Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Αθανάσιος Γιέφτιτς (πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης) Ο Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περί της Παναγίας Θεοτόκου "Εισαγωγή" εις Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος - τέσσερις θεομητορικές ομιλίες, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 19953.



Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:

Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.

Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3. Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί - υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5· Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42). Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, - όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48· Πρβλ. Β΄, 9).
Αλλά ο μακαρισμός αυτός και η δοξολογία της Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν είναι μόνον «ιερός ύμνος», είναι ταυτοχρόνως και θεολογία, δηλαδή ορθή «δόξα» και ορθός «λόγος» περί των αρρήτων μυστηρίων του Θεού μέσα εις την Οικονομίαν της σωτηρίας τα οποία επραγματοποιήθησαν δια της Παναγίας. Διότι και ο Θεός και η Παναγία δεν δοξάζεται, ει μη με την ορθο-δοξίαν. Δια τούτο εις την ποίησιν και την υμνολογίαν της Εκκλησίας και εις τους υμνολογικούς και πανηγυρικούς λόγους των αγίων Πατέρων μας ευρίσκομεν προ παντός τα ορθόδοξα δόγματα. Έτσι και οι περί Παναγίας πατερικοί λόγοι και ομιλίαι και ύμνοι αποτελούν μίαν δογματικήν παράδοσιν. Αυτό ισχύει κατ΄ εξοχήν δια τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, του οποίου έχομεν ενώπιόν μας τας τέσσαρας Θεομητορικάς Ομιλίας. Δι΄ αυτό, παρ΄ όλον ότι τα κείμενα των Ομιλιών αυτών έχουν μορφήν ποιητικήν, παρακαλείται ο αναγνώστης να προσέξη ιδιαιτέρως εις την θεολογίαν των. Δια να τον διευκολύνωμεν θα δώσωμεν, μετά σύντομον παρουσίασιν του Βίου το Δαμασκηνού, σύνοψιν της διδασκαλίας του περί Παναγίας Θεοτόκου βάσει των Ομιλιών αυτών και των υπολοίπων έργων του· εν συνεχεία θα σχολιάσωμεν πολλά εκ των χωρίων των Ομιλιών, δια να έλθη ακριβώς εις φως ο «Ορθόδοξος πλουτισμός» της θεολογίας9 του.

Α΄
Βίος Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Τον Βίον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού συνέγραψεν το πρώτον αραβιστί ο ιερομόναχος Μιχαήλ, από την Μονήν του Αγίου Συμεών του εν Θαυμαστώ Όρει πλησίον της Αντιοχείας, κατά το έτος 1085 με την βοήθειαν πιθανώς του Πατριάρχου Αντιοχείας Ιωάννου10. Ο Βίος αυτός μετεφράσθη εις την ελληνικήν δια πρώτην φοράν υπό του Σαμουήλ, Μητροπολίτου Αδάνων (μεταξύ 1086-1100), κατόπιν δε υπό του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ιωάννου του Η΄(1106-1156)11, εις την μετάφρασιν δε αυτήν βασίζεται ο ολίγον τι εκτενέστερος Βίος του Αγίου, γραμμένος από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Ιωάννην τον Θ΄ τον Μερκουρόπουλον (1156-1166)12.
Ο άγιος Ιωάννης εγεννήθη εις την Δαμασκόν κατά το δεύτερον ήμισυ του Ζ΄ αιώνος «εκ χριστιανών και ορθοδόξων γονέων καταγόμενος». Ο πατήρ του, ονόματι Σέργιος εκ της παλαιάς οικογενείας Μανσούρ, ήτο «ανήρ τα μάλιστα ευσεβής», αλλά και επιφανής και πλούσιος και είχε το αξίωμα του «επιτρόπου (διοικητού) των δημοσίων πραγμάτων» ή του «λογοθέτου» εις τα ανάκτορα του Χαλίφου της Δαμασκού (του Άμπδ-ελ-Μαλέκ: 685-705). Μετά το βάπτισμα του Ιωάννου η μητέρα του εκοιμήθη και ο πατέρας του υιοθέτησε ένα ορφανό παιδί, τον γνωστόν ως αδελφόν του αγίου Δαμασκηνού, τον εξ Ιεροσολύμων Κοσμάν τον Μελωδόν (μετέπειτα επίσκοπον Μαϊουμά), διότι ήτο άνθρωπος λίαν φιλόχριστος και φιλάνθρωπος και την μεγάλην περιουσίαν του «εις αιχμαλώτων λύτρον συνεχώς επεμέτρει». Είχε δε και την φροντίδα όχι μόνον δια την σωματικήν ανατροφήν των τέκνων του αλλά και δια την κατά Χριστόν παιδείαν των: «όπως αν την αλογίαν καθυποτάξαιεν και βασιλείς ορθώσι παθών και τους αγρίους θήρας, τους δαίμονας, κατατρώσαιεν». Ως διδάσκαλον των τέκνων του ο Θεός του έδωσε ένα σοφόν και άγιον μοναχόν, τον οποίον είχεν εξαγοράσει από την αιχμαλωσίαν των Σαρακηνών. Ούτος ήτο ο εκ Καλαβρίας Κοσμάς, «την τύχην μοναδικός, την φρόνησιν σταθηρός, τον βίον θεοειδής, το είδος σεμνοπρεπής». Ήτο μορφωμένος θεολογικώς, φιλοσοφικώς και ασκητικώς, ικανός να μεταδώση εις τους άλλους «όσα ψυχήν εξεικονίζειν οίδε προς το Πρωτότυπον», προς τον Θεόν. Ο Κοσμάς διδάσκει τον Ιωάννην και τον Κοσμάν την ανθρωπίνην και την θείαν σοφίαν, τ.ε. την φιλοσοφίαν (αριθμητικήν, γεωμετρίαν, αστρονομίαν, μουσικήν, ρητορικήν, διαλεκτικήν και ηθικήν) κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, και την ορθόδοξον Θεολογίαν κατά τους αγίους Πατέρας. Ιδιαιτέρως τους διδάσκει την άσκησιν εις την προσευχήν και την ταπείνωσιν: «δειν γαρ έκρινε πρώτως και ψυχήν και γλώσσαν και νουν ευχαίς αγιάζεσθαι», θέτων προ πάντων ως «θεμέλιον.... την ταπείνωσιν»13. Χάρις εις την υπακοήν και την σοφίαν των οι δύο νέοι προέκοπτον ταχέως, παραμένοντες όμως πάντοτε εν ταπεινώσει, όπως λέγει ο Βίος διά τον Ιωάννην: «ουκ εφυσιούτο τη γνώσει, αλλ΄ εταπεινούτο τω έρωτι της μυστικωτέρας σοφίας». Μετά ταύτα ο διδάσκαλός των, ο μοναχός Κοσμάς, παρεκάλεσε τον πατέρα του να του επιτρέψη να αναχωρήση εις τα Ιεροσόλυμα, όπου εκατεβίωσε εις την Μονήν του Αγίου Σάββα. Μετά τον θάνατον του πατρός του Ιωάννου ο χαλίφης της Δαμασκού (Ουαλίδ ο Α΄: 705-715) τοποθετεί τον Ιωάννην εις την θέσιν του «πρωτοσυμβούλου». Από την περίοδον αυτήν αρχίζει μάλλον ο άγιος Δαμασκηνός την συγγραφικήν του δράσιν, όπως φαίνεται από το έργον του «Κατά μονοφυσιτών Ιακωβιτών εκ προσώπου Πέτρου επισκόπου Δαμασκού» κ.ά.
