπτική των πιστών που απορούν, πώς είναι δυνατόν να πεθάνει η «Ζωή;» Πώς μπορεί το Φως, ο Λόγος, ο Πλαστουργός να «χωρέσει» στο σκοτάδι το άλογο, τον ταπεινό χώρο ενός τάφου; Εξίστανται και στη συνέχεια δοξολογούν τον Κύριο για την επιλογή Του να εξανθρωπιστεί, να σηκώσει τις αμαρτίες των ανθρώπων και να τους χαρίσει τη σωτηρία, πληρώνοντας το μαρτυρικό αυτό τίμημα. Η παρουσία της Παναγίας δυναμική στην τραγικότητά της, αλλά όχι κυρίαρχη στον Ύμνο. Μοιάζει σαν οι υμνωδοί να συνεπαίρνονται από την εξιστόρηση των Παθών του Θεού και να κάνουν μια παραχώρηση για θνητά πρόσωπα. Σαν να χαρίζονται στα συναισθήματα των αναγνωστών, που θα δυσκολεύονταν να κατανοήσουν το Θείο Πάθος, εάν δεν υπήρχε ο ανθρώπινος παράγοντας, η Θρηνούσα Μάνα, η κλαίουσα Παναγιά.
Αντίθετα, στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο ανθρώπινος πόνος, τα θνητά πρόσωπα, η Μάνα είναι σε πρώτο πλάνο. Η Πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα, η φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της. Τα φυσικά φαινόμενα, τα συμπαντικά σημεία, ακόμα και η βουή και το όραμα των διαδηλωτών, που αγωνίζονται για έναν πιο δίκαιο κόσμο, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ο ποιητής συμπάσχει με τη μάνα, θρηνεί μαζί της τον άδικο χαμό του νιου, αλλά πάνω από όλα «μοιρολογά» το σπάσιμο του άρρηκτου, ομφάλιου, σπαργανικού δεσμού μάνας - γιου, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή και τις μικροχαρές απλών, απροστάτευτων, πονεμένων ανθρώπων.

Η γέννηση ενός Θρήνου

Το Θείο Δράμα βρίσκεται στην καρδιά των θρησκειών της Ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Μικρασία, Συρία, Αιγαίο) με τις διάφορες μορφές του Πάσχοντος Θεού, τον Όσιρι, τον Ταμμούζ, τον Βήλο-Μαρντούκ, τον Βάαλ, τον Άδωνι, τον Χετταίο Τιλιπινού, τον Κρητικό Δία, τον Διόνυσο και άλλους. Κατά τον Παναγή Λεκατσά, ο ιερουργικός σκελετός είναι ο ίδιος και μπορούμε να τον ανασυγκροτήσουμε χρησιμοποιώντας τα ιερουργικά στοιχεία από τη μια και τις μυθολογικές προβολές από την άλλη. Σαν τέτοιες προβολές, οι Θειοδραματικοί μύθοι συχνά ανακρατούν στοιχεία που ξέπεσαν από τις ιερουργίες του ενός ή του άλλου Θείου Δράματος ή που σωπάστηκαν από την παράδοση, εξαιτίας του μυστηριακού τους χαρακτήρα.
Ο Επιτάφιος Θρήνος είναι ένα σύμπλεγμα τέτοιων στοιχείων και φυσικά εγκωμίων. Πρώτος ποιητής Εγκωμίων, κατά τον Γ. Κοροπούλη, ο Θεόδωρος Στουδίτης, που «έδρασε» τον ένατο αιώνα. Η σύνθεση όμως εγκωμίων δεν σταματά εκεί. Από τον δέκατο έως τον δέκατο τρίτο αιώνα, ο Θρήνος ανέρχεται με ανανεωμένη μορφή στην επιφάνεια από τους παράλληλους δρόμους της Βυζαντινής εικονογραφίας και της ποίησης των εγκωμίων, δύο συγκοινωνούντων δοχείων που ξεχειλίζουν ταυτόχρονα.
Αυτό το ξεχείλισμα εμποδίζει την τυποποίηση. Πλήθος ποιητών, άλλοι καλοί, άλλοι μέτριοι, προσθέτουν στροφές, τροποποιούν τη μετρική ή ρυθμική τους μορφή, επανέρχονται προσθαφαιρώντας συλλαβές. Το 1552, στη Βενετία παγιώνεται και τυπογραφικά ο Επιτάφιος Θρήνος. Έτσι, τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (όρθρος Μ. Σαββάτου) ανήκουν σε τρεις «στάσεις» 75 στην Α' (ήχος πλάγιος α'),62 στη Β' (ήχος πλάγιος α'), 48 στην Γ' (ήχος γ'), σύνολο: 185. Αν όμως αφαιρεθούν θεοτόκια, δοξαστικά και κάποια άλλα, στην ουσία απομένουν 176, όσοι και οι στίχοι του Ψαλμού ριη'.
Από την άλλη, ο Επιτάφιος του κορυφαίου ποιητή της γενιάς του 30' είναι μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα, ενώ τα 2 τελευταία έχουν 9 δίστιχα. Γραμμένος σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, στην αρχική, «ατελή» (12 Μάη του '36) του έκδοση, στον Ριζοσπάστη, είχε μικρότερη έκταση και τον τίτλο Μοιρολόι. Στην πορεία ο ποιητής προσέθεσε τα υπόλοιπα ποιήματα και την οριστική μορφή του με τα 162 δίστιχα τη βρίσκουμε στη δεύτερη έκδοση, που έγινε τον Δεκέμβρη του 1956.
Για τον Γιάννη Ρίτσο, όλα ξεκίνησαν από μία... φωτογραφία: την φωτογραφία που δημοσιεύτηκε στις 10 Μαΐου του 1936 στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων Ριζοσπάστης και Πρωία. Ο ποιητής αγόρασε την εφημερίδα, διάβασε τις συνταρακτικές ειδήσεις και η ματιά του φυλάκισε τη φωτογραφία με το άψυχο σώμα ενός νέου διαδηλωτή, ξαπλωμένου ανάσκελα, με ανοιχτά χέρια και πόδια, σε μια πόρτα καταμεσής του δρόμου, ανάμεσα στις γραμμές του τραμ...
Γονατιστή δίπλα του, η μαυροφορεμένη μάνα του θρηνεί για τον αναπάντεχο χαμό του, με διπλωμένα στο στήθος τα χέρια. Συγκλονισμένος ο Ρίτσος, κλείστηκε στο δωμάτιο του κι έγραψε την ίδια νύχτα κλαίγοντας, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος (Επιστολή Γ. Ρίτσου προς Χρύσα Προκοπάκη). Την επόμενη, 11 Μαΐου, παρέδωσε τους στίχους στα γραφεία της εφημερίδας, η οποία στην αμέσως επόμενη έκδοσή της, στις 12 Μαΐου του 1936, τους δημοσίευσε.

Η σκηνοθεσία ενός Θρήνου

Η ζωή εν τάφω κατατέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Έκπληξη, απορία, έκσταση κατακλύζει τους πιστούς ακόμα και τις στρατιές των αγγέλων. Προσφωνούν το Χριστό και αναρωτιούνται για την επιλογή του Θεανθρώπου να εξανθρωπισθεί, να συλληφθεί, να φυλακισθεί, να μαστιγωθεί, να οδηγηθεί σε σταυρικό θάνατο για να απαλλάξει τον άνθρωπο από το προπατορικό αμάρτημα και να του προσφέρει τη βασιλεία των ουρανών:
Η ζωή πως θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς; Του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.
Πως είναι δυνατόν να πεθάνει η ίδια η Ζωή, ακόμα και η φύση απορεί. Πώς θα αντέξει ο Άδης το φως της αίγλης Του; Πώς είναι δυνατόν ο χορηγός της ζωής να κείται άπνους; Πώς μπορεί να σβήσει ο λύχνος; Την έκπληξη ακολουθούν οι ευχαριστίες και οι δοξολογίες:
Προσκυνώ το πάθος, ανυμνώ την ταφήν, μεγαλύνω σου το κράτος, Φιλάνθρωπε, δι ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.
Σε δοξάζουμε, Άφθορε, γιατί θυσιάστηκες για να μας σώσεις από τη φθορά.
Πλημμύρα επιθέτων για να προσεγγίσουν το μεγαλείο, να κατανοήσουν το ακατανόητο: Σωτήρ, Ωραίος, Λυχνίας φως, Χορηγός πνοής, Πλαστουργός, Γης Βασιλεύς, Λόγος, Αμνός... Πώς όλες αυτές οι ιδιότητες να χωρέσουν σε ένα μικρό σκοτεινό τάφο;
Σωρεία δυνατών εικόνων, έντονων αντιθέσεων. Η φύση συγκλονίζεται, το σύμπαν συμπάσχει. Ακολουθούν κοσμογονικά φαινόμενα. Τραντάζονται τα θεμέλια του Άδη, σείεται το κρηπίδωμα του ναού, συγκλονίζεται η Γη και ο Ήλιος κρύβει τις ακτίνες που σκοτεινιάζει. Φρίττει η Πλάση και κάπου ανάμεσα στο Λογικό και το Εξωλογικό, στη Ζωή και στον Θάνατο, στο Θείο και στο Ανθρώπινο, στους Πιστούς και στο Σύμπαν στέκεται θρηνούσα η Παναγία: Κλαίει, οδύρεται, αναφωνεί: «Πώς να σε κηδεύσω Υιέ;»
Τις μοι δώσει ύδωρ και δακρύων πηγάς, η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν, ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;
Ω βουνοί και νάπαι και ανθρώπων πληθύς, κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε, συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί
καλεί τους ανθρώπους και τη φύση να θρηνήσουν μαζί της η Πανανθρώπινη Μητέρα. Ο πόνος αβάσταχτος, καταμετρά τα χαρίσματα του γιους της (άχρονο φως, χαρά, ηδονή της καρδιάς). Η Παναγία αδυνατεί να αποδεχτεί το τραγικό τέλος του γιου της, παρότι είναι «υποψιασμένη» για τη θεία φύση του:
Ω Θεέ και λόγε, ω χαρά η εμή, πως ενέγκω Σου ταφήν την τριήμερον; Νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς.
Μόνη ελπίδα για κείνη να πραγματοποιηθούν οι Προφητείες του Ιησού για την

Ανάστασή Του:

Θέλων ώφθης, Λόγε, εν τω τάφω, νεκρός, αλλά ζης και τους Βροτούς, ως προείρηκας, αναστάσει Σου, Σωτήρ μου, εγερείς.

