Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Η Κοίμηση της Θεοτόκου ως μυστήριο της Εκκλησίας – Μητροπ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



Ακούστε το επόμενο κείμενο, όπως αυτό «δημοσιεύθηκε» στο 172-ο τεύχος (Ιουλίου – Αυγούστου του 2018) του ηχητικού περιοδικού μας, Ορθόδοξη πορεία
Κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ασπαζόμαστε την ιερή εικόνα που παριστά το γεγονός της Κοιμήσεώς της. Η όλη εικόνα όχι μόνον αναπαριστά αυτό που έγινε κατά την εξόδιο ακολουθία της Παναγίας, αλλά δείχνει και το τι είναι η Εκκλησία. Πρόκειται για μια εικόνα που δείχνει κατά τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το μυστήριο της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Είναι η ενότητα Θεού και ανθρώπων στο πρόσωπο του Χριστού.
Στην ιερή εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βλέπουμε ότι η Εκκλησία έχει στο κέντρο της τον Χριστό και την Παναγία, ως Μητέρα του Χριστού, και γύρω από αυτούς τούς Αποστόλους, τούς Επισκόπους και τούς Αγγέλους.
Έπειτα, στην ιερή εικόνα φαίνεται καθαρά ότι στην Εκκλησία έχει καταργηθή ο θάνατος, αλλά αυτό που ονομάζουμε θάνατο είναι ένας απλός ύπνος. Το σώμα δέχεται την Χαρη του Θεού και αυτό λαμπρύνεται, αλλά και η ψυχή ζη μετά θάνατο, και, αν ο άνθρωπος έχη αγιασθή, βρίσκεται «εν χειρί Θεού». Αυτό που συνέβη με την Παναγία, κατά αναλογία, επιθυμούμε να συμβή και σε μας. Δηλαδή, ευχόμαστε, όταν έλθη η ώρα να φύγουμε από τον κόσμο αυτό, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία, να προσευχόμαστε, να έχουμε τούς Πνευματικούς Πατέρες κοντα μας, να λάβουμε την ευχή τους και, κυρίως, να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ακόμη, όπως ο Ιεφωνίας προσπάθησε να ατιμάση το σώμα της Παναγίας και δεν το κατόρθωσε, έτσι υπάρχουν διάφοροι εχθροί, οι οποίοι προσπαθούν να βλάψουν το Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, αλλά δεν κατόρθωσαν ούτε θα κατορθώσουν να κάνουν τίποτε, γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία έχει μεγάλη δύναμη, δεν φοβάται απολύτως τίποτε, αλλά σώζει τούς πάντες και αυτούς ακόμη τούς λεγομένους εχθρούς της, όταν μετανοήσουν.
Όλη η σύνθεση της εικόνας, από τα πρόσωπα που παρίστανται, σχηματίζουν έναν νοητό Σταυρό. Η οριζόντια διάσταση του Σταυρού σχηματίζεται από την κλίνη, όπου βρίσκεται το νεκρό σώμα της Θεοτόκου. Η κατακόρυφη διάσταση του Σταυρού σχηματίζεται στο επάνω μέρος από τον Χριστό που βρίσκεται όρθιος, και στο κάτω μέρος από τον Εβραίο Ιεφωνία που θέλησε να ατιμάση το σώμα της Θεοτόκου. Είναι ένας νοητός Σταυρός που τον αποτελούν ο Χριστός, η Θεοτόκος, και οι παρόντες στην Κοίμησή της, από τους οποίους οι περισσότεροι την ανυμνούν και ένας προσπαθεί να την ατιμάση. Ο Σταυρός είναι δόξα και ατιμία, σωτηρία και καταδίκη. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «Ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α Κορ. α , 18).
Η Εκκλησία έχει και τους πειρασμούς της που προέρχονται από τους ανθρώπους, οι οποίοι ούτε βιώνουν ούτε μπορούν να καταλάβουν το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Αυτοί είναι άγευστοι και αμύητοι της θεοειδούς ζωής και αντιδρούν σε εκείνους που ζουν σε μία άλλη διάσταση της ζωής.
Το μυστήριο του Σταυρού φαίνεται έκδηλα στα πρόσωπα των ανθρώπων που εικονίζονται στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο πόνος και ο πόθος, η αγάπη και η προσευχή, η έκσταση και η όραση, οι ύμνοι και η σιωπή, όλα αυτά είναι μέθεξη του μυστηρίου του Σταυρού του Χριστού.
Στην διδασκαλία των Πατέρων γίνεται λόγος για το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, που είναι η αγάπη του Θεού, η οποία προχέεται από τον Τριαδικό Θεό προ της δημιουργίας του κόσμου, κατά την δημιουργία του, προ της πτώσεως του ανθρώπου, μετά την πτώση του, προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κατά την ενανθρώπησή Του, προ της Πεντηκοστής και μετά από αυτήν. Αυτή η αγάπη του Θεού μετέχεται διαφοροτρόπως, ως καίουσα και φωτίζουσα, με την διπλή ενέργεια του Σταυρού.
Αυτό το μυστήριο του Σταυρού φαίνεται έκδηλα στα πρόσωπα των ανθρώπων που εικονίζονται στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο πόνος και ο πόθος, η αγάπη και η προσευχή, η έκσταση και η όραση, οι ύμνοι και η σιωπή, όλα αυτά είναι μέθεξη του μυστηρίου του Σταυρού του Χριστού.
Ο Σταυρός είναι η δόξα του Χριστού με την αγάπη και την κένωσή Του, αλλά είναι και η δόξα της Θεοτόκου, η οποία σε όλη την ζωή της έζησε με την βαθυτάτη ταπείνωση που είναι η θεοποιός και υψοποιός κένωση, δηλαδή το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως. Αυτό έζησαν και οι Απόστολοι και οι Ιεράρχες που αποδείχθηκαν φίλοι του Θεού, φίλοι του Σταυρού.
Τελικά, μένοντας σε αυτόν τον νοητό σχηματισμό του Σταυρού της εικόνας μπορεί να τονισθή η αξία του ανθρώπου, όταν με την όλη ζωή του και τον τρόπο της κοιμήσεώς του, κατά το πρότυπο της Θεοτόκου, γίνεται η οριζόντια διάσταση του Σταυρού, και προστίθεται η κατακόρυφη διάστασή του, που είναι η Χάρη του Θεού.
Η Παναγία προξένησε μεγάλη χαρά σε όλη την οικουμένη, γιατί γέννησε τον Χριστό, που είναι η χαρά μας και η ελπίδα της σωτηρίας μας. Γι’ αυτό την αγαπάμε και την παρακαλούμε να μας προστατεύη, να μας ενισχύη στις δύσκολες ώρες της ζωής μας, να πρεσβεύη για να παραμένουμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και να μεσιτεύη για να αξιωθούμε να νικήσουμε τον θάνατο με την δύναμη του Χριστού και να εισέλθουμε στην ουράνια Εκκλησία!
Ο Μητροπολίτης
† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η Παναγία και ο Λαός, κείμενο του Φώτη Κόντογλου