Εκείνον τον καιρόν εις το Βυζάντιον αυτοκράτωρ ήτο ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (716-741), ο οποίος ήρχισε, όπως είναι γνωστόν, τον διωγμόν εναντίον των αγίων Εικόνων, ονομάζων αυτάς είδωλα και καταστρέφων αυτάς, ακόμη δε και τα άγια λείψανα των Αγίων και τους ιερούς ναούς και τα μοναστήρια. Το 726 εξέδωσε ο Λέων το πρώτον του διάταγμα εναντίον των αγίων Εικόνων και το 730 εκδίδει και το δεύτερον, εξορίσας προηγουμένως τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως άγιον Γερμανόν14. Ακούσας αυτά ο άγιος Ιωάννης και κινηθείς υπό του Αγίου Πνεύματος «τον ζήλον μιμείται του Ηλιού»15. Αμέσως μετά το πρώτον διάταγμα του εικονομάχου αυτοκράτορος γράφει τον Πρώτον του επιστολιμαίον λόγον «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας Εικόνας» και τον αποστέλλει εις γνωστούς του χριστιανούς εις την Κωνσταντινούπολιν, υπερασπίζων «την σχετικήν των θείων εκτυπωμάτων προσκύνησιν». Το στόμα του Δαμασκηνού εξέφραζε την ορθόδοξον συνείδησιν όλης της Καθολικής Εκκλησίας:
«Πρώτον μεν ουν απάντων, οιόν τινα τρόπιν ή θεμέλιον τω λογισμώ καταπήξας, την της Εκκλησιαστικής θεσμοθεσίας συντήρησιν, δι΄ ης σωτηρία προσγίνεσθαι πέφυκε...
Μη καινοτόμει, μηδέ μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου...
Ουκ ανεξόμεθα νέαν πίστιν διδάσκεσθαι...
Ουκ ανεξόμεθα άλλοτε άλλα φρονείν και καιροίς μεταβάλλεσθαι...
Ου βασιλέων εστί νομοθετείν τη Εκκλησία...»16.
Ο Δεύτερος του Δαμασκηνού λόγος, που αποτελεί μίαν απλοποιημένην σύνοψιν του Πρώτου, εγράφη κατά το έτος 1730 μετά την εξορίαν του Πατριάρχου Γερμανού. Οι δύο αυτοί λόγοι είχον μεγάλην απήχησιν εις το ορθόδοξον πλήρωμα της Βασιλευούσης και εις όλην την αυτοκρατορίαν, διότι «τάς απάντων είλκε ψυχάς προς την σχετικήν των θείων εκτυπωμάτων προσκύνησιν». Ο Βίος μας αναφέρει εν συνεχεία ότι ο αυτοκράτωρ Λέων δια να εκδικηθή τον Άγιον συκοφαντεί αυτόν εις τον χαλίφην της Δαμασκού ως προδότην και δια τούτο ο χαλίφης «ευθύς κελεύει την δεξιάν κοπήναι του Ιωάννου». Τον «ονειδισμόν του Χριστού» δέχεται ο Άγιος, αλλά μετά το θαύμα της Παναγίας, η οποία συμπαθούσα εις την θερμήν προσευχήν του Ιωάννου δια της θαυματουργικής Εικόνος της θεραπεύει την δεξιάν του, ο ομολογητής της Ορθοδοξίας αποχωρεί από τα αραβικά ανάκτορα και «Χριστόν ηκολούθησε, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των εν Αραβία θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού17. Αφού εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, αναχωρεί εις την Μονήν του αγίου Σάββα, μαζί με τον πνευματικόν αδελφόν του Κοσμά και τον ανεψιόν του Στέφανον τον Σαββαΐτην, συμπαραλαβών και την θαυματουργικήν Εικόνα της Παναγίας18.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητον ότι η συμβολή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού εις την καταπολέμησιν της εικονομαχίας ήτο αποφασιστική, δια τούτο και προσεπάθει ο αυτοκράτωρ να τον πολεμήση παντοιοτρόπως19. Ο θείος Δαμασκηνός ανέπτυξε την θεολογίαν των Εικόνων και απέδειξεν σαφέστατα ότι η προσκύνησις των αγίων Εικόνων υπήρχεν ανέκαθεν εις την παράδοσιν της Εκκλησίας. Έγραψε και τον Τρίτον λόγον του υπέρ των αγίων Εικόνων, τον εκτενέστερον και συστηματικότερον, προς το τέλος του 730, και πιθανώς να συνετέλεσεν ο ίδιος εις τον κατά το αυτό έτος αναθεματισμόν του εικονομάχου Λέοντος υπό των επισκόπων της Ανατολής.
Εις την Μονήν του αγίου Σάββα ο άγιος Ιωάννης επέρασεν όλην την στενήν οδόν της μοναχικής ασκήσεως: υπακοήν, εκκοπήν θελήματος, ταπείνωσιν. Ο τότε ηγούμενος της Λαύρας Νικόδημος τον παρέδωσεν εις ένα γέροντα («ανδρί πολλά τη πείρα μαθόντι και γνώσιν έμπρακτον έχοντι»), ο οποίος «το καλόν θεμέλιον πρώτον αυτώ υποτίθησι, το μηδέν πράττειν ιδίω θελήματι», και απαγορεύει εις αυτόν να δεικνύη την γνώσιν του ή και να γράφη καθόλου, ασκών «σιωπήν μετά συνέσεως». Ο Βίος αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα της τελείας υπακοής και ταπεινώσεως του Αγίου, «χωρίς γογγυσμών και διαλογισμών», όπως π.χ. εκείνο όταν επήγε καθ΄ υπακοήν εις την Δαμασκόν δια να πωλήση «τας σπυρίδας, ας εργόχειρον είχεν». Μίαν ημέραν η θλίψις ενός αδελφού μοναχού -λόγω του θανάτου του αδελφού του- έκαμε τον Δαμασκηνόν να παραβή την απαγόρευσιν του γέροντος. Δια να παρηγορήση τον λυπημένον μοναχόν συνέθεσε ο Άγιος και έψαλε το γνωστόν τροπάριον «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα», που ψάλλεται και μέχρι σήμερον εις την ακολουθίαν της κηδείας. Δια τούτο ο γέρων τον εξεδίωξε από το κελλί του και από το μοναστήριον, κατόπιν δε της παρακλήσεως των άλλων πατέρων τον εδέχθη πάλιν, αλλά του επέβαλεν ως επιτίμιον να καθαρίση ολόκληρον τον χώρον της Μονής και τα αποχωρητήρια, πράγμα το οποίον ο Ιωάννης έκαμε με προθυμίαν και ταπείνωσιν. Από τότε, κατά μίαν αποκάλυψιν της Παναγίας εις τον γέροντα, του επιτρέπεται να συνθέτη εκκλησιαστικά ποιήματα και να γράφη τα θεολογικά του συγγράμματα.