Τις ελπίδες διαδέχονται νέα κύματα θρήνων αλλά και ενοχών για τις «αυταπάτες της», που πίστεψε τον Γαβριήλ, πού της μήνυσε ότι θα γεννήσει έναν βασιλιά και δεν έδωσε σημασία στα λόγια του Συμεών, πού της προείπε για τον αβάσταχτο πόνο της ρομφαίας: Οίμοι, ω Υιέ! Η απείρανδρος θρη¬νεί και λέγει. ον ως Βασιλέα γαρ ήλπιζον, κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.
Ταύτα Γαβριήλ μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη, ος την βασιλείαν αιώνιον, έφη, του Υιού μου του Ιησού.
Φευ! του Συμεών εκτετέλεσται η προφητεία. ή γαρ ση ρομφαία διέδραμε, την εμήν καρδίαν, Εμμανουήλ.
Κι όσο η Μητέρα του Θεού θρηνεί, οι πιστοί δοξολογούν και ανακράζουν σε όλη τη

«Δευτέρα Στάσι»:

«Άξιον εστί μεγαλύνειν Σε τον ζωοδότην, τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού...
και υμνολογούν σ' όλη την «Τρίτη Στάσι»:
Α γενεταί πόσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.
Κι όσο αυτές οι σκηνές διαδραματίζονται στα Ιεροσόλυμα, στη Θεσσαλονίκη, 2.000 χρόνια μετά, μια άλλη μάνα θρηνεί έναν άλλο γιο. Έναν γιο που κι αυτός χάθηκε άδικα, θυσιάσθηκε σ' έναν άλλο «σταυρό» στους «δρόμους» των εργα¬τικών κινητοποιήσεων, για ένα καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο, όπου οι φτωχοί θα έχουν κι αυτοί δικαιώματα και μερίδιο.
Κι εδώ έχουμε περίγυρο τους απεργοσπάστες, τους περαστικούς, τη φύση πού μετέχει με τη δύναμη των εικόνων της. Όλα αυτά όμως περνούν σε δεύτερο πλάνο, είναι ο καμβάς πάνω στον όποιο ο Γιάννης Ρίτσος κεντά τον θρήνο της μάνας για τον γιο, τον απόλυτο σπαραγμό της, τη ρήξη της πιο στέρεας τρυφερής σχέσης, της άδολης αγάπης Μητέρας - Γιου.
Το θέμα πού διατρέχει τον Επιτάφιο είναι αυτός καθεαυτόν ο σπαραγμός της μάνας μπροστά στο νεκρό παιδί της: πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς πού κλαίω και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι πού σωπαίνει
και είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Είναι τέτοιος ο πόνος, πού νιώθει τη ζωή της να τελειώνει αφού όλη της η ζωή ήταν ο γιος της.
Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι ολ' ήτανε για μένα.
Σε κείνον προσδοκούσε να βρει στήριγμα στις δυσκολίες και τα γεράματα. Τώρα, όλα χάθηκαν. Εάν λοιπόν ο γιος της δεν μπορεί να επιστρέψει στη ζωή, να αναστηθεί (όπως κι ή Παναγιά «παρακινούσε» τον Θεάνθρωπο), κάλλιο να τον ακολουθήσει στον θάνατο:
Νιότη από τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα, τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.
...
Γιε μου αν δε σου 'ναι βολετό να 'ρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκιά μου συντροφιά μου.
Σπαράζει και το λογικό της αρνείται να «δεχθεί», να συλλάβει το «κακό». Χήρα, σ' ένα φτωχό καλυβάκι, ένα χαροκαμένο σπιτικό πώς ν' αποδεχθεί το θανατικό; Ο νους και η σκέψη στρέφει πίσω, στο ευτυχισμένο «πριν», τότε που η παρουσία του παιδιού στο σπίτι τα γλύκαινε, τα ομόρφαινε όλα. Στις στιγμές μιας ζεστής καθημερινότητας.
Λόγια, κινήσεις, τρόποι της δημοτικής ποίησης. Το μανιάτικο μοιρολόι «ζει» μέσα από την ποίηση του Ρίτσου. «Άλλωστε η Μάνη ήταν για κείνον μια ιδιαίτερη «πατρίδα»:
Όλα μου τα 'δειχνες εσύ, παιδί μου κι άρχοντα μου,
κι ως τα 'βλεπες όλα έφεγγαν σα να 'ταν σ' ώρα γάμου.
Κι όλα κοντά μου τα 'φερνες, γνέφια, πουλιά κι αστέρια,
που έλεγα κι έτσι να 'κανα θα τα 'πιανα στα χέρια.
Η προηγουμένη ευτυχία κάνει πιο έντονο τον πόνο, πιο σπαρακτικό, ζοφερό το παρόν. Εικόνες γεμάτες δύναμη, αντιθέσεις οδύνης και ή μάνα, όπως πριν και η Μάνα-Παναγιά, απαριθμεί τα χαρίσματα του γιου της ξεκινώντας όμως σ' αύτη την περίπτωση από τα φυσικά χαρίσματα και στη συνέχεια περνώντας στα ψυχικά, στην ιδεολογία και στο υψηλό αίσθημα προσφοράς, που έφτασε στο απόγειο του αλτρουισμού με τη θυσία της ίδιας της ζωής του γιου για τα οράματα του:
Μάτια γλαρά πού μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσχιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ.
...
Κι ήταν χαρά σου να σκορπάς, και δόξα σου να παίρνουν, ν' ανασηκώνεις απ' τη γης τα όσα βογγούν και γέρνουν.
Κι όλα τα πλούτια σου, γλυκέ, στον κόσμο εχάριζές τα
κι όλα τα χάρισες, κι εμέ μ' αφήκες δίχως ζέστα.
Με άνεση ό ποιητής περνά από τα ρεαλιστικό στο λυρικό, στο ιδεατό, ακόμα και στο συμπαντικό:
Και, να σου, ένα ανοιξιάτικο που 'ρχόταν συννεφάκι
στα γόνατα σου να τριφτεί σον άσπρο προβατάκι.
Κι έτσι στητός μου φαινόσουν του κόσμου όλου πατέρας
και πάλι τόσο ανάλαφρος σα φως και σαν αγέρας.
Συμπαντικά φαινόμενα, ένας διαφορετικός «Παντοκράτο¬ρας» σε μια φύση εναργή, παρούσα μέσα από δυνατές εικό¬νες. Μια φύση πού «παίζει» με τις μικρές (πουλιά, λουλούδια) αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις της (αστέρια, ουρανός, ήλιος). Μια φύση πού δεν φρίττει και δεν συγκλονίζεται όπως στην περίπτωση ιού βυζαντινού «Επιταφίου» αλλά περιμένει τον Γιο για ν' αναδειχθεί, να λάμψει στα μάτια του:
Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει χάσει.
Με άνεση ο ποιητής πηγαινοέρχεται από τα κοσμογονικά και τα συμπαντικά στα καθημερινά, στις οικείες εικόνες του απλού λαού, στις μικρές «τετριμμένες» χαρές του. Στη γάτα που καρτερά να τριφτεί στα πόδια του γιου και στις σταγόνες του νερού πού κρυσταλλίζουνε στη στάμνα. Εικόνες δυνατές, αντιθέσεις, σχήμα χιαστό, κυκλικό, πρωθύστερο, μαζί με ιαμ¬βικό δεκαπεντασύλλαβο, δίστιχα, και στοιχεία της δημοτικής ποίησης. Ο Ρίτσος κατέχει την παράδοση. επιλέγει όμως τις τεχνικές της μοντέρνας ποίησης.
Κι όσο ή μάνα τον «καρτερά» μάταια, όσο βουλιάζει στην ερημιά, στην εγκατάλειψη και στο θρήνο, θυμάται λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα και νιώθει ενοχές πού δεν «προείδε» το «κακό» και δεν έτρεξε να το σταματήσει:
Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ' έτρεξα ξοπίσω
τα στήθια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.
Κι όμως χρόνια πριν έρθει το «κακό» την έτρωγε η ανησυ¬χία μην τον χάσει. Ένιωθε πώς κάτι «πέρα από τον κόσμο τους» τον καλούσε και φοβόταν αυτό πού δεν καταλάβαινε. Κι εκείνος ένιωθε την ανησυχία της και την καθησύχαζε:
Μα ω κάτι να σε φώναζε μες στη χρυσήν εσπέρα, πάντα σου αγνάντευες ψηλά και πάντα πάρα πέρα.

Ω γιε μου, αυτοί που σ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε

τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.
Ο κόσμος της μάνας έχει συνθλίβει, έχει αναποδογυρίσει, ζητά εκδίκηση και δεν υπάρχει τίποτα πού να την παρηγορεί, που να μπορεί να πιστέψει, ούτε η θρησκεία, που μέχρι τότε έμοιαζε να είναι η καταφυγή κι η παραμυθία της. Τα αμφισβητεί όλα:
Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα 'στελνες τον Άγγελο από πέρα.
Κι αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν θεός κι αν ήμασταν παιδιά σου,
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματα σου.
Κι αν ήσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Νιώθει τη θρησκεία σαν σκιάχτρο στα χέρια των αφεντάδων, σαν όργανο επιβολής των σχεδίων τους:

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ' αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Η μάνα βιώνοντας το άδικο, συνειδητοποιεί ότι η παθητικότητα δεν ωφελεί. Η ανατροπή του «κακού», η «Ανάσταση» του γιου, έστω στη μνήμη των ζωντανών μπορεί να έρθει μόνο με τη δράση. Την πάλη για έναν καλύτερο κόσμο. Τον αγώνα της εργατικής τάξης. Ανασηκώνει το κεφάλι, σταματά τον θρήνο, αφήνει να της πάρουν το άψυχο σώμα του γιου να τον κάνουν προπομπό, «σημαία» της κινητοποίησης. Ενστερνίζεται το δράμα του:
Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κι εμείς ούτε ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Στα μάτια των συναδέλφων του γιου βλέπει το παιδί της, στα λόγια των διαδηλωτών ακούει τη φωνή του:

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.