Η Παναγία και ο Λαός, κείμενο του Φώτη Κόντογλου
Ρωμηοσύνη και Ορθοδοξία είναι ένα πράγμα.
Για να μην πάρω τους πολύ παληούς, παίρνω δυο τρεις από εκείνους πού αγωνισθήκανε για την ελευθερία της Ελλάδας, πού όποτε μιλάνε για τη λευτεριά, μιλάνε και για τη θρησκεία.
Ο Ρήγας Φεραίος λέγει: «Να κάνουμε τον όρκο / απάνω στο Σταυρό". Ένας άλλος ποιητής γράφει: «Για της πατρίδας την ελευθερία / για του Χρίστου την πίστη την αγία / γι' αυτά τα δύο πολεμώ, / μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ_ / κι αν δεν τα αποχτήσω / τι μ' ωφελεί να ζήσω;».
Του Σολωμού η ψυχή είναι θρεμμένη με τη θρησκεία, γι' αυτό μοσκοβολούνε τα ποιήματα του από δαύτη. Κι αυτή τη μοσκοβολιά τη νιώθει κανένας στην Ημέρα της Λαμπρής, στη Δέηση της Μαρίας, στη Φαρμακωμένη, Εις Μοναχήν, στον Ύμνο της Ελευθερίας, στο Διάλογο και σε πολλά άλλα.
Οι αγράμματοι ποιητές των βουνών, μέσα στα τραγούδια πού κάνανε, και που δε θα τα φτάξει ποτέ κανένας γραμματιζούμενος, μιλάνε κάθε τόσο για τη θρησκεία μας, για το Χριστό, για την Παναγιά, για τους δώδεκα Αποστόλους, για τους αγίους. Πολλές παροιμίες και ρητά και λόγια που λέγει ο λαός μας, είναι παρμένα από τα γράμματα της Εκκλησίας.
Η Ρωμηοσύνη είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο. Από τότε που γινήκανε χριστιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χριστού και την κάνανε σημαία δική τους: Πίστις και Πατρίς! Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε για την πίστη του Χριστού, από τα χρόνια του Νέρωνα και του Διοκλητιανού, έως τα 1838, πού μαρτύρησε ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων. Ποια άλλη φυλή υπόφερε τόσα μαρτύρια για το Χριστό; Αυτό το ακατάλυτο έθνος πού έπρε¬πε να πληθύνει και να καπλαντίσει τον κόσμο, απόμεινε ολιγάνθρωπο γιατί αποδεκατίσθηκε επί χίλια οχτακόσια χρόνια από φυλές χριστιανομάχες.
Αγιασμένη Ελλάδα! Είσαι αγιασμένη, γιατί είσαι βασανι¬σμένη. Κι η κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ' ένα μαρτύριο σου. Τα πάθη του Χριστού τα 'κανες δικά σου πάθη, τα μαρτύρια των Αγίων είναι δικά σου μαρτύρια. Ο δικός σου ο κλήρος στάθηκε η πίκρα. Θλίβεσαι με τον Χριστό, θλίβεσαι με την Παναγιά, μαρτυράς μαζί με τους μάρτυρες της πίστης κι ολοένα κλαις σαν θρηνητικό τρυγόνι στα αγιασμένα μνημούρια πού 'ναι φυτρωμένα απάνω τους αγριοχόρταρα και φλυσκούνια. Πλην η θλίψη σου εσένα είναι κάποια θλίψη χαροποιά, γεμάτη ελπίδα κι αθανασία. «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης» κατά τον Σολομώντα. Αυτό είναι το «χαροποιόν πένθος», η «χαρμολύπη» πού λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Είναι η αληθινή χαρά πού ξαγοράζεται μονάχα με τον πόνο.
Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ' αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ' όνομα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σήμερα στη Λειτουργία: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύριος μετά σου. Μεθ' ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».
Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας, που είναι η μητέρα των ορφανεμένων, η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των θλιμμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων. Κι απ' άκρη σε άκρη της Ελλάδας, στις πολιτείες, στα χωριά, στα μοναστήρια και στις σκήτες, απάνω στα δασωμένα βουνά, στα λαγκάδια, στις σπηλιές, στα γαλανά τα κύματα που δροσοαφρίζουνε από τον πελαγίσιον αγέρα, στα νησιά και στα ρημόνησα, στους κάβους, παντού αντιλαλεί η υμνολογία που ψέλνουνε οι ψαλτάδες για την ταπεινή βασίλισσα που κοι¬μήθηκε. Το μελτέμι που φυσά τώρα το Δεκαπενταύγουστο και δροσίζει τον κόσμο τα δεντρικά που 'ναι φορτωμένα με λογής λογής πωρικά, τα άγρια τα ρουμάνια, με τις αντρειωμένες βα¬λανιδιές και με τα έλατα και με τα κέδρα, τα άσπρα σύννεφα που αρμενίζουνε στον γαλανό ουρανό, όλα είναι χαροποιά και μακάρια, όλα είναι ιλαρά από την γλυκύτητα της Παναγίας. Στα πέλαγα ταξιδεύουνε λογής-λογής καράβια και καΐκια πώχουνε γραμμένο απάνω στο μάγουλο τους το γλυ¬κύτατο τ' όνομα της. Ω! Αληθινά δική μας είναι η Παναγία, δικό μας είναι το Ρόδον το Αμάραντον!
Ποιος θα μπορούσε να την υμνήσει όπως την υμνολογήσανε οι υμνωδοί της Εκκλησίας μας; Αρχαγγελικές σάλπιγγες θαρρείς πώς ακούγονται παντού, με ύψος και με σεμνότητα, μ' ένα κάλλος πνευματικό που βρίσκεται μονάχα στην Ορθοδοξία. Στον Εσπερινό της παραμονής ψέλνουνε τούτα τα τροπάρια που γεμίζουνε την ψυχή μας με κάποιον αγιασμένον ενθουσιασμό: «Ω του παραδόξου θαύματος! Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται, και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται. Ευφραίνου, Γεσθημανή, της Θεοτόκου το άγιον τέμενος. Βοήσωμεν οι πιστοί, τον Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κοσμώ δια σου το μέγα έλεος».
Από τι καρδιές, από τι χρυσά σπλάχνα εβγήκε τού¬τος ο πλούτος! Εδώ δεν είναι συνταίριασμα τεχνικό από λόγια κι από ήχους. Εδώ είναι αληθινά «η φωνή του Γα¬βριήλ μελωδούντος» από τας ουράνιους αψίδας, ύμνος αθανασίας. Αμή εκείνη η θ' ωδή που λέγει: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομιών σου». Η εκείνο το απολυτίκιο που είναι σοβαρό και γλυκό σαν το εικό¬νισμα της: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν, εφύλαξας, εν τη κοιμήσει, τον κόσμων ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών». Η ο α' ειρμός στις Καταβασίες που λέγει: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη η ιερά και ευκλεής, Παρθέ¬νε, μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ, μετά χορών και τύ¬μπανων τω σω άδοντες μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».
Από τούτη την άγια μέθη, που μεταδίνει η «Πεποικιλμένη», μέθυσε κι ο αγιασμένος γλάρος της Σκιάθου, κ' έγραψε τους καημούς του Δεκαπενταύγου-στου σκιρτώντας από την αγγελική υμνωδία που άκουγε μυστικά, καθισμένος μπροστά στ' αφρισμένο πέλαγο, «ο φιλέρημος γέρων». Από το ίδιο νέκταρ της Παναγίας μέθυσε κι ο Σολωμός και ψέλνοντας και κείνος με ενθουσιασμό την Πεποικιλμένη, έγραψε στον Ύμνο της Ελευθερίας τούτα τα λόγια:
Ακολουθεί την αρμονία η αδελφή του Ααρών, η προφήτισσα Μαρία μ' ένα τύμπανον τερπνόν. Και πηδούν όλες οι κόρες με τσ' αγκάλες ανοικτές τραγουδώντας ανθοφόρες με τα τύμπανα κ' εκείνες.
Η Μαριάμ, η συνονόματη της Παναγίας, ήτανε η αδελφή του Ααρών, που άρχισε να ψέλνει για να φχαριστήσει το θεό, που καταπόντισε τον Φαραώ στην Ερυθρή θάλασσα. Και τη συντροφεύανε οι άλλες οι κό¬ρες, χορεύοντας και παίζοντας τα τύμπανα. «Λαβούσα δε Μαριάμ η προφήτις, η αδελφή του Ααρών, το τύμπα¬νον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τύμπανων και χορών (Εξοδ. ιε', 20).
Αυτή είναι η αγιασμένη Ελλάδα, κι από το γάλα της βυζάξανε και θραφήκανε οι ποιητές της, το γάλα της Πα¬ναγίας.
Εμείς αυτό το γάλα το συχαθήκαμε, αλίμονο!
(Από το βιβλίο «Παναγία και Υπεραγία» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου-Το κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την Παναγία