Ο Άγιος Δαμασκηνός εχειροτονήθη εις πρεσβύτερον από τον «τρισμακάριστον Πατριάρχην της αγίας Χριστού του Θεού ημών πόλεως Ιερουσαλήμ» Ιωάννην τον Ε΄ (706-735), και έμεινε ένα διάστημα εις τον ναόν της Αναστάσεως ως «πρεσβύτερος της αγίας Χριστού του Θεού ημών αναστάσεως»20, οπότε και εξεφώνησε τους γνωστούς Λόγους εις την Παναγίαν και άλλους. Πιθανόν να ήρχετο και συχνότερα εις τα Ιεροσόλυμα προς τον Πατριάρχην Ιωάννην21, πάντως τον περισσότερον χρόνον της ζωής του ο Άγιος επέρασεν εις την Λαύραν, ασκητεύων εις ένα μικρόν σπήλαιον και ασχολούμενος με την αγίαν υμνογραφίαν και την άνωθεν Θεολογίαν.
Εκοιμήθη ο άγιος Ιωάννης «εν ειρήνη και γήρα βαθεί» την 4ην Δεκεμβρίου, οπότε και τελείται η μνήμη αυτού22, κατά τα μέσα του Η΄ αιώνος23, πάντως προ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εις την οποίαν εθριάμβευσεν η ορθόδοξος θεολογία του περί της τιμητικής προσκυνήσεως των αγίων Εικόνων της ενσάρκου Οικονομίας του Σωτήρος Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Οι Πατέρες της Ζ΄ Συνόδου τον επευφήμησαν μαζί με άλλους δύο αγίους ομολογητάς, τον Γερμανόν Κωνσταντινουπόλεως και Γεώργιον τον Κύπριον:
«Γερμανού του ορθοδόξου, αιωνία η μνήμη·
Ιωάννου και Γεωργίου, αιωνία η μνήμη·
των κηρύκων της αληθείας, αιωνία η μνήμη.
Η Τριάς τους τρεις εδόξασεν, ων ταις διαλογαίς αξιωθείημεν, οικτιρμοίς τε και χάριτι του πρώτου και μεγάλου Αρχιερέως Χριστού του Θεού ημών, πρεσβευούσης της αχράντου Δεσποίνης ημών της Αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων»24.
Ο δε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης, τελειώνοντας τον Βίον του Δαμασκηνού λέγει: «Προς Χριστόν ανέδραμεν, ον ηγάπησε, και νυν ουκ εν εικόνι τούτον ορά, ουκ εν εκτυπώματι προσκυνεί, αλλ΄αυτόν οπτάνεται κατά πρόσωπον, ανακεκαλυμμένω προσώπω βλέπων την δόξαν της Μακαρίας Τριάδος».

Β΄
Η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Δαμασκηνού
-«Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν» (Έκδ. ΙΙΙ, 12).
1. Όταν προς το τέλος της ομολογητικής ζωής του έγραφεν ο άγιος Δαμασκηνός το βασικόν βιβλίον του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το ήρχισεν υπογραμμίζων την θείαν Παράδοσιν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Ό,τι γράφει περί Θεού, περί Αγίας Τριάδος, περί Χριστού, και περί Παναγίας Θεοτόκου, το γράφει αντλών από την θείαν Παράδοσιν, την οποίαν μας απεκάλυψε και παρέδωκεν ο Θεός δι΄ όλης της σωτηρίου οικονομίας του Χριστού. «Πάντα τοίνυν τα παραδεδομένα ημίν δια τε Νόμου και Προφητών και Αποστόλων και Ευαγγελιστών δεχόμεθα και γινώσκομεν και σέβομεν, ουδέν περαιτέρω τούτων επιζητούντες... Ταύτα ημείς στέρξωμεν και εν αυτοίς μείνωμεν, μη μεταίροντες όρια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν Παράδοσιν» (Εκδ. Ι, 1). Το ίδιον είχε γράψει ο ιερός Πατήρ και προηγουμένως εις τους Λόγους περί των αγίων Εικόνων: «Διό, αδελφοί, στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως και τη παραδόσει της Εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια α έθεντο οι Άγιοι Πατέρες ημών· μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Θεού Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»25. Η θεία Παράδοσις δια τον Δαμασκηνόν είναι ολόκληρον το οικοδόμημα και το σώμα της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας26, η οποία έχει οικοδομηθεί επί του «θεμελίου Λίθου ακρογωνιαίου» του Παύλου (1 Κορ. 3, 11· Εφ. 2, 20) και «της πέτρας της θεολογίας» του Πέτρου (Ματθ. 16, 18), «ήτις εστίν ο Χριστός» (1 Κορ. 10, 4)27.
Η πιστότης του Δαμασκηνού εις την Παράδοσιν της Εκκλησίας έγκειται προ παντός εις την Χριστολογίαν του. Όπως η Γραφή και οι Πατέρες, ούτω και ο Δαμασκηνός βλέπει και ερμηνεύει τα πάντα Χριστολογικώς. Ο Σωτήρ Χριστός, ο Εις της Αγίας Τριάδος, ο εκ Παρθένου σαρκωθείς Θεός και άνθρωπος, είναι το κεντρικόν θέμα όλης της Γραφής και της Παραδόσεως28, επομένως δε και όλης της θεολογίας του Δαμασκηνού. Η Χριστολογία καταλαμβάνει το μεγαλύτερον μέρος όλων των έργων του, όχι μόνον της «Εκδόσεως Ορθοδόξου Πίστεως», από τα τέσσαρα βιβλία της οποίας τα δυόμισυ περιέχουν την Χριστολογίαν, αλλά και εις τας Θεομητορικάς του Ομιλίας κυριαρχεί η Χριστολογία, όπως θα το διαπιστώση και ο αναγνώστης. Η περί Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία δια τον Δαμασκηνόν υπάρχει μόνον εντός της Χριστολογίας και όχι ως μία αυτόνομος «Μαριολογία» ή ως μία «ανθρωπολογία» με κέντρον την αγίαν Παρθένον. Η ορθόδοξος θεολογία του Δαμασκηνού δεν είναι ανθρωπολογία ούτε «Μαριολογία», αλλ΄ η Χριστολογία εις την οποίαν συμπεριλαμβάνεται και η ανθρωπολογία και η περί Θεοτόκου διδασκαλία. Διότι ο Χριστός είναι ο αληθινός και τέλειος Θεός και ο πρώτος αληθινός και τέλειος άνθρωπος, αλλ΄ όμως Εις Χριστός29, και δια τον λόγον αυτόν η Παναγία η οποία Τον εγέννησε είναι αληθώς Θεοτόκος. Μόνον το όνομα και το αξίωμα του Χριστού, «Θεός σεσαρκωμένος και ενανθρωπήσας», προσδίδει εις την κατά σάρκα Μητέρα Του το όνομα Θεοτόκος· και αντιστρόφως το όνομα Θεοτόκος «άπαν το μυστήριον της οικονομίας (της ενανθρωπήσεως) συνίστησιν» (Έκδ. ΙΙΙ, 12), διότι επιβεβαιώνει ότι Εκείνος ο οποίος εξ Αυτής εγεννήθη ήτο Θεός και άνθρωπος: «Ει γαρ Θεοτόκος η γεννήσασα, πάντως Θεός ο εξ αυτής γεννηθείς, πάντως δε και άνθρωπος» (αυτόθι).