Γιε μου, στις φλέβες ολουνών έμπα βαθιά και ζήσε.
Ανάμεσα τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Η μάνα βρίσκει παρηγοριά στον αγώνα, βρίσκει έναν νέο λόγο για να παραμείνει ζωντανή, έναν σκοπό ύπαρξης, βρίσκει τρόπο ν' αναστήσει τον γιο. Κρατώντας τον ζωντανό στη μνήμη, βοηθώντας να ευοδωθεί ο αγώνας εκείνου:
Κι αντίς τ' άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον Ήλιον αντικρίζω.
Γιε μου, στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου, σου πήρα το ντουφέκι σου κοιμήσου, εσύ, πουλί μου.
Κλείνει δυναμικά τον Επιτάφιο ο Γ. Ρίτσος με αισιοδοξία που πηγάζει άλλωστε από την ίδια του τη φύση αλλά και το πι¬στεύω του ότι στη γλυκόπικρη ζωή, παρά τις δυσκολίες, υπάρ¬χει ελπίδα. Ο αγώνας της εργατικής τάξης θα βρει δικαίωση κι ο Ήλιος θα ξημερώσει κάποτε σ' έναν καλύτερο κόσμο...
Έτσι, ο ποιητής, «διδάσκαλος της γραφής και του αισθάνεσθαι» (κατά τον Γ. Σαββίδη), αυτός ο ευαίσθητος σεισμογράφος της πραγματικότητας, δίνει τη δική του εκδοχή αλλά και έκβαση ενός επιτάφιου θρήνου. Με την ευαισθησία και την εναργή του συνείδηση συγκλονίζεται από το δράμα των φτωχών και αδύναμων ανθρώπων και καυτηριάζει την ανεπί¬τρεπτη παρέμβαση στη ζωή και στην καθημερινότητα τους. Πιστεύει ότι ο λαός δεν μετέχει στις χαρές της ζωής και της τέχνης, καθώς αναλώνεται στον αγώνα της βιοπάλης. Δεν αμείβεται ανάλογα με τον μόχθο του. είναι όμως σε θέση με τον αγώνα του να πετύχει ένα «ηλιόχαρο, εορταστικό σύμπαν»:
Δεν είναι ξόδι τούτο δω, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ και γέλιο, αγάπη, οργή, το κάθε μάτι στάζει.
Για το αίμα που 'βαψε τη γης αντρειεύτηκαν τα πλήθια - δάσα
οι γροθιές, πέλαα οι κραυγές, βουνά οι καρδιές, τα στήθια.
...
Ω, τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι ανθρώποι,
φεγγοβολάνε οι ουρανοί, μοσκοβολάνε οι τόποι.

Του Γιώργου Μπαχά
Εκδότη - Διευθυντή του περιοδικού «ΝΕΜΕCIS»

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.