Η Κοίμηση της Θεοτόκου-Το κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την Παναγία
Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ο εορτασμός της Κοίμησης της Θεοτόκου περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο το θάνατο και την ταφή της Παναγίας και κατά δεύτερο την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς.
Τι γιορτάζουμε σήμερα
Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν υπάρχουν πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτήν μαθαίνουμε από τις διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας  γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός.
Έτσι, λοιπόν, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η μητέρα του Ιησού Χριστού, Μαρία (η Θεοτόκος και Παναγία), πληροφορήθηκε τον επικείμενο θάνατό της από έναν άγγελο τρεις ημέρες προτού αυτός συμβεί και άρχισε να προετοιμάζεται κατάλληλα. Προσεύχεται στο όρος των Ελαιών και δίνει τα υπάρχοντά της σε δύο γειτόνισσές της χήρες. Επειδή κατά την ημέρα της Κοίμησής της δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, καθώς κήρυτταν «απανταχού γης», μια νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της. Μοναδικός απών ο απόστολος Θωμάς.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου συνέβη στο σπίτι του Ευαγγελιστή Ιωάννη, στο οποίο διέμενε η μητέρα του Θεανθρώπου. Αφού της έκλεισαν τα μάτια, οι Απόστολοι μετέφεραν το νεκροκρέβατό της στον κήπο της Γεθσημανής, όπου και την έθαψαν. Κατά τη μεταφορά του λειψάνου της, φανατικοί Ιουδαίοι αποπειράθηκαν να ανατρέψουν το νεκροκρέβατό της, αλλά τυφλώθηκαν. Μόνο ένας από αυτούς κατόρθωσε να το ακουμπήσει, αλλά μια αόρατη ρομφαία του έκοψε τα χέρια.
Μοναδικός απών από την κηδεία της υπήρξε, όπως προαναφέραμε, ο Απόστολος Θωμάς. Όταν μετά από τρεις ημέρας πήγε στον τάφο της, βρήκε μόνο τα εντάφια. Προφανώς, η Παναγία είχε αναστηθεί. Πάνω στον τάφο της χτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός, που αποδίδεται στην Αγία Ελένη. Μετά την καταστροφή του, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μαρκιανός (450-457) με τη δεύτερη σύζυγό του Πουλχερία έχτισαν ένα νέο ναό, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Η Κοίμηση της Θεοτόκου εορταζόταν αρχικά στις 13 Αυγούστου και από το 460 στις 15 Αυγούστου.Μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας υπάρχει δογματική διαφορά σχετικά με την Κοίμηση της Θεοτόκου. 
Η Καθολική Εκκλησία πιστεύει στο δόγμα της ενσώματης ανάληψης της Θεοτόκου (Assumptio Beatae Mariae Virginis), που οριστικοποιήθηκε με την αποστολική εγκύκλιο του Πάπα Πίου IB' «Munificentissimus Deus» (1 Νοεμβρίου 1950). Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει λόγο πρώτα για Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή πραγματικό θάνατο (χωρισμό ψυχής και σώματος) και στη συνέχεια για μετάσταση της Θεοτόκου, δηλαδή ανάσταση (ένωση ψυχής και σώματος) και ανάληψή της κοντά στον Υιόν της.
Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προηγείται νηστεία, η οποία καθιερώθηκε τον 7ο αιώνα. Αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο περιόδους: πριν από την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και πριν από την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τον 10ο αιώνα, συνενώθηκαν σε μια νηστεία, που περιλαμβάνει 14 ημέρες και ξεκινά την 1η Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης νηστείας, νηστεύεται το λάδι εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής, ενώ στη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα καταλύεται (επιτρέπεται) το ψάρι. Ανήμερα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου καταλύονται τα πάντα, εκτός και αν η εορτή πέσει σε Τετάρτη ή Παρασκευή, οπότε καταλύεται μόνο το ψάρι. Τις ημέρες της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου ψάλλονται τις απογευματινές ώρες στις εκκλησίες (εκτός Κυριακής), εναλλάξ, ο «Μικρός και ο Μέγας Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον», οι λεγόμενες «Παρακλήσεις».
Στην Ελλάδα, η Κοίμηση της Θεοτόκου εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα, ονομάζεται δε και «Πάσχα του Καλοκαιριού». Σε πολλά νησιά του Αιγαίου (Τήνος, Πάρος, Πάτμος) στολίζουν και περιφέρουν επιτάφιο προς τιμήν της Παναγίας. Σε πόλεις και χωριά ανά την επικράτεια, σε εκκλησίες αφιερωμένες στην Κοίμηση της Θεοτόκου διοργανώνονται παραδοσιακά πανηγύρια, που καταλήγουν σε γενικευμένο γλέντι. Η Κοίμηση της Θεοτόκου δεν είναι ένα πένθιμο γεγονός για τον λαό, επειδή η Παναγία «μετέστη προς την ζωήν». Εξάλλου, τον Δεκαπενταύγουστο γιορτάζουν ο Παναγιώτης, η Μαρία και η Δέσποινα.
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου γιορτάζεται με λιγότερο εμφατικό τρόπο στις λοιπές ορθόδοξες και καθολικές χώρες του κόσμου, στις περισσότερες από τις οποίες ο Δεκαπενταύγουστος είναι επίσημη αργία, όπως και στην Ελλάδα. Οι προτεσταντικές ομολογίες θεωρούν την Κοίμηση της Θεοτόκου δευτερεύουσα εορτή, επειδή δεν βασίζεται σε βιβλικές αναφορές. Η διαφορά αυτή φαίνεται ανάγλυφα στη Γερμανία, όπου ο Δεκαπενταύγουστος είναι επίσημη αργία μόνο στα καθολικά κρατίδια του Ζάαρλαντ και της Βαυαρίας.

Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 15 Αυγούστου 1887.
"Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.
   Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. . . Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον».
   Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.
   Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου.

   Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού  προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».
   Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει·
   «Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν».
   Και το β΄ τροπάριον·
   «Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα».
   Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»·
   «Κροτείτωσαν σάλπιγγες, των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω, περιηχείτω αήρ, απείρω λαμπόμενος φωτί, άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν».
   «Το Σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ, τοις πάσι θεόληπτος και ων, όντως και δεικνύμενος, Θεοτόκε πανύμνητε».
   Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου, εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων, έχει ως έπεται·
   «Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε, τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική, τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
   Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν, ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών της Διαθήκης υπό του Μωυσέως.
   «Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής, γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι, εν θυμώ συνέτριψεν, αλλ’ ο τούτου Δεσπότης, την τεκούσαν ασινή, τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις, νυν εισωκίσατο· συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
   Αλλ’ η χρυσή κορωνίς και το επιστέγασμα όλου του Κανόνος, είναι η ωραιοτάτη εκείνη καταβασία της θ΄ ωδής, μετά του Μεγαλυναρίου, ψαλλομένη και εν τη Λειτουργία·
«Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, την μόνην Θεοτόκον.
«Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοι Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν, προμνηστεύεται θάνατος· η μετά τόκον Παρθένος, και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου»".

 9
 0
 
Συντάκτης: Newsroom CretePlus.gr

Κείμενο " Η πανσεβάσμια κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος) "

Όταν ο πατριάρχης Ιακώβ, αναχωρώντας από τη πατρική εστία, εξαιτίας της κατ’ αυτού απειλής του αδελφού του Ησαύ, έφθασε κοντά στη δύση του ηλίου σε έρημο τόπο, πήρε έναν λίθο, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του και κοιμήθηκε. Είδε τότε σκάλα στηριγμένη στη γη, της οποίας η κεφαλή έφθανε στον ουρανό και οι Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν σε αυτήν, ο δε Κύριος στηριζόταν πάνω της… Όταν σηκώθηκε ο Ιακώβ από τον ύπνο, είπε: «Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο αλλ’ ή οίκος Θεού και αύτη η πύλη του ουρανού» (Γεν. 28:17).
Η σκάλα εκείνη η μυστική ήταν τύπος και εικόνα της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της οποίας την σεβάσμια Κοίμηση περιχαρώς εορτάζουμε.
Μετά την παράβαση και παρακοή των πρωτοπλάστων, μεταξύ ουρανού και γης δεν υπήρχε καμία επικοινωνία. Πεθαίνοντας οι άνθρωποι μετέβαιναν στον Άδη. Πέρασαν περίπου πέντε χιλιάδες έτη και δεν βρισκόταν μέσον για να επικοινωνήσει η γη με τον ουρανό, ο άνθρωπος με τον Θεό. Υπήρχε τείχος. Υπήρχε φραγμός αδιάρρηκτος. Βρέθηκε, τέλος, το μέσον που χάλασε τον μεσότοιχο, διέρρηξε τον φραγμό, κατέβασε από τους ουρανούς τον Θεό, ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό, ένωσε τα επίγεια με τα επουράνια και έγινε εύκολη η διάβαση και η ανάβαση των ανθρώπων από τη γη στα ουράνια. Όλα, όλα αυτά γνωρίζετε, αγαπητοί μου, ποιος τα επετέλεσε; Η πανύμνητη Παρθένος που εορτάζουμε σήμερα!
Ω μεγαλεία, μεγαλεία της Παρθένου! Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, ποιος θα τα διηγηθεί! Αν εκείνος ο ουρανόπεμπτος αρχάγγελος Γαβριήλ, που υπηρέτησε στο μέγα αυτό μυστήριο, εξεπλάγη από θαυμασμό, πώς εμείς οι ταλαίπωροι, υλικοί και χοϊκοί να μην έλθουμε σε απορία και έκσταση; Αλλά ας παραλείψουμε τα του ύψους του μυστηρίου, και ας στραφούμε στο ζήτημα της σωτηρίας. Στο πώς δηλαδή θα σωθούμε και πώς θα μπορέσουμε να ανεβούμε στον ουρανό μέσω της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Όσοι, αγαπητοί μου αδελφοί, επιθυμείτε να ανεβείτε από τη γη στον ουρανό, να γίνετε πολίτες της άνω Ιερουσαλήμ, συμπολίτες των Αγγέλων και οικείοι του Θεού, υιοί Θεού και θεοί κατά χάριν, ελάτε και ακούστε. Στρέψετε τα αυτιά της ψυχής και του σώματος και προσέξτε τους λόγους μου, του ελαχίστου και ευτελούς. Σας μιλώ με αγάπη και αλήθεια και με συγκίνηση καρδιάς. Σας λέω με πλήρη πεποίθηση ότι δεν θα βρείτε άλλο μέσον ούτε ευκολότερο ούτε ασφαλέστερο να ανεβείτε στους ουρανούς από αυτή τη νοητή κλίμακα, την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία.
Κανείς ας μη διστάσει. Κανείς ας μη δειλιάσει. Κανείς ας μην αμφιβάλλει. Και αν κανείς είναι βεβαρημένος και βαρυφορτωμένος από πολλές και ποικίλες αμαρτίες, ας γίνει πρόθυμος, ας έχει θάρρος, ας μην απελπίζεται.
Αλλά πώς και με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να ανεβούμε από τη γη στους ουρανούς; Τόσο ύψος! Αυτό είναι κόπος, κίνδυνος, φόβος. Αυτό κι εγώ το ομολογώ, ότι είναι κόπος και πόνος, αλλά υπάρχει μέσον εύκολο, η Παναγία Παρθένος, η νοητή κλίμακα, μέσω της οποίας θα ανέλθουμε στους ουρανούς.
Όσοι πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση και ότι «οι τα αγαθά ποιήσαντες απελεύσονται εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5:29), και γι’ αυτό ζείτε ενάρετη ζωή, για να αξιωθείτε της ουρανίου βασιλείας, μη λησμονείτε, αλλά πάντοτε, στο στάδιο της παρούσας ζωής, να επικαλείσθε την Θεοτόκο, διότι αυτή με τη μεσιτεία της μπορεί να σας εισαγάγει στους ουρανούς.
Όσοι είστε αμαρτωλοί, απορρίψτε με ειλικρινή και καθαρή μετάνοια και εξομολόγηση τις αμαρτίες και επικαλεσθείτε με όλη σας την ψυχή τη Θεοτόκο, για να μπορέσετε να ανεβείτε στους ουρανούς. Δεν βρίσκεται άλλο μέσον να σας βοηθήσει περισσότερο από την Παναγία. «Πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου».
Αυτή είναι η πρόξενος της σωτηρίας μας. Αυτή κατέρριψε τον μεσότοιχο της μεταξύ ημών και του Θεού έχθρας. Αυτή συμφιλίωσε εμάς με τον Θεό και μας απάλλαξε από τη αιώνια καταδίκη και μας προξένησε την αφθαρσία. Αυτή είναι η γέφυρα η μετάγουσα προς την αιώνιον ζωήν, η κλίμακα που μας ανεβάζει στους ουρανούς και η ολκάς (το πλοίο) που μας οδηγεί στο ακύμαντο λιμάνι του Παραδείσου. Αυτή είναι των αμαρτωλών η σωτηρία και των Αγγέλων ο γλυκασμός. Ο ιατρός των νοσούντων και η τροφή των πεινώντων. Των πονεμένων ο πλούτος και των τυφλών η βακτηρία. Των αδικουμένων προστάτης και των ξένων η παράκληση.
Και τι να πω; Στους πάντες είναι τα πάντα η Μητέρα του Θεού και μητέρα ημών των χριστιανών. Όλοι όσοι βρισκόμαστε σε θλίψεις, συμφορές και ανάγκες προς αυτήν καταφεύγουμε, και όλοι όσοι με πίστη προστρέχουμε, τα αιτήματα λαμβάνουμε. «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε…».
Όσοι όμως είναι άπιστοι, όσοι είναι βλάσφημοι και υβριστές της Θεοτόκου, όχι μόνον τα αιτήματά τους δεν λαμβάνουν, αλλά θα έχουν και αντίδικη την Παναγία, εάν δεν σπεύσουν να μετανοήσουν.
Ας σπεύσουμε, αγαπητοί φιλόχριστοι, με τη μετάνοια και την εξομολόγηση να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία, πριν έλθει η ώρα και η στιγμή του θανάτου. Ας επικαλούμαστε πάντοτε την Παναγία, γέροντες, νέοι, γυναίκες, παιδιά. Όλοι στο στόμα μας ας έχουμε το όνομα της Παναγίας. Το πρωί όταν σηκωνόμαστε, το βράδυ όταν πρόκειται να αναπαυθούμε, το όνομα της Παναγίας, του Ιησού και των Αγίων Του ας μη λείπει από το στόμα μας. Και όταν είμαστε υγιείς και όταν ασθενείς και όταν ψυχορραγούμε, ας εκπνεύσουμε με το όνομα της Παναγίας και του Ιησού στο στόμα, για να δοξασθούμε μαζί τους στους αιώνες. Αμήν.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - Ἑρμηνευτικὴ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὑμνολογίας

Α) Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
4εκαπενταύγουστος! Τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ γιορτὴ τοῦ Αὐγούστου, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, συγκλονίζει κάθε πιστὴ ψυχή. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη του μηνὸς στὶς ἐκκλησίες ψάλλονται καθημερινὰ οἱ Παρακλήσεις - ἐναλλὰξ ἡ Μικρὴ καὶ ἡ Μεγάλη. Οἱ πιστοὶ προετοιμάζονται -νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν- γιὰ νὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ τὸ μεγάλο πανηγύρι.
Μητέρα τῆς Ζωῆς ἡ Παναγία μεθίσταται πρὸς τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στὴν Μετάστασή Της. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Νέας Εὔας, τῆς γυναίκας ποὺ γέννησε τὸν φθορέα τῆς φθορᾶς, δὲ γεύεται τῆς φθορᾶς τὴ δύναμη. «Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται», ὅμως «κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».
Ας δοῦμε όμως τὴν περιγραφὴ-ἑρμηνεία τῆς Βυζαντινῆς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεώς της καὶ κάποια κείμενα σχετικά.
Ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπη. Δυὸ ὅμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στὴν ὅλη παράσταση: Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Ὁ Χριστός μας μὲ τὸ ἡγεμονικό Του παράστημα ποὺ κρατεῖ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, καὶ τὸ λιπόσαρκο σκήνωμα τῆς Παναγίας.
«Στὴν εἰκόνα δεσπόζει τὸ νεκρικὸ κρεβάτι, στολισμένο μὲ πλούσια ποδέα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ Παναγία μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Μπροστὰ στερεωμένο σὲ ἕνα ἁπλὸ κηροπήγιο καίει ἕνα χοντρὸ κερί. Πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ στὴ μέση ἀκριβῶς στέκει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα σὲ περίεργη στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά, πρὸς τὴν κεφαλὴ τῆς Μητέρας Του. Στὰ χέρια Του ἁπλωμένα στὴν ἴδια κατεύθυνση, κρατεῖ τὴν ψυχή της, ποὺ ἔχει τὴ μορφὴ φασκιωμένου μωροῦ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Τὸν τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ζωγραφισμένοι στὴν κορυφὴ ἕνα ἑξαπτέρυγο καὶ σὲ μονοχρωμία τέσσερεις ἄγγελοι ποὺ πλαισιώνουν τὸ Χριστὸ μὲ χειρονομίες καὶ ἔκφραση λύπης στὰ πρόσωπά τους... Πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὴν κορυφὴ τοῦ τόξου τῆς εἰκόνας ἔχουν ἀνοίξει οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ φαίνονται δυὸ ἄγγελοι, πάλι σὲ μονοχρωμία, νὰ σκύβουν μὲ σκεπασμένα χέρια γιὰ νὰ πάρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὴν ψυχή της. Στὴν κεφαλὴ καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκρικοῦ κρεβατιοῦ εἶναι μαζεμένοι οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι μὲ ἐκφράσεις, στάσεις καὶ χειρονομίες ποὺ δείχνουν βαθειὰ λύπη. Ὁ Πέτρος θυμιατίζει στὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης σκύβουν στὰ πόδια της καὶ τὴν ἀσπάζονται. Πιὸ πίσω εἶναι τρεῖς ἱεράρχες μὲ ἀνοιχτὰ βιβλία καὶ στὰ ἀριστερά, στὸ βάθος, θρηνοῦν τρεῖς γυναῖκες. Τὴ σύνθεση κλείνουν στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν μαθητῶν, δυὸ συμβατικὰ ἀρχαιόπρεπα κτήρια. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ διαβάζεται ἡ ἐπιγραφὴ Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Ἀ. Καρακατσάνη). Οἱ τέσσερεις (εἰκονίζονται οἱ τρεῖς) Ἱεράρχες ποὺ παραβρέθηκαν στὴν Κοίμηση, ἦταν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἰερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Τιμόθεος. Ὁ Ἰερόθεος δὲν εἰκονίζεται.
Σὲ κάποιες εἰκόνες βλέπουμε στὴ δεξιὰ ἄκρη τοῦ σπιτιοῦ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ ποὺ βαστᾶ χαρτί (πάπυρο) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεία σκηνώματα καὶ παρέστηκας...» Καὶ στὰ ἀριστερὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν ποιητὴ κρατώντας ἄλλο χαρτὶ ποὺ λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»
Σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλίψη, ἀνάμικτη ὅμως μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπην», τὸ «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν ποὺ ζοῦν μὲ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Τοῦτο βλέπουμε καὶ στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἄλλοτε τονίζουν τὸν τρόμο καὶ τὸ δέος τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν νὰ δακρύζουν καὶ ἄλλοτε τονίζουν τὴ χαρά τους, ποὺ τὴν ἐκδηλώνουν μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους. Παραθέτουμε δυὸ ἀποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο ὄρθρου). «...Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικὸ ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).
Σὲ μερικὲς εἰκόνες εἰκονίζονται στὸν οὐρανὸ σύννεφα, ποὺ μετέφεραν τοὺς Ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Κοίμησης ζωγραφίζεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀγγέλου καὶ κόβει μὲ τὸ ξίφος του τὰ χέρια τοῦ Ἰεφονία. (Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸν Ἑβραῖο ποὺ ἀποπειράθηκε νὰ ρίξει στὸ ἔδαφος τὸ λείψανο τῆς Θεοτόκου).
Β) ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ
Στὴν Ἐκκλησία ὁ θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δὲν λέγεται θάνατος ἢ τελευτή. Ἀποκαλεῖται «Κοίμηση». Δὲν ἐξαντλοῦνται τὰ πάντα στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὑπάρχει τὸ ἐπέκεινα τοῦ τάφου: ἡ αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι κοιμᾶται προσώρας, γιὰ νὰ ξυπνήσει στὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἕνας μεγάλος ὕπνος. Αὐτὸ τὸ πανηγύρι, τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας βασιλείας, τὴν ἀγάπη μας στὴν Παναγία Μητέρα ὅλων μας, θὰ δοῦμε καὶ μέσα ἀπὸ κάποια κείμενα.
Ἡ ὑμνολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τρόπο ποιητικὸ τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Οἱ ὕμνοι τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἀποδοσμένοι στὴ Νεοελληνικὴ ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, ὡς ἑξῆς:
«Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο». (ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως)
«Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατί σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου». (καταβασία θ´ ᾠδῆς)
Τὴν Παναγία Μητέρα μας ἂς ἑτοιμασθοῦμε κι ἐφέτος νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε στὴν πάσνσεπτη Κοίμησή της μαζί με ὅλους τοὺς Ἁγίους, τὶς Οὐράνιες δυνάμεις, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε πιστὴ ψυχὴ δεόμενοι ἐκτενῶς μαζί με τὸ μελωδὸ Θεοφάνη:
«…μὴ ἐπιλάθου (μὴ ξεχάσεις), Δέσποινα, τῶν πιστῶς ἑορταζόντων, τὴν παναγίαν σου Κοίμησιν». Ἀμήν. (Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς της Κοιμήσεως).