Πιστός λοιπόν εις την Παράδοσιν των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, των υπερμάχων της αγίας Θεοτόκου, ο Δαμασκηνός κηρύττει απεριφράστως την Παναγίαν ως κυρίως και αληθώς Θεοτόκον και με τον «θεολογικώτατον πατέρα» του Γρηγόριον τον Θεολόγον επαναλαμβάνει: «Ει τις ου Θεοτόκον ομολογεί την Αγίαν Παρθένον, χωρίς έστι της Θεότητος» (Α΄ 4). Παραμένων όμως πιστός εις την ιδίαν παράδοσιν των ιδίων αυτών Πατέρων30, κηρύττει επίσης: Ημίν «Θεός έστιν αληθής το λατρευόμενον», την δέ «μητέρα Θεού τιμώμεν και σέβομεν... Θεού μητέρα την Παρθένον ταύτην γινώσκοντες, ου θεάν ταύτην φημίζομεν, άπαγε· της ελληνικής τερθρείας τα τοιαύτα μυθεύματα· επεί και θάνατον αυτής καταγγέλομεν· αλλά Θεού σαρκωθέντος Θεού μητέρα γινώσκομεν» (Γ΄, 15). Διότι η Παναγία Θεοτόκος δεν είναι αυτοσκοπός, δια τούτο και λέγει ο Δαμασκηνός εις αυτήν: «Έζης γαρ ου σεαυτή· ου γαρ σεαυτής ένεκα γεγέννησαι· όθεν «έζης Θεώ, δι΄ον εις τον βίον ελήλυθας· όπως τη παγκοσμίω εξυπηρετήσης σωτηρία, όπως η αρχαία βουλή του Θεού, της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών θεώσεως, δια σου πληρωθή» (Α΄, 9)31.
2. Η περί Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία του Δαμασκηνού αναφέρεται ακριβώς εις αυτήν την «αρχαίαν και αληθινήν» (Β΄, 1) του Θεού Βουλήν «της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών θεώσεως». Εις τα «ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας» Της (Β΄, 10) η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης, «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»32, έχει αποφασίσει προ πάντων των αιώνων την σάρκωσιν και ενανθρώπισιν του Θεού Λόγου και την θέωσιν του ανθρώπου. Η προαιώνιος αυτή «προωρισμένη βουλή» (Α΄, 7) του Θεού φανερώνει εις ημάς «το άπλετον και αχανές της αυτού αγαθότητος πέλαγος»33 και η φανέρωσις αύτη γίνεται δια της Παναγίας Θεοτόκου: «Αύτη την άφατον της του Θεού προς ανθρώπους αγάπης εδημοσίευσεν άβυσσον» (Γ΄, 16). Ο Θεός Πατήρ, λέγει ο Δαμασκηνός, «ο ευδοκήσας» εν τη Παναγία και εξ Αυτής «τελεσθήναι ο προώρισε προ αιώνων μυστήριον» (Α΄ 10), έχει προγνωστικώς προορίσει αυτήν ως Μητέρα του Μονογενούς Υιού Του, ο οποίος «σαρκούται, ων ανάρχως ασώματος, δι΄ ημάς και την ημετέραν σωτηρίαν» (Γ΄, 15). Ο θείος αυτός «προορισμός» της Παναγίας είναι ασφαλώς ακατανόητος δι΄ ημάς, ουχ ήττον όμως συμπίπτει εν τω Θεώ με την προαιώνιόν Του πρόγνωσιν της ελευθέρας προαιρέσεως και της αξίας και της προσωπικής αγιότητος της Παναγίας34: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν ηγάπησε, και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων εις το είναι παρήγαγε, και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε» (Α΄,7). Η λέξις «παρήγαγε» (δια των γονέων) σημαίνει εδώ ότι προέγνωσεν ο Θεός όχι μόνον της Παναγίας την αξίαν (Α΄,7) και αρετήν (Α΄,9) και την «άχραντον παρθενίαν» (Γ΄, 2· Α΄, 5), αλλά και την δικαιοσύνην (Α΄, 9) και σωφροσύνην και θεάρεστον πολιτείαν (Α΄, 5-6· Β΄, 6) των γονέων της, δια να δώση εις αυτούς ένα τόσον μεγάλον δώρον, την Κόρην η οποία θα γεννήση τον Θεόν και τοιουτοτρόπως θα γίνουν οι ίδιοι θεοπάτορες. Ο Δαμασκηνός λέγει χαρακτηριστικώς δια την Παναγίαν: «Όντως εύρες χάριν, η αξία της χάριτος» (Β΄, 8). Οι λόγοι αυτοί καθιστούν αυτόδηλον την αρχήν της συνεργασίας του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου εις όλην την ιστορίαν της σωτηρίου οικονομίας. Αλλά ας αρχίσωμεν από την αρχήν.
Όταν «της ψευδούς ορεχθέντες θεώσεως» (Γ΄, 2) έπεσαν οι προπάτορές μας δια της παρακοής (Γ΄, 3) και τους «δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως» (Α΄, 4· Γ΄, 2) και της θνητότητος και παχύτητος ενεδύθησαν (Έκδ. ΙΙΙ, 1)35 και υπέπεσαν εις τον θάνατον και την φθοράν (Έκδ. IV, 13), και ημείς όλοι, οι απόγονοί τους, «ώσπερ γεννηθέντες εκ του Αδάμ ωμοιώθημεν αυτώ κληρονομήσαντες την κατάραν και την φθοράν» (αυτόθι) και ευρέθημεν έξω του Παραδείσου γυμνοί της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος (Γ΄,2), ο φιλάνθρωπος Θεός ήδη από τότε ήρχισεν να «οικονομή» και «παιδαγωγή» την οικονομίαν της σωτηρίας μας (Έκδ. ΙΙΙ, 1). Αλλ΄επειδή έχομεν πέσει εκουσίως και ελευθέρως και «δια το αβίαστον είναι το καλόν» (Έκδ. IV, 19) -«ουκ αρετή γαρ το βία γινόμενον» (Έκδ. ΙΙ, 12)-, έπρεπε και να δεχθώμεν ελευθέρως την υπό του Θεού οικονομουμένην θεραπείαν και σωτηρίαν και να συνεργασθώμεν εκουσίως εις αυτήν. Η έκφρασις να «συνεργασθώμεν» σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατόν να «εργασθούν» και να δημιουργήσουν μόνοι τους οι άνθρωποι την σωτηρίαν των, διότι «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν» (Ψαλμ. 13, 3· Ρωμ. 3,12· Β΄,6). Την σωτηρίαν των ανθρώπων ηδύνατο να εργασθή και ενεργήση μόνον ο Θεός, η «παντός αγαθού αρχή και αιτία» και ο «ενεργών τα πάντα εν πάσι» (Έκδ. ΙΙ, 30· 1 Κορ. 12, 6). Ο άνθρωπος όμως έπρεπε να συνεργασθή με τον εργαζόμενον Θεόν δια την σωτηρίαν του: «Βουλομένων γαρ η σωτηρία, ουκ αναγκαζομένων», κατά την έκφρασιν των Πατέρων»36. Και αυτό ακριβώς είναι το νόημα όλης της δια της ιστορίας οικονομίας της σωτηρίας, εις την οποίαν ο Θεός καλεί. Εις την κλήσιν Του αυτήν υπακούουν και απαντούν ελευθέρως ολίγοι ίσως άνθρωποι, οι οποίοι όμως γίνονται τοιουτοτρόπως «εκλογή» του Θεού δια της οποίας προετοιμάζει ο Θεός και την σωτηρίαν των άλλων. Η ακατάπαυστος σωστική πρόνοια του Θεού, και η ακούραστος σώζουσα χάρις Του εύρισκε ούτω πάντοτε εις την ιστορίαν της πεπτωκυίας ανθρωπότητος «σημεία στηρίξεως» - «σκεύη ελέους», κατά τον Απ. Παύλον (Ρωμ. 9, 23) - δια των οποίων οικονομείτο, βάσει πάντοτε της ελευθέρας συνεργασίας37, η ιερά ιστορία της σωτηρίας.