                    panagia xristoulis!.jpg
Η ζω­ή της Πα­να­γί­ας μας σκι­α­γρα­φεί­ται α­πό τους Ευ­αγ­γε­λι­στές, τα λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας (συ­να­ξά­ρια και τρο­πά­ρια των Θε­ο­μη­το­ρι­κών ε­ορ­τών) και τους λό­γους των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Αυ­τές εί­ναι οι πη­γές για το κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί.
Οι γο­νείς της
Η Θε­ο­τό­κος ή­ταν κό­ρη του πλού­σιου κτη­νο­τρό­φου Ι­ω­α­κείμ και της Άν­νας, που κα­τα­γό­ταν α­πό το βα­σι­λι­κό γέ­νος του Δαυ­ίδ.
   Ε­πει­δή ο Ι­ω­α­κείμ και η Άν­να ή­ταν ά­τε­κνοι (η Άν­να ή­ταν στεί­ρα), πα­ρα­κα­λού­σαν για πολ­λά χρό­νια το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί, με την υ­πό­σχε­ση ό­τι το παι­δί που θα γεν­νη­θεί, θα το α­φι­ε­ρώ­σουν σ' Αυ­τόν. Πρέ­πει να ση­μει­ω­θεί ό­τι η α­τε­κνί­α την ε­πο­χή ε­κεί­νη ή­ταν ντρο­πή-κα­τά­ρα για έ­να αν­δρό­γυ­νο και ό­λοι τους πε­ρι­φρο­νού­σαν μέ­σα στην κοι­νω­νί­α. Α­κό­μα και οι ι­ε­ρείς δεν δέ­χον­ταν τα δώ­ρα που πρό­σφε­ραν στο να­ό του Θε­ού, λό­γω της α­τε­κνί­ας τους. Εξ αι­τί­ας αυ­τού η μεν Άν­να πή­γε μέ­σα στον κή­πο τους, ο δε Ι­ω­α­κείμ α­νέ­βη­κε στο βου­νό και ε­κεί με δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λού­σαν το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί και να λύ­σει την α­τε­κνί­α τους. Και ο Θε­ός τους προ­μή­νυ­σε με τον αρ­χάγ­γε­λό Του Γα­βρι­ήλ ό­τι θα συλ­λά­βει η πρώ­ην ά­γο­νος και στεί­ρα Άν­να και θα γεν­νή­σει παι­δί ά­γιο.
Πράγ­μα­τι η Άν­να συ­νέ­λα­βε, και γέν­νη­σε τη Βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό της συλ­λή­ψε­ως στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου: «η σύλ­λη­ψις της Α­γί­ας Άν­νης, μη­τρός της Υ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου».
                 0909_Ioakeim_Anna.jpg
Η Γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου
Έ­τσι λοι­πόν συ­νε­λή­φθη και γεν­νή­θη­κε η α­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α· ό­χι βέ­βαι­α χω­ρίς σαρ­κι­κή συ­νά­φεια των γο­νέ­ων της. Γεν­νή­θη­κε σε εν­νέ­α μή­νες και, ναι μεν ή­ταν καρ­πός της υ­πο­σχέ­σε­ως του Θε­ού, αλ­λά έ­γι­νε με σπέρ­μα αν­δρός με τη συ­νεύ­ρε­ση των γο­νέ­ων της. Μό­νο ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός γεν­νή­θη­κε α­πό την α­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α με τρό­πο α­νέκ­φρα­στο και α­νερ­μή­νευ­το, ό­πως Ε­κεί­νος Μό­νος γνω­ρί­ζει, χω­ρίς να υ­πάρ­χει το σαρ­κι­κό θέ­λη­μα.
Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, η Πα­να­γί­α γεν­νή­θη­κε στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ. Μά­λι­στα οι πα­τέ­ρες της α­γι­ο­τα­φι­κής α­δελ­φό­τη­τας δεί­χνουν στους προ­σκυ­νη­τές τον τό­πο γέν­νη­σης της Θε­ο­τό­κου, που βρί­σκε­ται κον­τά στην προ­βα­τι­κή κο­λυμ­βή­θρα. Ο­νο­μά­στη­κε Μα­ριάμ (Μα­ρί­α ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο) που ση­μαί­νει Κυ­ρί­α, Ελ­πί­δα.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου στις 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: «το Γε­νέ­θλιον της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».  
                   1121_Eisodia_tis_Theotokoy2.jpg
Η εί­σο­δος της Θε­ο­τό­κου στον Να­ό
Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­φθα­σε τον τρί­το χρό­νο της η­λι­κί­ας της, την έ­φε­ραν οι γο­νείς της -σύμ­φω­να με την υ­πό­σχε­σή τους-στο Να­ό, και την πα­ρέ­δω­σαν στους ι­ε­ρείς. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, τη συ­νό­δευ­σαν λαμ­πα­δο­φο­ρού­σες «παρ­θέ­ναι των Ε­βραί­ων».
Α­φού την πα­ρέ­λα­βε ο ι­ε­ρέ­ας και προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας, πα­τέ­ρας του Ι­ω­άν­νου Προ­δρό­μου,κι­νού­με­νος α­πό τη θεί­α βου­λή, την ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό και α­γι­ώ­τε­ρο μέ­ρος του Να­ού, στα ά­για των Α­γί­ων. Ε­κεί έ­ζη­σε δώ­δε­κα χρό­νια και α­ξι­ω­νό­ταν κα­θη­με­ρι­νά θεί­ες φα­νε­ρώ­σεις, ε­νώ θεί­ος άγ­γε­λος-ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ-της έ­φερ­νε συ­νε­χώς ου­ρά­νια τρο­φή.  Έ­τσι, ζών­τας μέ­σα στο χώ­ρο της α­γι­ό­τη­τας, ε­τοι­μα­ζό­ταν ο «έμ­ψυ­χος να­ός εις κα­τοί­κη­σιν του Κυ­ρί­ου».
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή των Ει­σο­δί­ων στις 21 Νο­εμ­βρί­ου: «μνή­μη της εν τω Να­ώ Ει­σό­δου της Θε­ο­μή­το­ρος»
                euaggelismos.jpg
Ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου
Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­γι­νε δε­κα­πέν­τε ε­τών, οι γο­νείς της εί­χαν κοι­μη­θεί, γι' αυ­τό οι ι­ε­ρείς φρόν­τι­σαν να την α­πο­κα­τα­στή­σουν. Προ­έ­κρι­ναν ως κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο τον δί­και­ο Ι­ω­σήφ. Η Γρα­φή τον ο­νο­μά­ζει Δί­και­ο: «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων..­.» (Ματθ. α­';­19), που ση­μαί­νει πως εί­χε ό­λες τις α­ρε­τές. Ο Γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ή­ταν χή­ρος και πα­τέ­ρας με ε­πτά παι­διά α­πό άλ­λη γυ­ναί­κα. Αυ­τά εί­ναι τα «θε­τά» ά­δέλ­φια του Ι­η­σού και ό­χι παι­διά της Θε­ο­τό­κου, η ο­ποί­α εί­ναι Α­ει­πάρ­θε­νος, πα­ρέ­μει­νε δη­λα­δή Παρ­θέ­νος και με­τά τη γέν­νη­ση του Κυ­ρί­ου και πο­τέ δεν ήλ­θε σε σαρ­κι­κή ε­πα­φή με τον Ι­ω­σήφ, ό­πως βλά­σφη­μα δι­δά­σκουν οι προ­τε­στάν­τες και άλ­λοι αι­ρε­τι­κοί. Έ­τσι ο αρ­ρα­βώ­νας ή­ταν α­πα­ραί­τη­τος, για να κα­λυ­φθεί η υ­περ­φυ­σι­κή γέν­νη­ση του Ι­η­σού με την πα­ρου­σί­α του Ι­ω­σήφ.
Ο Ι­ω­σήφ πα­ρέ­λα­βε τη Μα­ριάμ και ήρ­θε στη Να­ζα­ρέτ. Τον τέ­ταρ­το μή­να με­τά την έ­ξο­δό της α­π' το Να­ό, ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της λέ­γον­τάς: «Χαί­ρε, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, ο Κύ­ριος με­τά σου, ευ­λο­γη­μέ­νη συ εν γυ­ναι­ξί..­.­».