Α) Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
4εκαπενταύγουστος! Τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ γιορτὴ τοῦ Αὐγούστου, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, συγκλονίζει κάθε πιστὴ ψυχή. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη του μηνὸς στὶς ἐκκλησίες ψάλλονται καθημερινὰ οἱ Παρακλήσεις - ἐναλλὰξ ἡ Μικρὴ καὶ ἡ Μεγάλη. Οἱ πιστοὶ προετοιμάζονται -νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν- γιὰ νὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ τὸ μεγάλο πανηγύρι.
Μητέρα τῆς Ζωῆς ἡ Παναγία μεθίσταται πρὸς τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στὴν Μετάστασή Της. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Νέας Εὔας, τῆς γυναίκας ποὺ γέννησε τὸν φθορέα τῆς φθορᾶς, δὲ γεύεται τῆς φθορᾶς τὴ δύναμη. «Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται», ὅμως «κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».
Ας δοῦμε όμως τὴν περιγραφὴ-ἑρμηνεία τῆς Βυζαντινῆς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεώς της καὶ κάποια κείμενα σχετικά.
Ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπη. Δυὸ ὅμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στὴν ὅλη παράσταση: Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Ὁ Χριστός μας μὲ τὸ ἡγεμονικό Του παράστημα ποὺ κρατεῖ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, καὶ τὸ λιπόσαρκο σκήνωμα τῆς Παναγίας.
«Στὴν εἰκόνα δεσπόζει τὸ νεκρικὸ κρεβάτι, στολισμένο μὲ πλούσια ποδέα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ Παναγία μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Μπροστὰ στερεωμένο σὲ ἕνα ἁπλὸ κηροπήγιο καίει ἕνα χοντρὸ κερί. Πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ στὴ μέση ἀκριβῶς στέκει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα σὲ περίεργη στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά, πρὸς τὴν κεφαλὴ τῆς Μητέρας Του. Στὰ χέρια Του ἁπλωμένα στὴν ἴδια κατεύθυνση, κρατεῖ τὴν ψυχή της, ποὺ ἔχει τὴ μορφὴ φασκιωμένου μωροῦ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Τὸν τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ζωγραφισμένοι στὴν κορυφὴ ἕνα ἑξαπτέρυγο καὶ σὲ μονοχρωμία τέσσερεις ἄγγελοι ποὺ πλαισιώνουν τὸ Χριστὸ μὲ χειρονομίες καὶ ἔκφραση λύπης στὰ πρόσωπά τους... Πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὴν κορυφὴ τοῦ τόξου τῆς εἰκόνας ἔχουν ἀνοίξει οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ φαίνονται δυὸ ἄγγελοι, πάλι σὲ μονοχρωμία, νὰ σκύβουν μὲ σκεπασμένα χέρια γιὰ νὰ πάρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὴν ψυχή της. Στὴν κεφαλὴ καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκρικοῦ κρεβατιοῦ εἶναι μαζεμένοι οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι μὲ ἐκφράσεις, στάσεις καὶ χειρονομίες ποὺ δείχνουν βαθειὰ λύπη. Ὁ Πέτρος θυμιατίζει στὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης σκύβουν στὰ πόδια της καὶ τὴν ἀσπάζονται. Πιὸ πίσω εἶναι τρεῖς ἱεράρχες μὲ ἀνοιχτὰ βιβλία καὶ στὰ ἀριστερά, στὸ βάθος, θρηνοῦν τρεῖς γυναῖκες. Τὴ σύνθεση κλείνουν στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν μαθητῶν, δυὸ συμβατικὰ ἀρχαιόπρεπα κτήρια. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ διαβάζεται ἡ ἐπιγραφὴ Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Ἀ. Καρακατσάνη). Οἱ τέσσερεις (εἰκονίζονται οἱ τρεῖς) Ἱεράρχες ποὺ παραβρέθηκαν στὴν Κοίμηση, ἦταν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἰερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Τιμόθεος. Ὁ Ἰερόθεος δὲν εἰκονίζεται.
Σὲ κάποιες εἰκόνες βλέπουμε στὴ δεξιὰ ἄκρη τοῦ σπιτιοῦ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ ποὺ βαστᾶ χαρτί (πάπυρο) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεία σκηνώματα καὶ παρέστηκας...» Καὶ στὰ ἀριστερὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν ποιητὴ κρατώντας ἄλλο χαρτὶ ποὺ λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»
Σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλίψη, ἀνάμικτη ὅμως μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπην», τὸ «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν ποὺ ζοῦν μὲ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Τοῦτο βλέπουμε καὶ στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἄλλοτε τονίζουν τὸν τρόμο καὶ τὸ δέος τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν νὰ δακρύζουν καὶ ἄλλοτε τονίζουν τὴ χαρά τους, ποὺ τὴν ἐκδηλώνουν μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους. Παραθέτουμε δυὸ ἀποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο ὄρθρου). «...Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικὸ ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).
Σὲ μερικὲς εἰκόνες εἰκονίζονται στὸν οὐρανὸ σύννεφα, ποὺ μετέφεραν τοὺς Ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Κοίμησης ζωγραφίζεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀγγέλου καὶ κόβει μὲ τὸ ξίφος του τὰ χέρια τοῦ Ἰεφονία. (Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸν Ἑβραῖο ποὺ ἀποπειράθηκε νὰ ρίξει στὸ ἔδαφος τὸ λείψανο τῆς Θεοτόκου).
Β) ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ
Στὴν Ἐκκλησία ὁ θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δὲν λέγεται θάνατος ἢ τελευτή. Ἀποκαλεῖται «Κοίμηση». Δὲν ἐξαντλοῦνται τὰ πάντα στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὑπάρχει τὸ ἐπέκεινα τοῦ τάφου: ἡ αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι κοιμᾶται προσώρας, γιὰ νὰ ξυπνήσει στὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἕνας μεγάλος ὕπνος. Αὐτὸ τὸ πανηγύρι, τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας βασιλείας, τὴν ἀγάπη μας στὴν Παναγία Μητέρα ὅλων μας, θὰ δοῦμε καὶ μέσα ἀπὸ κάποια κείμενα.
Ἡ ὑμνολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τρόπο ποιητικὸ τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Οἱ ὕμνοι τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἀποδοσμένοι στὴ Νεοελληνικὴ ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, ὡς ἑξῆς:
«Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο». (ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως)
«Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατί σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου». (καταβασία θ´ ᾠδῆς)
Τὴν Παναγία Μητέρα μας ἂς ἑτοιμασθοῦμε κι ἐφέτος νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε στὴν πάσνσεπτη Κοίμησή της μαζί με ὅλους τοὺς Ἁγίους, τὶς Οὐράνιες δυνάμεις, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε πιστὴ ψυχὴ δεόμενοι ἐκτενῶς μαζί με τὸ μελωδὸ Θεοφάνη:
«…μὴ ἐπιλάθου (μὴ ξεχάσεις), Δέσποινα, τῶν πιστῶς ἑορταζόντων, τὴν παναγίαν σου Κοίμησιν». Ἀμήν. (Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς της Κοιμήσεως).