Η οικονομία αυτή απεκορυφώθη και συνετελέσθη εις την Παναγίαν, η οποία ως κατ΄εξοχήν «εκλελεγμένη» (Β΄,3) και «υπήκοος» εις τον Θεόν (Β΄, 8· Γ΄, 3), υπηρέτησε (Α΄, 7-9) και «ελειτούργησε τη Τριάδι» (Δ΄,5) και συνείργησε εις την οικονομίαν της σωτηρίας ως ουδείς άλλος απ΄αιώνος. Κατ΄ αυτόν τον τρόπον βλέπει ο άγιος Δαμασκηνός και γενικώς οι άγιοι Πατέρες όλην την Παλαιάν Διαθήκην, ως μίαν συνεχιζομένην δια των γενεών προετοιμαστικήν «κλήσιν» και «εκλογήν» (Ρωμ. 11, 7, 5) του Θεού38, ως μίαν δηλαδή γενεαλογίαν της Παναγίας, εκ της οποίας θα γεννηθή ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός (Έκδ. IV, 14· B', 3), Σωτήρ ασφαλώς πρώτον αυτών των «στελεχών» της γενεαλογίας και της ιδίας της κορυφής της, της Παναγίας39, και δι΄ αυτής και όλων των ανθρώπων.
3. Tοιουτοτρόπως η Παναγία, κατά τον άγιον Δαμασκηνόν και την Ορθόδοξον Πίστιν, είναι η κορυφή και το τέλος όλης της Π. Διαθήκης, και εις αυτήν αναφέρονται όλαι αι προεικονίσεις και προτυπώσεις και προφητείαι της Π. Διαθήκης (Β΄, 9-10). Είναι η αποκορύφωσις και ο καρπός όλης της παλαιοδιαθηκικής «παιδαγωγικής» προετοιμασίας της ανθρωπότητος δια την υποδοχήν του σαρκωθέντος Θεού Σωτήρος, και δια τούτο είναι αδύνατον να γίνη ο χωρισμός της από το ανθρώπινον γένος του Αδάμ. Δια τούτο την ονομάζει ο ιερός Πατήρ «θυγατέρα του Αδάμ» (Γ΄, 2· Α΄, 6), ενώ τον Δαβίδ ονομάζει «προπάτορα και θεοπάτορα» (Γ΄, 2), από την ρίζαν του οποίου «κατ΄ επαγγελίαν» (Β΄, 7· Έκδ. IV, 14) εγεννήθη η Παναγία, συνενούσα εν εαυτή την ιερατικήν και την βασιλικήν ρίζαν (Α΄, 6).
Η γέννησις αυτή της Παναγίας εκ της «ρίζης του Ιεσσαί» (Α΄,3) και παρά την θαυμαστήν δια της χάριτος του Θεού λύσιν της στειρώσεως της Άννης (Α΄, 2· Β΄, 6-7)40, δεν αποτελεί κατά τον Δαμασκηνόν μίαν υπερφυσικήν εξαίρεσιν της Παναγίας από το γένος της, από τους προπάτορας και θεοπάτορας («θυγάτηρ του Δαβίδ» Α΄, 9) και από τον γενάρχην Αδάμ («θυγάτηρ Αδάμ» Α΄, 6· Γ,2). Η Παναγία, κατά τον Δαμασκηνόν, είναι «θυγάτηρ του πάλαι Αδάμ» και ευρίσκεται υπό «τας πατρικάς ευθύνας» (Γ΄, 2) και ως προς την σύλληψίν της και γέννησιν από τους γονείς και ως προς τον θάνατόν της. Συνελήφθη εκ του σπέρματος του Ιωακείμ (Α΄, 2) εν τη μήτρα της Άννης, δηλαδή εκ της φυσικής συναφείας του γάμου41 Ιωακείμ και Άννης (Α΄, 2· Έκδ. IV, 14) και «εκ γης έχει την γένεσιν» (Α΄, 3), «φθαρτόν εκ του Αδάμ σώμα κληρονομήσασα» (Γ΄,8). Απέθανεν επίσης θάνατον ανθρώπινον (Γ΄,15)42 και ως «θυγάτηρ Αδάμ... δι΄ Αδάμ το σώμα παραπέμπει τη γη» (Δ΄, 4), και «φυσικώς χωρίζεται» η πανίερος και μακαρία της ψυχή του πανολβίου και ακηράτου της σώματος και το σώμα «τη νομίμω ταφή παραδίδοται» (Β΄, 10). Επομένως η αγία Παρθένος ήτο, όπως και όλοι οι άνθρωποι, κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ43, ούτως ώστε ο Δαμασκηνός να ομιλή συγκεκριμένως περί καθάρσεως και εξαγνισμού και εξαγιάσεώς της από το Άγιον Πνεύμα κατά την στιγμήν της εν αυτή συλλήψεως του Θεού Λόγου: «Ταύτην ο Πατήρ μεν προώρισε, προφήται δε δια του Πνεύματος προεκήρυξαν, η δε του Πνεύματος αγιαστική δύναμις επιφοιτήσασα εκάθηρέ τε και ηγίασε και οιονεί προήρδευσε» (Β΄, 4· Έκδ. ΙΙΙ, 2)44.
Αυτά όλα όμως καθόλου δεν σημαίνουν ότι ο άγιος Δαμασκηνός δεν παραδέχεται και δεν ομιλεί δια την αγιότητα της Παναγίας Θεοτόκου. Τουναντίον μαζί με όλην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και αυτός εξαίρει και δοξάζει πολύ την προσωπικήν αγιότητα της Παναγίας, όπως θα ίδωμεν κατωτέρω, αλλά δεικνύουν μόνον το πόσον μακράν είναι ο ορθόδοξος ιερός Πατήρ από την νεωτέραν αιρετικήν δοξασίαν της Ρωμαϊκής Εκκλησίας περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Παναγίας και της γεννήσεώς της άνευ του προπατορικού αμαρτήματος45. Η καινοτομία αυτή, προϊόν του «αλαθήτου» πάπα του Βατικανού46, όχι μόνον αποχωρίζει την Παναγίαν από τους προγόνους της, τους προπάτορας, και από την υπόλοιπον ανθρωπότητα κατά τρόπον τόσον αυθαίρετον, ώστε να αρνήται όλον το νόημα της προετοιμαστικής οικονομίας της ιστορίας της Π. Διαθήκης, αλλά και μειώνει την πραγματικήν αξίαν και προσωπικήν αγιότητα της Παναγίας Παρθένου. Και όχι μόνον τούτο, αλλά το «δόγμα» αυτό υπονομεύει και ολόκληρον την πραγματικότητα και την αλήθειαν της σωτηρίας μας, διότι αρνείται την ενότητα της φύσεως του ανθρωπίνου γένους και θέτει υπό αμφισβήτησιν την πραγματικώς σωτήριον σάρκωσιν του Χριστού από ένα γνήσιον αντιπρόσωπον της ανθρωπότητος47.