Η Μα­ριάμ α­κού­γον­τας το χαι­ρε­τι­σμό τα­ρά­χτη­κε. «Μη φο­βά­σαι» της λέ­γει ο Αρ­χάγ­γε­λος «Μη φο­βού Μα­ριάμ εύ­ρες γαρ χά­ριν πα­ρά τω Θε­ώ» (Λουκ. α­'28-30).  Γι' αυ­τό θα συλ­λά­βεις και θα γεν­νή­σεις Υι­ό και θα τον ο­νο­μά­σεις Ι­η­σού. «Και ι­δού συλ­λή­ψη εν γα­στρί και τέ­ξη υι­όν, και κα­λέ­σεις το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούν» (Λουκ. α­'­31).
Η Παρ­θέ­νος στο ά­κου­σμα αυ­τό ρω­τά­ει τον άγ­γε­λο: «Πως έ­σται μοι τού­το; Ε­πεί άν­δρα ου γι­νώ­σκω;» (Πως θα γί­νει αυ­τό, α­φού δεν γνω­ρί­ζω σαρ­κι­κά άν­τρα;­). Καί ο άγ­γε­λος της λύ­νει την α­πο­ρί­α λέ­γον­τάς της: «Πνεύ­μα Ά­γιον ε­πε­λεύ­σε­ται ε­πί σε και δύ­να­μις Υ­ψί­στου ε­πι­σκιά­σει σοι» (Λουκ. α­'­35) (Θα έλ­θει σε σέ­να το Ά­γιο Πνεύ­μα και θα σε σκε­πά­σει η Δύ­να­μη του Υ­ψί­στου).
Τό­τε η Παρ­θέ­νος, α­πο­κρί­θη­κε προς τον άγ­γε­λο: «­Ι­δου η δού­λη Κυ­ρί­ου, γέ­νοι­τό μοι κα­τά το ρή­μά σου»­.(Λουκ. α­'­37) (Να η δού­λη του Κυ­ρί­ου, ας γί­νει σ' ε­μέ­να σύμ­φω­να με τον λό­γο σου).
Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο Κύ­ριος μας Ι­η­σούς Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε στη μή­τρα της α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας γί­α τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό στις 25 Μαρ­τί­ου: «ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».
           panagia eelisabet.jpg
Η Μα­ριάμ ε­πι­σκέ­πτε­ται την Ε­λι­σά­βετ
Η μα­κα­ρί­α Παρ­θέ­νος Μα­ριάμ, έ­χον­τας μέ­σα στα σπλά­χνα της Αυ­τόν που δεν τον χω­ρά­ει το σύμ­παν, έ­φυ­γε βι­α­στι­κά α­πό τη Να­ζα­ρέτ για κά­ποι­α πό­λη στα ο­ρει­νά της Ι­ου­δαί­ας, ό­που κα­τοι­κού­σε το ευ­λο­γη­μέ­νο αν­δρό­γυ­νο, ο Ζα­χα­ρί­ας με την Ε­λι­σά­βετ. Σκο­πός της ή­ταν να βρει την Ε­λι­σά­βετ, που ή­ταν συγ­γε­νής της, και να την συγ­χα­ρεί για την εγ­κυ­μο­σύ­νη της γε­ρον­τι­κής της η­λι­κί­ας, την ο­ποί­α πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε α­πό τον άγ­γε­λο «και ι­δού Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου και αυ­τή συ­νει­λη­φυί­α υι­όν εν γή­ρει αυ­τής, και
ού­τος μην έ­κτος ε­στίν αυ­τή τη κα­λου­μέ­νη στεί­ρα»(Λουκ. α 38) (και να που η Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου έ­χει συλ­λά­βει και αυ­τή γιο στα γη­ρα­τειά της, και αυ­τός εί­ναι ο έ­κτος μή­νας της εγ­κυ­μο­σύ­νης γι' αυ­τήν που τη φω­νά­ζα­νε στεί­ρα). Πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­μως ή­θε­λε να της δι­η­γη­θεί τα με­γά­λα και θαυ­μα­στά που ευ­δό­κη­σε και έ­κα­με σ' αυ­τήν ο παν­το­δύ­να­μος Θε­ός. «Και ε­γέ­νε­το ως ή­κου­σεν η Ε­λι­σά­βετ τον α­σπα­σμόν της Μα­ρί­ας, ε­σκίρ­τη­σε το βρέ­φος εν τη κοι­λί­α αυ­τής». Η Ε­λι­σά­βετ μό­λις ά­κου­σε τον χαι­ρε­τι­σμό της Παρ­θέ­νου αι­σθάν­θη­κε ό­τι το ε­ξά­μη­νο βρέ­φος στα σπλά­χνα της σκίρ­τη­σε α­πό χα­ρά. Και με το σκίρ­τη­μα αυ­τό ο Ι­ω­άν­νης ο Πρό­δρο­μος, πριν ά­κό­μα δει το φως του αι­σθη­τού η­λί­ου, προ­φη­τεύ­ει την α­να­το­λή του νο­η­τού Η­λί­ου (του Χρι­στού). Α­μέ­σως τό­τε η γε­ρόν­τισ­σα Ε­λι­σά­βετ, με το φω­τι­σμό του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ά­να­γνώ­ρι­σε την Παρ­θέ­νο Μα­ριάμ σαν Μη­τέ­ρα του Κυ­ρί­ου και Θε­ού μας και δο­ξο­λό­γη­σε με­γα­λό­φω­να το Χρι­στό που έ­φε­ρε στα σπλά­χνα της: «και πό­θεν μοι τού­το ί­να έλ­θη η μή­τηρ του Κυ­ρί­ου μου προς με;» (Λουκ. α 43). Και η Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη α­πό την α­γαλ­λί­α­ση που της έ­δω­σε το Ά­γιο Πνεύ­μα, έ­ψαλ­λε την -ο­νο­μα­σθεί­σα- ω­δή της Θε­ο­τό­κου: «Με­γα­λύ­νει η ψυ­χή μου τον Κύ­ριον και η­γαλ­λί­α­σε το πνεύ­μα μου ε­πί τω Θε­ώ τω σω­τή­ρί μου..­.» (Λουκ. α ­46-47).
 Στη συ­νέ­χεια η Μα­ριάμ έ­μει­νε τρεις μή­νες κον­τά στην Ε­λι­σά­βετ,και έ­πει­τα ε­πέ­στρε­ψε στο σπί­τι της. «Έ­μει­νε δε Μα­ριάμ συν αυ­τή ω­σεί μή­νας τρεις και υ­πέ­στρε­ψεν εις τον οί­κον αυ­τής» (Λουκ. α­'­56).
                        iosif.jpg
Οι αμ­φι­βο­λί­ες του  Ι­ω­σήφ και η δι­ά­λυ­σή τους α­πό τον άγ­γε­λο.
Ο Ι­ω­σήφ,με­τά α­πό λί­γο και­ρό, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται έν­το­να δι­ό­τι «πριν η συ­νελ­θείν αυ­τούς ευ­ρέ­θη εν γα­στρί έ­χου­σα εκ Πνεύ­μα­τός Α­γί­ου»(Ματθ. α 18­). Αν­θρώ­πι­να ερ­μη­νεύ­ον­τας την α­δι­και­ο­λό­γη­τη εγ­κυ­μο­σύ­νη της Πα­να­γί­ας, α­πο­φα­σί­ζει να την δι­ώ­ξει μυ­στι­κά. Ε­πει­δή ή­ταν «δί­και­ος», δεν ή­θε­λε να την δι­α­πομ­πεύ­σει πα­ρα­δειγ­μα­τι­κά, ό­πως προ­έ­βλε­πε ο νό­μος. «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων και μη θέ­λων αυ­τήν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ε­βου­λή­θη λά­θρα α­πο­λύ­σαι αυ­τήν»(Ματθ. α­'­19).
Τό­τε πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στον  Ι­ω­σήφ άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου και του λέ­ει: «­Ι­ω­σηφ, υι­ός Δαυ­ίδ μη φο­βη­θής πα­ρα­λα­βείν Μα­ριάμ την γυ­ναί­κά σου, το γαρ εν αυ­τή γεν­νη­θέν εκ Πνεύ­μα­τός ε­στιν Α­γί­ου»(Ματθ. α­'20). Έ­τσι ο Ι­ω­σήφ έ­κα­νε ό­πως τον δι­έ­τα­ξε ο άγ­γε­λος και, α­φού πα­ρέ­λα­βε την Παρ­θέ­νο στο σπί­τι του, «ουκ ε­γί­νω­σκεν αυ­τήν» (Ματθ. α­'­25), δεν την γνώ­ρι­σε σαρ­κι­κά πο­τέ ως σύ­ζυ­γο, ού­τε και ό­ταν γέν­νη­σε τον πρω­τό­το­κο και μο­να­δι­κό γιο της, τον Ι­η­σού.
                    gennesis.jpg
Το τα­ξί­δι στη Βη­θλε­έμ και η γέν­νη­σις του Κυ­ρί­ου
Με το δι­ά­ταγ­μα του αυ­το­κρά­το­ρα Καί­σα­ρα Αυ­γού­στου να α­πο­γρα­φεί ό­λος ο πλη­θυ­σμός που ή­ταν κά­τω α­πό την Ρω­μα­ϊ­κή κυ­ρι­αρ­χί­α, ο  Ι­ω­σήφ και η εγ­κυ­μο­νού­σα Μα­ριάμ έ­πρε­πε να α­πο­γρα­φούν στον τό­πο της κα­τα­γω­γής τους, στη Βη­θλε­έμ της Ι­ου­δαί­ας. «Ε­ξηλ­θε δόγ­μα πα­ρά Καί­σα­ρος Αυ­γού­στου α­πο­γρά­φε­σθαι πά­σαν την οι­κου­μέ­νην»(Λουκ. β'1). Έ­τσι ύ­στε­ρα α­πό έ­να κου­ρα­στι­κό τα­ξί­δι, φθά­νουν στη Βη­θλε­έμ. «';­Α­νε­βη δε και ο Ι­ω­σήφ α­πό της Γα­λι­λαί­ας, εκ πό­λε­ως Να­ζα­ρέτ εις την Ι­ου­δαί­αν εις πό­λιν Δαυ­ίδ ή­τις κα­λεί­ται Βη­θλε­έμ, δια το εί­ναι αυ­τόν εξ οί­κου και πα­τριάς Δαυ­ίδ» (Λουκ. β'4).
Λό­γω της πλη­θώ­ρας των α­πο­γρα­φο­μέ­νων, δε βρί­σκουν που­θε­νά κα­τά­λυ­μα. «Ουκ ην αυ­τοίς τό­πος εν τω κα­τα­λύ­μα­τι»(Λουκ. β'6).