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Τα Εισόδια της Θεοτόκου ως το προανάκρουσμα του κοσμοχαρμόσυνου γεγονότος της έλευσης του Σωτήρα του κόσμουΜητροπολίτης Πισιδίας Σωτήριος Τράμπας


21 Νοεμβρίου 2019
Την 21η Νοεμβρίου η Εκκλησία γιορτάζει τα Εισόδια της Θεοτόκου στον Ναόν των Ιεροσολύμων. Όπως γνωρίζουμε από την Ιερά Παράδοση, οι γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα, σε προχωρημένη ηλικία, μετά από πολλές προσευχές, αξιώθηκαν να αποκτήσουν τέκνο και την ονόμασαν Μαρία. Οι γονείς της, όταν η κόρη τους έγινε τριών χρονών, μεγάλοι πλέον στην ηλικία, από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για την ευεργεσία αυτή, αλλά και από θεία έμπνευση, απεφάσισαν να αφιερώσουν την κόρη τους στον Θεό, και την εισήγαγαν στο Ναό των Ιεροσολύμων, όπου παλαιά ο βασιλιάς Σολoμών είχε κτίσει τον αρχικό ναό. Όταν έφθασαν στο Ναό παρέλαβε την μικρή Μαρία ο Ιερέας του Ναού Ζαχαρίας, ο οποίος μάλιστα ήταν συγγενής τους, και ανέλαβε εκείνος την φροντίδα της.
Μέσα στην ιερή ατμόσφαιρα του Ναού η αγνή Κόρη Μαρία μεγάλωσε, ακούγοντας ύμνους, ψαλμούς, αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, σε συνεχή κοινωνία με τον Θεό, διά της προσευχής. Ήταν τα χρόνια της πνευματικής προετοιμασίας της για να εκπληρώσει αργότερα το σχέδιο του Θεού, για τον ερχομό στον κόσμο του Σωτήρα Ιησού Χριστού.