4. Ο αναμάρτητος Λόγος του Θεού, ο Χριστός, κατά τον Δαμασκηνόν, προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν, ολόκληρον τον άνθρωπον, δια να τον σώση, να τον ενώση με τον Εαυτόν του και τοιουτοτρόπως να τον θεώση: «Όλον γαρ όλος ανέλαβέ με και όλος όλω ηνώθη, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται· το γαρ απρόσληπτον αθεράπευτον» (Έκδ. ΙΙΙ, 6). Η «πρόσληψις» αυτή του ανθρώπου εις την Υπόστασιν του Θεού Λόγου (η ασύγχυτος - αδιαίρετος ένωσις και ενυποστασίασις, Έκδ. ΙΙΙ, 2, 9, 22) εξασφαλίζει την μόνιμον και αδιάσπαστον «δευτέραν κοινωνίαν», περί της οποίας ομιλεί ο Δαμασκηνός ακολουθών Γρηγόριον τον Θεολόγον48. Η «δευτέρα κοινωνία» ήλθε μετά την διάπασιν της «πρώτης προς Θεόν κοινωνίας» (Α΄, 8) του πρώτου Αδάμ, και επομένως ο Χριστός εύρε τον άνθρωπον πεπτωκότα και τον προσέλαβε όλον (διότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον», Β΄, 4), χωρίς όμως της αμαρτίας. Ο Δαμασκηνός τονίζει ότι ο Κύριος προσέλαβε «όλον τον Αδάμ, τον προ της παραβάσεως, τον αμαρτίας ελεύθερον» (Β΄, 4), την «πρώτην του Αδάμ γένεσιν» (Έκδ. ΙΙΙ, 1), δηλαδή την χωρίς αμαρτίας φύσιν του49.
Εξ ίσου όμως και ο Δαμασκηνός, ακολουθών τους Πατέρας και κυρίως τον άγιον Μάξιμον50, ομιλεί δια τα «αδιάβλητα πάθη» του Κυρίου: «Ομολογούμεν ότι (ο Κύριος) πάντα τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου ανέλαβεν· όλον γαρ τον άρθρωπον και πάντα τα του ανθρώπου ανέλαβε, πλην της αμαρτίας... Φυσικά δε και αδιάβλητα πάθη εισί τα ουκ εφ΄ ημίν, όσα εκ της επί τη παραβάσει κατακρίσεως εις τον ανθρώπινον εισήλθε βίον, οίον πείνα, δίψα, κόπος, πόνος, το δάκρυον, η φθορά... Πάντα τοίνυν ανέλαβεν, ίνα πάντα αγιάση» (Έκδ. ΙΙΙ, 20). Αυτήν την φύσιν, την μετά των αδυναμιών και ασθενειών και της φθοράς51, χωρίς όμως της αμαρτίας - διότι η αμαρτία ως «εν τη ημετέρα αυτεξουσίω προαιρέσει εκουσίως συνισταμένη» (Έκδ. ΙΙΙ, 20) δεν ανήκει εις την φύσιν - προσέλαβεν ο Κύριος εκουσίως και «οικονομίας λόγω» (Έκδ. ΙΙΙ, 12)52 από την Παρθένον Μαρίαν, «ην τη φύσει δούλην υπάρχουσαν, φιλανθρωπίας ανεξιχνιάστοις πελάγεσιν οικονομικώς μητέρα εποιήσατο, αληθεία σαρκωθείς, ου φενακίσας την ανθρώπησιν» (Β΄,10). Επομένως ο Λόγος του Θεού «αναλαμβάνει όλον τον άνθρωπον και το τούτου κάλλιστον, υπό αρρωστίαν πεσόν, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται» (Έκδ. ΙΙΙ, 18· Β΄, 4)53. Η αρρωστία αυτή, αι ασθένειαι και αδυναμίαι, τα «φυσικά πάθη και αδιάβλητα της εμής κράσεως» (Β΄, 4)54 δεν είναι αμαρτία, αλλ΄επειδή εισήλθον εις την ανθρωπίνην φύσιν μετά την αμαρτίαν ως αποτελέσματά της, ως επισυμβάντα τη φύσει κατόπιν της αμαρτίας της προαιρέσεως του Αδάμ55, δια τούτο λέγεται και δια τον Κύριον ότι έγινε «αμαρτία» και «κατάρα» δι΄ημάς (Έκδ. ΙΙΙ, 25· IV, 18· 1 Kορ. 5, 21· Γαλ. 3, 13). Ο Χριστός είναι αναμάρτητος αλλά και Σωτήρ των ανθρώπων, και ως Σωτήρ, «το ημέτερον αναδεχόμενος και οικειούμενος πρόσωπον» (αυτ.), εδέχθη την ανθρωπίνην φύσιν και τα ανθρώπινα πάθη και την αμαρτίαν και την κατάραν56 γενόμενος άνθρωπος και «την του θανάτου πείραν ουκ απηνήνατο· θνήσκει γαρ σαρκί και θανάτω λύει τον θάνατον και φθορά την αφθαρσίαν χαρίζεται και την νέκρωσιν ποιεί πηγήν αναστάσεως» (Β΄,10), οικονομών τοιουτοτρόπως την ημών σωτηρίαν (Έκδ. IV, 18): «ίνα το ομοίω το όμοιον ανασώσηται» (Γ΄,15· Έκδ. ΙΙΙ, 18). Η εν τη Παναγία και εξ αυτής ενανθρώπησις του Θεού Λόγου, κατά τον ίδιον Πατέρα, «δια τούτο γέγονεν, ίνα αυτή η αμαρτήσασα και πεσούσα και φθαρείσα φύσις νικήση τον απαντήσαντα τύραννον και ούτω της φθοράς ελευθερωθή» (Έκδ. ΙΙΙ, 12)57.
Ο αναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ως Σωτήρ, και τα «αδιάβλητα πάθη» της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως, τα οποία δεν είχεν ο Αδάμ προ του προπατορικού αμαρτήματος, και τούτο είναι η φιλάνθρωπος «συγκαταβατική σάρκωσις» (Α΄, 2), «συγκαταβατική ταπείνωσις» (Α΄, 3) και «υψοποιός κένωσις» (Γ΄, 7) του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, και δια τον λόγον αυτόν η Παναγία Θεοτόκος, ως «την του κόσμου σωτηρίαν τον Χριστόν κυήσασα (Β΄, 9), έγινε της σωτηρίας ημών εργαστήριον: «Αμνάς η τεκούσα τον Αμνόν του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, το της σωτηρίας ημών εργαστήριον, αγγελικών υπερτέρων δυνάμεων, δούλη και μήτηρ Θεού» Σωτήρος (Δ΄, 5).