Μό­νο σ' έ­να σταύ­λο βρή­καν λί­γο χώ­ρο για την πα­ρα­μο­νή τους.
Ε­κεί θέ­λη­σε να γεν­νη­θεί ο φι­λάν­θρω­πος και τα­πει­νός Κύ­ριος, ο  Λυ­τρω­τής του κό­σμου, ό­που και τον σπαρ­γά­νω­σε η Θε­ο­τό­κος σε μια φάτ­νη των ζώ­ων για να ζε­στα­θεί. «Ε­κει ε­πλή­σθη­σαν αι η­μέ­ραι του τε­κείν αυ­τήν, και έ­τε­κε τον υι­όν αυ­τής τον πρω­τό­το­κον, και ε­σπαρ­γά­νω­σεν αυ­τόν και α­νέ­κλι­νεν αυ­τόν εν τη φάτ­νη»(Λουκ. β'6-7). Ε­κεί τον προ­σκύ­νη­σαν και οι ποι­μέ­νες.
                   peritomi.jpg
Η πε­ρι­το­μή του Κυ­ρί­ου
Σε ο­κτώ μέ­ρες α­πό τη γέν­νη­ση, η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ έ­κα­ναν, σύμ­φω­να με το νό­μο, την πε­ρι­το­μή του παι­διού και του έ­δω­σαν το ό­νο­μα «­Ι­η­σους». «Και ό­τε ε­πλή­σθη­σαν η­μέ­ραι ο­κτώ του πε­ρι­τε­μείν το παι­δί­ον, και ε­κλή­θη το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούς, το κλη­θέν υ­πό του αγ­γέ­λου προ του συλ­λη­φθή­ναι αυ­τόν εν τη κοι­λί­α» (Λουκ. Β'21).
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό στις 1 Ι­α­νου­α­ρί­ου.
         sarantismos+ ypapanti xr.jpg
Ο σα­ραν­τι­σμός της Θε­ο­τό­κου με τον Ι­η­σού
Σα­ράν­τα μέ­ρες με­τά τη γέν­νη­σή Του, ο Ι­η­σούς σύμ­φω­να με τον Ι­ου­δα­ϊ­κό νό­μο ο­δη­γεί­ται για πρώ­τη φο­ρά στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, στο να­ό του Θε­ού, για να σα­ραν­τί­σει.  Η Παρ­θέ­νος ε­δώ συ­ναν­τά τον πρε­σβύ­τη Συ­με­ών, που πα­ρα­κα­λού­σε το Θε­ό να μην πε­θά­νει πριν δει το Μεσ­σί­α: «Νυν, α­πο­λύ­εις τον δού­λόν σου, Δέ­σπο­τα, κα­τά το ρή­μα σου εν ει­ρή­νη, ό­τι εί­δον οι ο­φθαλ­μοί μου το σω­τή­ριόν σου, ο η­τοί­μα­σας κα­τά πρό­σω­πον πάν­των των λα­ών, φως εις α­πο­κά­λυ­ψιν ε­θνών και δό­ξαν λα­ού σου Ισ­ρα­ήλ». Τώ­ρα, Κύ­ρι­ε, ας πε­θά­νω, για­τί εί­δα με τα μά­τια μου τον Σω­τή­ρα μας, α­νέ­κρα­ξε.
Με­τά κοι­τά­ζει τη Θε­ο­τό­κο και της λέ­γει: «Ού­τος κεί­ται εις πτώ­σιν και α­νά­στα­σιν πολ­λών εν τω Ισ­ρα­ήλ και εις ση­μεί­ον αν­τι­λε­γό­με­νον»(Λουκ. β';­34). (Αυ­τός θα γί­νει αι­τί­α να πέ­σουν και να ση­κω­θούν πολ­λοί στο Ισ­ρα­ήλ και θα προ­κα­λέ­σει δι­χο­γνω­μί­α). Και συ­νε­χί­ζει για την Πα­να­γί­α: «Και σου δε αυ­τής την ψυ­χήν δι­ε­λεύ­σε­ται ρομ­φαί­α»(Λουκ. β';­35). (και σέ­να την ψυ­χή σου θα την δι­α­πε­ρά­σει πό­νος ο­ξύς, σα σπα­θιά), υ­πο­νο­ών­τας τη σταύ­ρω­ση του Γιου της.  Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή της Υ­πα­παν­τής, στις 2 Φε­βρου­α­ρί­ου: «η Υ­πα­παν­τή του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού, εν η ε­δέ­ξα­το Αυ­τόν εις τας αγ­κά­λας αυ­τού ο Δί­και­ος Συ­με­ών»
                  Proskinisi_Magon.jpg
Η προ­σκύ­νη­ση των Μά­γων
Με­τά τη γέν­νη­ση του Ι­η­σού και τον σα­ραν­τι­σμό, η Θε­ο­τό­κος με τον  Ι­ω­σήφ πα­ρέ­μει­ναν στη Βη­θλε­έμ. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό, «μά­γοι α­πό α­να­το­λών πα­ρε­γέ­νον­το εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα»(Ματθ. β'1).
Με­τά την προ­σκύ­νη­ση του Κυ­ρί­ου, οι Μά­γοι ε­πι­στρέ­φουν στην πα­τρί­δα τους, για­τί άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τους ει­δο­ποί­η­σε να φύ­γουν α­πό άλ­λο δρό­μο και να μη πά­νε στον Η­ρώ­δη, που ή­θε­λε να σκο­τώ­σει τον Ι­η­σού. «Και χρη­μα­τι­σθέν­τες κα­τ'; ό­ναρ μη α­να­κάμ­ψαι προς Η­ρώ­δην, δι' άλ­λης ο­δού α­νε­χώ­ρη­σαν εις την χώ­ραν αυ­τών»(Ματθ. β' 12).
        figi egypt.jpg
Η φυ­γή στην Αί­γυ­πτο
Πριν ο Η­ρώ­δης δι­α­τά­ξει τη σφα­γή των νη­πί­ων «α­πό δι­ε­τούς και κα­τω­τέ­ρω, κα­τά τον χρό­νον, ον η­κρί­βω­σε πα­ρά των μά­γων»(Ματθ. β' ­16), άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «κα­τ' ό­ναρ» στον Ι­ω­σήφ και του λέ­γει: «Να πά­ρεις το παι­δί και τη μη­τέ­ρα Του και να φύ­γεις στην Αί­γυ­πτο. Να μεί­νεις ε­κεί, έ­ως ό­του θα σε ε­νη­με­ρώ­σω. Ο Η­ρώ­δης θέ­λει να σκο­τώ­σει το παι­δί».  «Πα­ρά­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αύ­τού και φεύ­γε εις Αί­γυ­πτον, και ί­σθι ε­κεί, έ­ως αν εί­πω σοι. Μέλ­λει γαρ Η­ρώ­δης ζη­τείν το παι­δί­ον του α­πο­λέ­σαι αυ­τό»(Ματθ. β' ­13).
Πράγ­μα­τι, ο Ι­ω­σήφ ξύ­πνη­σε α­μέ­σως τη Θε­ο­τό­κο και έ­φυ­γαν μέ­σα στο σκο­τά­δι σαν πρό­σφυ­γες. Έ­φτα­σαν στην Αί­γυ­πτο και έ­μει­ναν ε­κεί μέ­χρι το θά­να­το του Η­ρώ­δη: «Ο δε ε­γερ­θείς πα­ρέ­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αυ­τού νυ­κτός και α­νε­χώ­ρη­σεν εις Αί­γυ­πτον, και ην ε­κεί έ­ως της τε­λευ­τής Η­ρώ­δου»(Ματθ. β' ­14-15).
Σή­με­ρα στο πα­λαι­ό Κά­ι­ρο, κον­τά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, βρί­σκε­ται το σπή­λαι­ο με το πη­γά­δι, ό­που έ­μει­νε η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια κα­τά τη διά­ρκεια της δι­α­μο­νής της στην Αί­γυ­πτο.
Με­τά το θά­να­το του Η­ρώ­δη και ύ­στε­ρα α­πό ει­δο­ποί­η­ση του αγ­γέ­λου η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε «εις γην Ισ­ρα­ήλ», ό­που εγ­κα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στη Να­ζα­ρέτ: «Και ελ­θών κα­τώ­κη­σεν εις πό­λιν λε­γο­μέ­νην Να­ζα­ρέτ, ό­πως πλη­ρω­θή το ρη­θέν δια των προ­φη­τών, ό­τι Να­ζω­ραί­ος κλη­θή­σε­ται»(Ματθ. β'­23). Ε­δώ ο γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ερ­γα­ζό­ταν ως ξυ­λουρ­γός και  α­πό μι­κρός ο Ι­η­σούς τον βο­η­θού­σε, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα «ηύ­ξα­νε και ε­κρα­ται­ού­το πνεύ­μα­τι»(Λουκ. β'­40).
Ο Ι­η­σούς δω­δε­κά­χρο­νος στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα
Η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ, ως κα­λοί Ι­ου­δαί­οι, α­νέ­βαι­ναν μια φο­ρά το χρό­νο στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, για να προ­σκυ­νή­σουν στο να­ό. Ό­ταν ο Ι­η­σούς έ­γι­νε δώ­δε­κα χρό­νων, τον πή­ραν μα­ζί τους, σύμ­φω­να με τα Ι­ου­δα­ϊ­κά έ­θι­μα: «Και ε­πο­ρεύ­ον­το οι γο­νείς αυ­τού κα­τ'; έ­τος εις Ι­ε­ρου­σα­λήμ τη ε­ορ­τή του Πά­σχα και ό­τε ε­γέ­νε­το ε­τών δώ­δε­κα α­να­βάν­των αυ­τών εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα κα­τά το έ­θος της ε­ορ­τής..­.­»(Λουκ. β'­41-42). Ε­κεί στο Να­ό πα­ρέ­μει­νε ο μι­κρός Ι­η­σούς, δι­α­φεύ­γον­τας α­πό την προ­σο­χή των γο­νέ­ων του, ό­που συ­νέ­βη το θαυ­μα­στό γε­γο­νός της δι­δα­σκα­λί­ας του δω­δε­κά­χρο­νου Ι­η­σού προς τους δι­δα­σκά­λους και ο δι­ά­λο­γός Του με την Πα­να­γί­α μη­τέ­ρα Του: «Παι­δί μου, για­τί μας έ­κα­νες έ­τσι; Να που ο πα­τέ­ρας σου κι ε­γώ με πό­νο σε α­να­ζη­τού­σα­με. Και εί­πε προς αυ­τούς: Για­τί με α­να­ζη­τού­σα­τε; Δε γνω­ρί­ζα­τε ό­τι στο σπί­τι του Πα­τέ­ρα μου πρέ­πει να εί­μαι;» (Λουκ. β ­48-49). Και η Θε­ο­τό­κος, συ­νε­χί­ζει το κεί­με­νο του ευ­αγ­γε­λι­στή Λου­κά, «δι­ε­τή­ρει πάν­τα τα ρή­μα­τα ταύ­τα εν τη καρ­δί­α αυ­τής» Και ο Ι­η­σούς «κα­τέ­βη με­τ' αυ­τών και ήλ­θεν εις Να­ζα­ρέτ, και ην υ­πο­τασ­σό­με­νος αυ­τοίς»(Λουκ. β' 51).
        cana-wedding.jpg
Στον γά­μο της Κα­νά
Η Θε­ο­τό­κος α­κο­λού­θη­σε τον Ι­η­σού σ' ό­λες τις ευ­αγ­γε­λι­κές Του ο­δοι­πο­ρί­ες κα­τά τη διά­ρκεια της δη­μό­σιας ζω­ής Του,με­τά τη βά­πτι­σή Του. Εί­ναι ό­μως πάν­το­τε η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που κι­νεί­ται με υ­πα­κο­ή και πλή­ρη εμ­πι­στο­σύ­νη στον Θε­άν­θρω­πο Κύ­ριο και Υι­ό της.
Τε­λευ­ταί­οι λό­γοι της Πα­να­γί­ας πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στα Ευ­αγ­γέ­λια στον γά­μο της Κα­νά: «γά­μος ε­γέ­νε­το εν Κα­νά της Γα­λι­λαί­ας και ην η μή­τηρ του Ι­η­σού ε­κεί.­»(Ί­ω. β 1). Και ε­πει­δή έ­λει­ψε το κρα­σί «λέ­γει η μή­τηρ του Ι­η­σού προς αυ­τόν· οί­νον ουκ έ­χου­σι. Λέ­γει αυ­τή ο Ι­η­σούς· τι ε­μοί και συ γύ­ναι; Ού­πω η­κει η ώ­ρα μου. Λέ­γει η μή­τηρ αυ­τού τοις δι­α­κό­νοις· ο,τι αν λέ­γη υ­μίν, ποι­ή­σα­τε» (Ί­ω. β 3-5). Η Πα­να­γί­α μας κα­τά­λα­βε ό­τι τα λό­για αυ­τά του Χρι­στού δεν ή­ταν άρ­νη­ση, γι' αυ­τό συμ­βού­λε­ψε τους υ­πη­ρέ­τες «να κά­νε­τε ο,τι σας πει». Και με­τά α­πό λί­γο συ­νέ­βη η θαυ­μα­στή με­τα­τρο­πή του νε­ρού σε κρα­σί, το πρώ­το θαύ­μα της δη­μό­σιας ζω­ής του Κυ­ρί­ου μας. Αυ­τή η τε­λευ­ταί­α φρά­ση της Πα­να­γί­ας μας θε­ω­ρεί­ται '­η Δι­α­θή­κη της Θε­ο­τό­κου­', η πα­ρα­κα­τα­θή­κη της για ό­λους τους χρι­στια­νούς ό­λων των αι­ώ­νων.
«Με­τά τού­το κα­τέ­βη εις Κα­περ­να­ούμ αυ­τός και η μή­τηρ αυ­τού και οι α­δελ­φοί αυ­τού και οι μα­θη­ταί αυ­τού, και ε­κεί έ­μει­ναν ου πολ­λάς η­μέ­ρας » (Ί­ω. β 12). Α­πό τό­τε η Θε­ο­τό­κος στα Ευ­αγ­γέ­λια εί­ναι η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που α­κο­λου­θεί, συμ­πο­ρεύ­ε­ται και συμ­πά­σχει με τον Χρι­στό.
                      staurosi.jpg     
            anastasi.jpg
Σταυ­ρός και Α­νά­στα­ση
Ευ­ρι­σκό­με­νη κά­τω α­π' τον Σταυ­ρό, πά­νω στο Γολ­γο­θά, αι­σθά­νε­ται σαν να τη δι­α­περ­νά ρομ­φαί­α, κα­τά την προ­φη­τεί­α του α­γί­ου Συ­με­ών o 8rinos tis panagias-1.jpgτου Θε­ο­δό­χου.
Ου­σι­α­στι­κά δεν συμ­πα­ρί­στα­ται μό­νο στο δρά­μα πά­νω στο Γολ­γο­θά, αλ­λά συμ­με­τέ­χει στον πό­νο του Γιου της και Θε­ού της. Δι­πλός ο πό­νος και η πί­κρα. «Ει­στή­κει­σαν δε πα­ρά τω Σταυ­ρώ του Ι­η­σού η μή­τηρ αυ­τού και η α­δελ­φή της μη­τρός αυ­τού, Μα­ρί­α η του Κλω­πά και Μα­ρί­α η Μα­γδα­λη­νή»(Ι­ω. ι­θ' ­25).
Σι­ω­πη­λή α­κού­ει να της λέ­ει ο Γιος της: «Γύ­ναι, ί­δε ο υι­ός σου» και να της δεί­χνει τον α­γα­πη­μέ­νο του μα­θη­τή Ι­ω­άν­νη. Και να λέ­ει στο μα­θη­τή του: «­Ι­δου η μή­τηρ σου». Και α­πό την ώ­ρα ε­κεί­νη, «έ­λα­βεν ο μα­θη­τής αυ­τήν εις τα ί­δια» ( Ι­ω. ι­θ';­26-27). Δη­λα­δή πή­ρε την Πα­να­γί­α στο σπί­τι του, για να την προ­στα­τέ­ψει σαν μη­τέ­ρα του.
Την ε­πο­μέ­νη του Σαβ­βά­του προς την Κυ­ρια­κή η Πα­να­γί­α μα­ζί με τις άλ­λες μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναί­κες πή­γαν στον τά­φο του Ι­η­σού να Τον α­λεί­ψουν με α­ρώ­μα­τα.
Μό­λις έ­φτα­σαν στον τά­φο, εί­δαν τον άγ­γε­λο Κυ­ρί­ου και το κε­νό μνή­μα και πρώ­τη ά­κου­σε το χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός της Α­νά­στα­σης: «Και ει­σελ­θού­σαι εις το μνη­μεί­ον εί­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον εν τοις δε­ξιοίς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λήν λευ­κήν, και ε­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. Ο δε λέ­γει αυ­ταίς, μη εκ­θαμ­βεί­σθε. Ι­η­σούν ζη­τεί­τε τον Να­ζα­ρη­νόν, τον ε­σταυ­ρω­μέ­νον. η­γέρ­θη, ουκ έ­στιν ώ­δε. ί­δε ο τό­πος, ό­που έ­θη­καν αυ­τόν»(Μαρκ. ι­στ' 5-6).
Ό­ταν ε­πέ­στρε­φαν α­πό τον τά­φο, πρώ­τη τον άν­τί­κρυ­σε και τον προ­σκύ­νη­σε, κα­θώς φα­νε­ρώ­θη­κε ο Κύ­ριος λέ­γον­τας τον πρώ­το λό­γο Του με­τά την Α­να­στα­ση: «Χαί­ρε­τε»!
                 Pentecost.jpg
Η Πα­να­γί­α κον­τά στους Α­πο­στό­λους και  την Πεν­τη­κο­στή
Α­πό τις πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων γνω­ρί­ζου­με ό­τι η Πα­να­γί­α πα­ρέ­μει­νε κον­τά τους μέ­χρι την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής: «Πάν­τες ή­σαν προ­σκαρ­τε­ρούν­τες ο­μο­θυ­μα­δόν τη προ­σευ­χή και τη δε­ή­σει συν γυ­ναι­ξί και Μα­ρί­α τη μη­τρί του Ι­η­σού»(Πραξ. α­' ­14). Και κα­τό­πιν βέ­βαι­α, σύμ­φω­να με την α­πο­στο­λι­κή πα­ρά­δο­ση, η Θε­ο­τό­κος α­πό το σπί­τι της στη Γεθ­ση­μα­νή, πάν­το­τε στή­ρι­ζε, συμ­βού­λευ­ε και προ­σευ­χό­ταν για την πρώ­τη Έκ­κλη­σία και τους α­γί­ους α­πο­στό­λους που ευ­αγ­γε­λί­ζον­ταν την οι­κου­μέ­νη.
Η η­λι­κί­α της Θε­ο­τό­κου, σύμ­φω­να με τους Α­γί­ους Πα­τέ­ρες
Η Πα­να­γί­α ό­ταν μπή­κε στο Να­ό ή­ταν τρι­ών ε­τών· έ­μει­νε στο ι­ε­ρό δώ­δε­κα χρό­νια,δε­κα­πέν­τε ε­τών· τρεις μή­νες α­φού βγή­κε α­πό το ι­ε­ρό μέ­χρι τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό και εν­νέ­α μή­νες κυ­ο­φο­ρί­α, δε­κα­έ­ξη ε­τών γεν­νά τον Χρι­στό. Έ­ζη­σε με τον Χρι­στό τριά­ντα δύ­ο χρό­νους,ά­ρα σα­ραν­τα­ο­κτώ ε­τών ζει την Σταύ­ρω­ση, την Α­νά­στα­ση και την Α­νά­λη­ψή Του. Έ­ζη­σε με­τά α­π' την Πεν­τη­κο­στή άλ­λα έν­τε­κα χρό­νια και ε­κοι­μή­θη στη Γεθσημανή, σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.