Όταν ο Ιωακείμ και η Άννα έφερναν στο ναό την κόρη τους, δεν φαίνεται να γνώριζαν ότι αυτή μεγαλώνοντας θα αξιωνόταν της ύψιστης τιμής να γίνει η Μητέρα του Υιού του Θεού! Είμαστε ευγνώμονες οι Χριστιανοί προς τους ευσεβείς αυτούς γονείς, για τη θυσία τους να στερηθούν τη χαρά της παρουσίας της μονάκριβης και τόσο χαριτωμένης κόρης τους, στο σπίτι τους. Δεν σκέφθηκαν να κρατήσουν κοντά τους την κόρη τους, ώστε μεγαλώνοντας να τους φροντίζει στα γεράματά τους. Με προθυμία και χαρά αφιέρωσαν την αγαπημένη τους κόρη στο Θεό, με εμπιστοσύνη απόλυτη ότι Εκείνος με την πατρική αγάπη Του θα προνοήσει και για εκείνους και για την Μαρία.
Ωραίο παράδειγμα αποτελούν οι γονείς της Παρθένου Μαρίας για τους χριστιανούς γονείς. Να φροντίζουν και αυτοί να συνδέουν τα παιδιά τους, από τη νηπιακή ηλικία, με τον Θεό και την Εκκλησία Του. Να τα πηγαίνουν από μικρά στην Εκκλησία. Να τα καθοδηγούν κατάλληλα, ώστε να αγαπήσουν την Εκκλησία, τη θεία Λειτουργία και τη συμμετοχή στη θεία Κοινωνία. Έτσι θα τους εξασφαλίσουν μια ευλογημένη ζωή. Αυτή η συνεχής επικοινωνία με τον Θεό θα βοηθήσει τα παιδιά μεγαλώνοντας, να αξιοποιήσουν τα προσόντα τους, τις σπουδές τους, τις δεξιοτεχνίες τους και να προκόψουν στη ζωή τους. Με τη δύναμη και την ευλογία του Θεού, θα γλυτώνουν από τις παγίδες του πονηρού και των οπαδών του.
Αλλά ο Ιωακείμ και Άννα είναι φωτεινό παράδειγμα και για γονείς, που κάποιο από τα παιδιά τους αισθανθεί την κλήση να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στον Θεό και την Εκκλησία Του, είτε ως Μοναχός είτε ως ιερέας. Δυστυχώς, συχνά συμβαίνει, όταν ένα παιδί εκφράσει την επιθυμία να αφιερωθεί στον Θεό, π.χ. να γίνει Μοναχός ή Μοναχή, συναντά την άρνηση των γονέων, ακόμη και Ορθοδόξων γονέων. -«Να σε χάσω;» Είναι η πρώτη συναισθηματική αντίδραση της μητέρας! Όμως η Άννα δεν σκέφθηκε έτσι για την μικρή Μαρία, παρόλον που ήταν μοναχοκόρη και την είχε αποκτήσει μετά από πολλών ετών προσευχές! Η ίδια μαζί με τον σύζυγό της, την πήραν από το χέρι τη μικρή Μαρία και την αφιέρωσαν στο ναό του Θεού!
Και ποιός μπορεί να προγνωρίζει αυτό το παιδί, με την ολοκληρωτική αφιέρωσή του στο Θεό, σε τί ύψος αγιότητας μπορεί να φθάσει, και πόσους θα βοηθήσει με το παράδειγμά του και τον λόγο του να βρουν τη σωτηρία της ψυχής τους!
«Τούς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α’ Βασιλειών 2,30) είπε ο Κύριος. Την ύψιστη -βέβαια- δόξα δέχθηκε από τον Θεό η Παναγία Μητέρα, η οποία δόξασε τον Θεό με την υπακοή της και ολοπρόθυμη αφιέρωσή της στον Χριστό! Τιμήθηκε και τιμάται όχι μόνον ως ενδοξότερη όλων των ανθρώπων, αλλά ακόμη και των Αγίων Αγγέλων: «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ»! Όμως ο Θεός, τιμά και δοξάζει και κάθε άλλον, ανάλογα με τον βαθμό αφοσιώσεως του στον Θεό και στην Εκκλησία Του.
Η Εκκλησία μας, με τους υπέροχους ύμνους της Εορτής των Εισοδίων, προβάλλει και το βαθύτερο θεολογικό νόημα της Εισόδου της Παρθένου Μαρίας στον Ναό: «Σήμερον τῷ ναῷ προσάγεται ἡ πανάμωμος Παρθένος, εἰς κατοικητήριον τοῦ παντάνακτος Θεοῦ» (Δοξαστικόν Αἴνων Ὄρθρου Ἑορτῆς).
«Ο καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος… σήμερον εἰσάγεται ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου… Αὕτη ὑπάρχει «σκηνή ἐπουράνιος» (Κοντάκιον Ἑορτῆς). Αυτή που την βλέπουμε τριών χρόνων νήπιο να εισέρχεται στον χειροποίητο ναό των Ιεροσολύμων, προορίζεται να γίνει η Ιδία Ναός, και Σκηνή και Κατοικητήριον του Υιού του Θεού και να φέρει στον κόσμο τον Σωτήρα Χριστόν.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας όρισε το γεγονός αυτό να εορτάζεται στις αρχές του προ των Χριστουγέννων Σαρανταημέρου, ως προανάκρουσμα του κοσμοχαρμόσυνου γεγονότος της έλευσης στη γη, του Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου.

Σύναξη της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας στην Αμοργό


Στην Αμοργό, πάνω σε ένα γκρεμό 300 μέτρων με θέα τη θάλασσα, δεσπόζει σαν λευκό περιστέρι το ιστορικό και ξακουστό μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας που τιμάται στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Κτίστηκε το 1088 μ.Χ. από το βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό σύμφωνα με επιγραφή της Ι. Μονής και με τα πατριαρχικά σιγίλια Ιερεμίου Β΄ (1583 μ.Χ.) και Τιμοθέου Β΄ (1613 μ.Χ.).
Για τον τρόπο άφιξης της εικόνας στην Αμοργό υπάρχουν δύο παραδόσεις: Η πρώτη λεει ότι η εικόνα βρέθηκε μέσα σε μια βάρκα εκεί ακριβώς που είναι κτισμένο το σημερινό μοναστήρι. Λέγεται ότι την εικόνα τοποθέτησε μια ευσεβής κυρία μέσα σε βάρκα από την πόλη Χόζοβα της Παλαιστίνης και την άφησε να ταξιδέψει μόνη της στην θάλασσα, για να γλιτώσει από τα χέρια των εικονομάχων.
Η δεύτερη εκδοχή λέει ότι τη θαυματουργική εικόνα έφεραν στην Αμοργό μοναχοί από το μοναστήρι του Χοτζεβά της Παλαιστίνης, που βρίσκεται κοντά στην Ιεριχώ, οι οποίοι έφυγαν λόγω των διωγμών από τους εικονομάχους. Περνώντας από την Κύπρο οι μοναχοί έπεσαν πάνω σε ληστές που βεβήλωσαν, έσχισαν στα δύο και έριξαν στη θάλασσα την εικόνα.
Τα δύο τεμάχια ήρθαν με θαυματουργικό τρόπο κάτω από το βράχο της Αμοργού κι ενώθηκαν μόνα τους χωρίς να διακρίνεται τίποτε. Άλλοι λένε ότι συγκολλήθηκαν από τους μοναχούς που συνέχισαν το ταξίδι τους, έφτασαν στην Αμοργό και έκτισαν το μοναστήρι στον τόπο που τους υπέδειξε η Παναγία. Μάρτυρας για τον τόπο αυτό ήταν η σμίλη, που για αιώνες βρισκόταν σφηνωμένη στο βράχο και έπεσε το 1952 μ.Χ.
Η Ι. Μονή ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Θήρας, Αμοργού και Νήσων.