Δια τούτο ημείς οι Ορθόδοξοι δεν παραδεχόμεθα την ρωμαϊκήν δοξασίαν περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Θεοτόκου, περί της εξαιρέσεώς της δηλαδή από την κληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος, πράγμα που, όπως είπομεν, υπονομεύει την πραγματικότητα και το σωτήριον της σαρκώσεως του Κυρίου. Άλλωστε, αν η Παναγία δεν ευρίσκετο υπό το προπατορικόν αμάρτημα, τίθεται το ερώτημα πώς τότε απέθανεν58, εφ΄ όσον ο θάνατος έρχεται ως αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος («είπερ δια της αμαρτίας εις τον κόσμον εισήλθεν ο θάνατος» Έκδ. ΙΙΙ, 27· Ρωμ. 5, 12), ο δε Κύριος «αναμάρτητος ων» («ουχ υπέκειτο θανάτω») θνήσκει εκουσίως ως Σωτήρ και Λυτρωτής59, «τον υπέρ ημών θάνατον αναδεχόμενος» (Έκδ. ΙΙΙ, 27). Ημείς οι Ορθόδοξοι πιστεύομεν δια την Θεοτόκον όπως μας παρέδωκαν οι Πατέρες και ο άγιος Δαμασκηνός, η δε εσφαλμένη «ευσέβεια» των Δυτικών περί το πρόσωπον της Παναγίας δεν ημπορεί να είναι το μέτρον της πίστεως και της αληθείας. Η ρωμαιοκαθολική «Μαριολογία» πάσχει από τον αποχωρισμόν της και την ανεξαρτητοποίησιν από την Χριστολογίαν και την Σωτηριολογίαν.
5. Παρ΄όλον όμως ότι η Παναγία Θεοτόκος ευρίσκετο, ως εκ της συλλήψεώς της, υπό το προπατορικόν αμάρτημα ως κληρονόμος της αδαμιαίας φύσεως, η ιδία προσωπικώς, κατά τον άγιον Δαμασκηνόν, δεν είχε καμμίαν προσωπικήν αμαρτίαν. Την προσωπικήν της αγιότητα εξαίρει και τονίζει και δοξάζει όλως ιδιαιτέρως ο ιερός Πατήρ, καθώς άλλωστε και όλοι οι Πατέρες και ολόκληρος η Εκκλησία μας. Η Παρθένος Μαρία είναι όντως αγία και Παναγία, «αγγελικών υπερτέρα δυνάμεων» (Δ΄, 5), «υπεραναβάσα τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ υπεραρθείσα» (Α΄,9), «η όντως αγνή μετά Θεόν υπέρ άπαντας» (Γ΄,16).
Όπως και των μεγάλων προφητών του Θεού, του Ιερεμίου και του τιμίου Προδρόμου, των «εν κοιλία μητρός» ηγιασμένων και πεπληρωμένων Πνεύματος Αγίου (Ιερεμ. 1,5· Λουκ. 1,15), και της Παναγίας η αγιότης αρχίζει «εν κοιλία μητρός». Είναι όμως αύτη ασφαλώς ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγιότητος των Προφητών, αποκορυφούται δε κατά την στιγμήν της ασπόρου συλλήψεως του Θεού Λόγου και αφθαρτοποιείται εις την Κοίμησιν και Μετάστασίν της. Και εάν η χάρις και αι δωρεαί του Θεού ήσαν μεγάλαι εις τους Προφήτας, οι οποίοι προεφήτευσαν απλώς την ενσάρκωσιν, πόσον μεγαλύτεραι ήσαν εις εκείνην, η οποία έγινε Μητέρα του σαρκωθέντος Θεού; Εάν δε πάλιν «κατά το μέτρον της προς Θεόν αγάπης αι αντιδόσεις»60, πόσον μεγάλην αρετήν και αγιότητα είχεν η Παναγία, δια να λάβη τόσον μεγάλην χάριν; Το ότι ήτο «αξία του Κτίσαντος» (Α΄, 2) μαρτυρείται από το γεγονός ότι ανάμεσα σε όλα τα κτίσματα όλων των αιώνων μόνη αυτή είχε τόσον μεγάλην αγιότητα, , ώστε να εκλεγή από τον Θεόν δια να γίνη Μήτηρ του Υπεραγίου Θεού και να υπηρετήση εις «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον» μυστήριον (Α΄, 2), την σάρκωσιν του Θεού Λόγου. Η αγιότης αυτή στηρίζεται εις ολόκληρον την του Θεού οικονομίαν της σωτηρίας, περί της οποίας ωμιλήσαμεν ήδη προηγουμένως και η οποία προετοιμάζετο δια των διαδοχικών «εκλογών» (Νώε, Αβραάμ, Ισαάκ, Δαβίδ)61 καθ΄ όλην την ιστορίαν της Π. Διαθήκης.
Είδομεν ότι η Παρθένος Μαρία είναι «θυγάτηρ Αδάμ» ως προς την φύσιν της. Αλλά ως προς την προαίρεσίν της και την προσωπικήν αρετήν της ο άγιος Δαμασκηνός αντιπαραβάλλει αυτήν προς τους προπάτορας και δεικνύει την απόλυτον υπεροχήν της αγιότητός της (Α΄, 8· Γ΄, 2-3). Η κληρονομία του προπατορικού αμαρτήματος ήτο ανενέργητος μέσα εις Αυτήν, διότι η θέλησίς της και όλαι αι δυνάμεις της ψυχής και του σώματός της ήσαν «τω Δεσπότη Θεώ προσαναθέμεναι»62. Η Παναγία δια την αγιότητά της ήτο «εκ γενεών αρχαίων εκλελεγμένη» (Β΄, 3· Δ΄,5) και εγεννήθη «εξ ευγενεστάτης και βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικής» (Α΄, 6), της «ρίζης του Ιεσσαί» (Α΄,3), εκ της οποίας κατάγονται οι άγιοι και δίκαιοι γονείς της. Εις αυτούς συνέτεινε και συνεκεντρώθη η αγιότης όλων των αγίων προγόνων της Παναγίας, των «θεοπατόρων», δια της «εκλογής» και δια των διαδοχικών καθαρισμών και αγνισμών του «σπέρματος»63 των οποίων προετοίμαζε ο Θεός την Παναγίαν, η οποία υπερεπολλαπλασίασε και απεκορύφωσε και ανεκεφαλαίωσε μέσα της την αγιότητα της Π. Διαθήκης. Οι δίκαιοι και θεάρεστοι γονείς της (Α΄, 5) την γεννούν εν σωφροσύνη και εγκρατεία, ούτως ώστε ο άγιος Δαμασκηνός να ονομάζη το «σπέρμα» του Ιωακείμ «σπέρμα πανάμωμον» (Α΄, 2).
Ο ιερός Πατήρ περιγράφει την μεγάλην αγιότητα και την χάριν την οποίαν ο Θεός έδωσεν εις τον Ιωακείμ και την Άνναν (Β΄, 6)· πώς «δια λιτής (προσευχής) και επαγγελίας προς Θεού την Θεοτόκον κομίζονται» (Έκδ. IV, 14)· πώς αυτή ήδη από μικράν ηλικίαν «τω ιερώ ναώ του Θεού προσάγεται και ανατίθεται» (Β΄, 7· Έκδ. IV, 14). Eν συνεχεία ομιλεί περί του «οίαν την εν τώδε τω βίω διατριβήν πεποίηται» (Β΄, 50 η Παρθένος και οίαν την χάριν από τον Θεόν έλαβεν. Η «διατριβή» αυτή, ο ενάρετος και ένθεος βίος της Παρθένου και η μεγάλη χάρις του Θεού ήσαν τόσον μεγάλοι, ώστε ο Δαμασκηνός να λέγη δι΄Αυτήν ότι ήτο «οία ου πρότερον γέγονεν, ουδ΄αυ γενήσεται πάλιν» (Β΄, 6)· «αύτη η τω παρόντι χαρισθείσα βίω δώρον απάντων των του Θεού δωρημάτων υψηλότερον άμα και προσφιλέστατον» (Β΄, 5). Αλλ΄ ας το ίδωμεν αυτό πιο συγκεκριμένα.