Ἐννέα Σωτήριες Ἱκεσίες εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μοναχού Κυπριανού Αγιορείτου


Μοναχού Κυπριανού Αγιορείτου
«Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και Ευλογημένος ο Καρπός της κοιλίας Σου, ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών»
ΠρόλογοςΆγχος, απελπισία, κατάθλιψη, σύγχυση, έννοιες οικίες στον σημερινό άνθρωπο που διαισθάνεται ότι ίσως και να μην έχει αύριο στη ζωή του.
Πράγματι υπάρχει πολύς πόνος, ταραχή, ανασφάλεια και οδύνη γύρω μας, αλλά και σε μας τους ίδιους ακόμη. Όλοι μας νιώθουμε ότι στην καθημερινότητά μας βιώνουμε ένα κλίμα γενικής αβεβαιότητας. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες δείχνουν να τελματώνουν, οι συνειδήσεις φαίνονται παγερές, τα λόγια των ανθρώπων ακούγονται ψεύτικα.
Χάσαμε απ’ ότι φαίνεται στη ζωή μας τις ουσιαστικές χαρές και αρκούμαστε να συνηθίζουμε ευκαιριακές ικανοποιήσεις.
Ο σημερινός άνθρωπος δείχνει ανήμπορος να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια γύρω του τα πράγματα και καταφεύγει από πονηρία σε πονηρία και από ψεύδος σε ψεύδος. Πλεονέκτης, εγωιστής, απαιτητικός, νευρωτικός, υποκρίνεται σκυθρωπός στις σχέσεις του, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στην εργασία του και δυστυχώς και στην οικογένειά του.
Παλεύει με τα δικά του πάθη και τα πάθη των άλλων. Ο νους του θολωμένος περισπάται στα μάταια πολλάκις και σε μεταφυσικές πλάνες, προκειμένου να επουλώσει τα υπαρξιακά κενά του, βασανιζόμενος και καταδυναστεύοντας τη φύση της ψυχής του. Δεν ξέρει αληθινά τι του φταίει. Δυστυχώς πολλά μπορεί κανείς να περιγράψει για τη σημερινή κατάσταση στην οποία περιήλθε ο άνθρωπος και η κοινωνία. Το θέμα είναι ΕΝΑ όμως:
Ο άνθρωπος έχασε το δρόμο του. Δεν σκέφτεται τον Θεό. Το λυπηρό είναι ότι τον θυμάται όταν θέλει μονάχα να γογγύσει και να βρίσει. Όπως συμπεριφέρεται προς τον συνάνθρωπό του, έτσι πολλές φορές με αναίδεια συμπεριφέρεται και προς τους Αγίους, την Παναγία, τον Χριστό, αγνοώντας ότι μόνο σ’ αυτούς θα βρει πάντοτε τη γαλήνη, την αλήθεια, την ζεστασιά, τη σιγουριά, που τόσο ανάγκη έχει από όλα αυτά.
Συσσωρεύει πάνω του με άγνοια πολλάκις, αλλά με ευσυνείδητη δυστυχώς αδιαφορία τις αρνητικές ενέργειες και συνήθειες του διαβόλου και μάλιστα τις τρέφει ποικιλοτρόπως, νομίζοντας ότι έτσι κατακτάει ή κατευθύνει τις ανθρώπινες δυνάμεις του.
Τι κρίμα. Οι ψυχές μας υποφέρουν και ενώ το γνωρίζουμε, το νιώθουμε, δεν κάνουμε τίποτα απολύτως, τουναντίον επιθυμούμε να καταπιανόμαστε με τα αντίθετα, με ό,τι φέρνει δυσφορία στο τέλος μέσα μας. Και όλα αυτά διότι «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».
Κι όμως ολόκληρη αυτή η ομίχλη εξαφανίζεται όταν ο άνθρωπος γνωρίσει το μυαλό του, την ψυχή του, τις πράξεις του προς τον Θεό. Μόλις Τον αναζητήσει, μόλις Του εξομολογηθεί τις αδυναμίες του, τα πάθη του, τις στενοχώριες του, τις αμαρτίες του, τους πόθους του, τις αγωνίες του, τότε ο άνθρωπος πραγματικά μέσα του ειρηνεύει, παίρνει θάρρος, χαίρεται. Θέλει να ζήσει τα πάντα μέσα στη Σοφία του Θεού, ελπίζει, έχουν νόημα οι πεποιθήσεις του, γιατρεύεται, αποκτάει δύναμη για ζωή, απολαμβάνει την ύπαρξή του και ό,τι έχει γύρω του, ό,τι βλέπει, ό,τι ακουμπάει, ό,τι νιώθει.
Όλα αλλάζουν, ο εσωτερικός του κόσμος μεταστοιχειώνεται. Τρέφεται και χαίρεται πλέον μόνο από καλούς λογισμούς που τον πλουτίζουν από μια ΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ, που μεταλλάσει μέρα με τη μέρα τη ζωή του και τις αξίες της. Τότε αρχίζει και βλέπει, πάνω του και γύρω του συνέχεια θαύματα της Χάριτος του Θεού προς τον άνθρωπο και ευφραίνεται. Δίνει ΑΓΑΠΗ και εισπράττει ΑΓΑΠΗ και από ανθρώπους και από τον Ίδιο τον Θεό και αέναα ΧΑΙΡΕΤΑΙ.
Τότε, θέλει να ζει κοντά σε ανθρώπους που αγαπούν τον Θεό. Θέλει να γνωρίσει και να μοιάσει στους Αγίους, να κοιτάξει κατάματα την Μεγαλόχαρη Παναγία, ν’ απλώσει το χέρι του να ακουμπήσει τον Ίδιο τον Χριστό, να Τον αγκαλιάσει.
Τότε ως εκ θαύματος, του αποκαλύπτεται στην ψυχή η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Κάθε μέρα το νιώθει όλο και περισσότερο. Τα αδιέξοδα το ένα μετά το άλλο γκρεμίζονται.
Ο άνθρωπος ξαναγεννιέται. Εύχεται και προσεύχεται. Διαβαίνει το δρόμο προς τον Παράδεισο. Έτσι απλά ο άνθρωπος απαλλάσσεται από τα σκοτάδια της δυστυχίας που τον εξουθενώνουν μακριά από τον Θεό.
Αυτό το μικρό αλλά σπουδαίο ποίημα που ακολουθεί, είναι ένα θαύμα δωρεάς από την ΙΔΙΑ την Παναγία και τη Χάρη Της, συνάνθρωπέ μου.
Η Δέσποινα του κόσμου, η Παναγία μας, δώρησε με τη Χάρη των Αγίων Ονομάτων Της να επιζητούμε τη λύση, τη δύναμη, την παρουσία Της, το θαύμα Της, σε ό,τι μας απασχολεί στη ζωή μας.
Εντρύφησε στη μελέτη των ικεσιών αυτών και στην παρακλητική τους δύναμη και θα δεις κάθε μέρα όλα να ΑΛΛΑΖΟΥΝ στην ψυχή σου, στο μυαλό σου, στη ζωή σου.
Η Χάρη Της θα σε γεμίζει συνέχεια με τα άρρητα της Αγάπης Της. Την Αγάπη που γεύεται και ο Ουράνιος κόσμος, αλλά και ολόκληρη η Οικουμένη.
«Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν»
ΠΡΩΤΗ ΕΥΧΗ
Παναγία Θεοτόκε Παρθένε βασιλεύουσα, Κάλλος Ουράνιο, την πίστη ημών ευφραίνουσα, η Υψηλοτέρα των Ουρανών, το ύδωρ της ζωής, η Δυναστεία των αγαθών, Ζωοδότειρα, Ηγεμονίς, Άνθος εύοσμον, του Δημιουργού των πάντων Θεού εικόνα έμψυχη, χαράς πηγή συμβάντων, Δόξα των Αγγέλων, η αείρρυτος η υμνωδία.
Η Ασύγκριτος, Θεού οσμή και ευωδία, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Ζωηφόρε, της Τριάδος της Αγίας Ευλογία, Δύναμις Θεία, νόσων ιατρός, Γιάτρισσα Αγία. Ο λόγος και το έλεος της άπειρης Αγάπης του Θεού, Πεσόντων ανάκληση, Όπλο σωτηρίας κάθε αμαρτωλού, η φοβερή κατάπτωση του εχθρού, Δύναμις Αγία. Λυτήριον λύπης, Διάδωσμα πιστών και Θεραπεία.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ
Ουρανών Υψηλοτέρα, Άγιον Ρόδον το Αμάραντον, Δεομένη Μήτηρ των πιστών, Άνθος χαράς ακράδαντον, Άρμα λαμπρόν βασιλικόν της Τρισηλίου Αρχής.
Ανακαίνιση του Κόσμου, στολή ουσίας κτιστής. Η Δέσποινα πάντων ημών, η παρισταμένη τω Θεώ, Όμμα αθέατων θεωριών, το παλάτιο το αγαθό, Ίαση ωκεία, Γοργοϋπήκοε, φοβερή βροντή Θεία, Πορταΐτισσα, και Δύναμις ασθενούντων, η παραμυθία, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Η λυχνία η φωτοφόρος, Μυριώνυμη Ουρανών. Η λύτηρα των νόσων, σωτηρία των Χριστιανών. Βρύση ιαμάτων, Φως θαυμάτων, αθώωση ενόχων. Πρεσβεία θερμή, Θεόνυμφε, Ευλογημένη Κόρη. Άρτος ζωής, Ξίφος δίστομο, Ελπίδα μόνη.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΤΡΙΤΗ ΕΥΧΗ
Θεοτόκε κραυγάζομέν Σε, γενού τροφός ζωής εις πάντας τους επικαλουμένους Σε, Σιών στοργής, Ψυχοσώστρια, Αγαθή χειμερία των δεινών, Ελευθερώτρια, Απαλλαγή πειρασμών και συμφορών.
Κυοφορία Αγνή χαράς, το καθάρσιον λυτήριον. Καταργήσασα φθορέα φρενών, δαιμόνων αμυντήριον, Άρμα Ουράνιον, Θεού φόβος καταχθονίων, Φαρμακολύτρια, τέλος κατάρας, ζωής ταμείον, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Η Ρύτειρα των δόλων, Στήριγμα των αθλοφόρων. Το Τείχος το Ακαταμάχητον, η εξάλειψη δαιμόνων, Κραταιή πασών των δαιμόνων ράβδος φοβερή, Πλύση μιαρών, και πάσης ασθενείας συντριβή, Ζώσα Υπέρλαμπρη χαρά, Υπερτέρα ουρανών. Αρχή θαυματουργίας, επίσκεψις των ασθενών.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΥΧΗ
Ελεούσα, Παναγία, νοερών Χάρις, πορφυρή, Στάχυ ολόχρυσο Θεϊκό, καρποφορία Θεϊκή.
Η καθάρια καθέδρα, Κόρη η πολυώνυμη, Κυρία Θεόστεφτη, Θεοχωρία, μετάνοια φωτόνυμη, Αγαθή, νουθεσία αόρατος, θυμίαμα σωφροσύνης, Εφτάφωτη λυχνία, βασιλεία εύοσμη αγιοσύνης, Λαμπρό οχύρωμα, αδιάσειστο Όρος Θείον, Κατοικητήριον του Χριστού, Αγνότητα Αγίων, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Άφθαρτη χαρά της οικουμένης, Σοφία μυστική, Πύρινη στήλη ουρανού, πέλαγος στοργής, άχραντη τιμή, Ουράνια Θεοφιλία, σάλπισμα Αγγέλων κραταιόν, Τιμιωτέρα ανωτέρων στρατευμάτων φοβερών, Άθλος των δικαίων, Άρρητος περιουσία αγαθών, Άνθος Ευαγγελίου, Γη επαγγελίας, Επιστασία Θείων Βουλών.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΠΕΜΠΤΗ ΕΥΧΗ
Θεομήτωρ, Θεοκυήτωρ, Δέσποινα Μαρία, Θεοτόκε, δροσοσταλιά Θεού η Αγία, Άρωμα παρθενίας της Θείας Δημιουργίας.
Ευλογία Αρετής, Φως της Αληθείας. Αμβροσία Ουράνια, Χρυσαφένια, αστέρων ποίημα, Εάρ παντοδυναμίας, Αγάπης κυρίαρχον κύημα, η γλυκιά φωνή, Μεσιτεία η Αγαθή, φρόνημα ευσεβείας, Χορηγία εύλαλη αληθινή, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Ο ποθητός λιμήν, κάθε πόνου η γαλήνη, αρρώστων η πνοή, παρηγοριάς γλυκιά σαγήνη, μυστική Ουράνια ευτυχία, ψυχών αθανασία, Χάρις Αγία του Θεού, Παραδείσου μαρτυρία, Ασύλληπτος Θεουργία, Ειρήνης και Αγάπης η λατρεία, Υπεράγαθη, του Κόσμου Κάλλος, Μητέρα Παναγία.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΕΚΤΗ ΕΥΧΗ
Παναγία Μήτηρ του Ιησού, Ηλίου η αχτίδα, Πόθος και αγωνία του Κόσμου η ελπίδα, Μυστική βοήθεια σε κάθε δύσκολη πορεία, Λυτρωτικό ξεκίνημα ζωής, Υπερκόσμια θεωρία, Ακοίμητη κανδήλα, Λυχνία Εκκλησιών το Φως, Πολιτεία απαθείας, εξίλασμα πάντων, δικαίων ο ναός, Σοφία Ακήρατη, Ακένωτη πηγή, χώρα Θεού, Αρχή και τέλος, Νύμφη Ανύμφευτη Ιησού Χριστού, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Άσπιλον δάκρυ ανάπαυσης ανθρώπων πονεμένων, Παράκληση αφανής, Δώρον θαυμάτων αγιασμένων, Επίγνωση Αληθείας, Αποστόλων ο φωτεινός ο φάρος, Ανείπωτη ωραιότης, Αγίασμα ομορφιά και κάλλος, η νίκη της ζωής, το φτερούγισμα Αγγέλων, Ανάπλαση πιστών, Ανάπαυση πόνων φέρουσα.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΕΒΔΟΜΗ ΕΥΧΗ
Πάνσεμνη, Κεχαριτωμένη, Θεόν φέρουσα η Ευλογημένη, ενδιαίτημα Αγίου Πνεύματος, η Λευκοφορεμένη, Θαύμα δείξασα αρρήτως, χαρίτων θάλασσα, Ζωής ύδωρ, Δυναστεία αγαθών, Ηγεμονίς και Γιάτρισσα, Μύρον εύοσμον του Δημιουργού των πάντων, Θεού εικόνα έμψυχη χαράς, πηγή συμβάντων, Κρουνός διάλυσης οδύνων, κολυμβήθρα της ζωής, Θεοτόκε, κιβωτός των πιστών, Υπέρμαχος η Αρραγής, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Ανόρθωση των ανθρώπων, αμυντήριο των εχθρών, Αστραπή καταλάμπουσα, προσαγωγή παντοίων αγαθών. Δυνάμενη πάντα, δαιμόνων θρήνος και οδυρμός, Τείχος Απροσμάχητον, θάλψοις
βασάνοις, Νικοποιός, Θεοτίμητη, Δόξα Αγίων, οχύρωμα συνεκτικόν, Παντοκρατόρισσα, προστασία φοβερή, σωρός καλών.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΟΓΔΟΗ ΕΥΧΗ
Ευαγγελίστρια, η Παναμώμητος, άβυσσος της ευσπλαχνίας, η Διαζώσουσα, η Δαιμονοκαθαιρέτης, πλούτος ευεργεσίας, Πανυπερούσιον φως, κεραυνός δαιμόνων, και ευφροσύνη, Βάτε φλογοφόρε, σκήπτρο εξουσίας, Ζωήρητη μυρσίνη, Μεσίτρια ευλογημένη, Θείο εγκαλλώπισμα αϊδίου Φωτός, Εγγυήτρια ανέλαβε της ψυχής μας ελπίς και ιατρός, επάκουσε την δέηση ημών της Εκκλησίας Δομήτωρ, θεραπεία των αμαρτωλών, Παναγία Συ η Αντιλήπτωρ, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Δοχείον Θείον, Ηλιόμορφη, Κηδεμών και βοηθός, Ισχύς και συντριμμός, Κρίνο εύοσμο, κόσμου αρωγός, Αΐδια ωδή των ευσεβών, Αμαρτωλών η σωτηρία, Αγγέλων η Κυρία, Τράπεζα Θεϊκή, Πορφύρα Αγία, Παρρησία προς Θεόν, θέωση θνητών, καταφύγιον Ιερόν, θέαμα φλογερόν, αφάνισις πονηρίας, βέλος το πικρόν.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.
ΕΝΑΤΗ ΕΥΧΗ
Θεόνυμφη λαμπάδα, τον Ήλιον φέρουσα Χριστόν, Όχημα του Λόγου, Άστρον άδυτον, εγκαλλώπισμα πιστών, Ουράνεια κλεις, Ίαμα και Ίλεως, Δέηση ζωής, Λυτήριον λύπης, φόβον καταργήσασα, χρυσοφαής, Αγνότης Μακαρία, Γέφυρα αιώνιας σωτηρίας, Ύμνος Ασωμάτων, γεγεννημένη νήψις γαλουχίας, Μυριώνυμη, και Μυριώχαρη, άϋλη, Μυροβλύτισσα, Οδηγήτρια, Γρηγορούσα, κόρη Μεσοπαντίτισσα, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).
Κυριώνυμη Παναγία, Ναέ Θεού, ακατάλυτος, Ουρανώσασα τον χουν, Όμβρος ζωοδότης άλυτος, Όνομα πολυπόθητον, Σκήνωμα οχυρώσασα απόρθητον, Στήριγμα ευσεβών, σκεύος Ιερόν αλώβητον, Αγίας Τριάδος δώρημα το τέλειον παρρησίας, η Χάρις νοερών, παρισταμένη τω Θεώ, φλοξ αθανασίας.
Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.