Κατά την στιγμήν του Ευαγγελισμού η Παρθένος Μαρία, η θυγάτηρ της Εύας, όχι βεβαίως εις τον Παράδεισον όπως εκείνη, αλλ΄ εις ένα κόσμον ο οποίος «εν τω πονηρώ κείται» («κρίνον αναμέσον των ακανθών φυέν..., ρόδον εξ ακανθών των Ιουδαίων», Α΄, 6), αξιούται να ακούση δικαίως το «Χαίρε, Κεχαριτωμένη» και το «Μη φοβού, Μαριάμ· εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ» (Β΄, 8· Λουκ. 1, 28). Ερμηνεύων τους λόγους αυτούς του Αρχαγγέλου προς την Παναγίαν ο θείος Δαμασκηνός λέγει: «Όντως εύρες χάριν η αξία της χάριτος· εύρες χάριν η τους πόνους της χάριτος γεωργήσασα και πολύχουν δρεψαμένη τον άσταχυν της χάριτος· εύρες χάριτος άβυσσον, η σώαν την ολκάδα της διπλής παρθενίας τηρήσασα· και την ψυχήν γαρ παρθένον ετήρησεν, ου του σώματος έλαττον· όθεν και η του σώματος παρθενία τετήρητο» (Β΄, 8). Αυτοί οι τόσον χαρακτηριστικοί λόγοι του Δαμασκηνού αποδίδουν ακριβώς και αληθώς την σχέσιν της θείας χάριτος και της ελευθερίας του ανθρώπου, συγκεκριμένως δε εδώ της Παναγίας.
Η χάρις του Θεού είναι ασφαλώς δωρεά, δίδεται όμως εις εκείνους οι οποίοι δεικνύουν προαιρετικήν σπουδήν και επιτηδειότητα και καθαρότητα. Ο άνθρωπος, λέγει ο Δαμασκηνός, «λογικός και αυτεξούσιος γενόμενος, εξουσίαν είληφεν αδιαλείπτως δια της οικείας προαιρέσεως ενούσθαι τω Θεώ («ει και μη πάντες ενεργούμεν τα της φύσεως» - Έκδ. IV, 13· III, 14). O Θεός, λέγει επίσης, «πάσι μεταδίδωσι της εαυτού ενεργείας κατά την εκάστου επιτηδειότητα και δεκτικήν δύναμιν, φημί δε την τε φυσικήν και προαιρετικήν καθαρότητα» (Έκδ. Ι, 13) και «παντί τω προαιρουμένω το αγαθόν ο Θεός συνεργεί εις το αγαθόν»64. Τα λόγια αυτά του Αγίου φανερώνουν το αναγκαίον της συνεργασίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου («τον θεανθρώπινον συνεργισμόν»), πράγμα το οποίον όπως είδομεν προηγουμένως, ισχύει δι΄ όλην την ιστορίαν της οικονομίας και επομένως και δια την Παναγίαν. Εις την «συνεργασίαν» αυτήν ο Θεός δίδει την χάριν Του, τον Εαυτόν Του, και ο άνθρωπος την προαίρεσίν του, ολόκληρον τον εαυτόν του (πρβλ. Κλ. 2, 9-10· 1 Κορ. 15, 10). Εφ΄ όσον λοιπόν η χάρις δίδεται αναλόγως προς τον ζήλον και την προς τον Θεόν αγάπην του ανθρώπου65, ποία τότε ήτο όντως «η σπουδή και αναστροφή» της θείας Παρθένου Μαρίας μέσα εις τον ιερόν ναόν του Θεού (Β΄, 7), ώστε να αξιωθή τόσον μεγάλης χάριτος; Ήτο «κρείττων και καθαρωτέρα άλλων» (Β΄, 7· Γ΄, 16), λέγει ο Δαμασκηνός, και συμπεριλαμβάνει εις τους «άλλους» και τους Αγγέλους (Β΄, 8).
Διότι μέσα εις το ανθρώπινον σώμα έδειξεν η Παναγία με την «διπλήν παρθενίαν» της66 - την οποίαν διπλήν παρθενίαν οι Άγγελοι λόγω της φύσεώς των δεν έχουν- αγιότητα υπεράνω των Χερουβίμ και των Σεραφίμ (Α΄, 9). Δια τούτο και η αγιότης της είναι αδιασπάστως συνδεδεμένη με αυτήν την πανάμωμον παρθενίαν της, την αειπαρθενίαν της (Α΄, 5-6).
Εις τον ναόν του Θεού, εις τα Άγια των Αγίων, η θεόπαις Μαρία - «η ιερωτάτη περιστερά, η ακεραία και άκακος ψυχή και τω Θείω Καθιερωμένη Πνεύματι» (Γ΄, 2)67 - ως «αγνή και φίλαγνος» (Γ΄, 19) γίνεται κατ΄ άμφω παρθένος, και παρθένος άχραντος (Γ΄, 2) «γηΐνοις μη ομιλήσασα πάθεσι, αλλ΄ουρανίοις εντραφείσα νοήμασι» (αυτ.). Διότι ως «θυγάτριον ιερώτατον, το λαθόντα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» (Α΄,7), από τον πόθον προς την παρθενίαν («παρθένος και φιλοπάρθενος», Δ΄, 5), αλλοιούται τόσον με την βοήθειαν της χάριτος του Πνεύματος («πιανθείσα τω Πνεύματι», Έκδ. IV, 14), ώστε να λέγη ο Δαμασκηνός: «τοσούτον την παρθενίαν ποθήσασα, ως υπ΄ αυτής οιά τινος καθαρωτάτου ποιωθήναι πυρός» (Γ΄, 2), καθίσταται «πυρός θείου κατοικητήριον» και «Πνεύματος Αγίου ιερώτατον άγαλμα» (Δ΄, 5). Αι αρεταί της και η χάρις του Πνεύματος («τα του Αγίου Πνεύματος χαρισμάτων κύματα», Α΄, 9) εκόσμησαν την Παρθένον («η των αρετών περιβεβλημένη ευπρέπειαν και κεκοσμημένη τη του Πνεύματος χάριτι», Α΄, 9), ώστε να είναι αυτή «το κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως» (Α΄,7), «εφ΄ ω ο δημιουργήσας ευφράνθη Θεός» (Α΄, 9). Και δια τούτο ως «αξιόθεος» (Α΄, 7) εκλέγεται ακριβώς «εις νύμφην Θεού και μητέρα» (Α΄, 7).
Ο Δαμασκηνός περιγράφει λεπτομερώς το ήθος και τας αρετάς της Παναγίας, όπως θα το ιδή ο αναγνώστης (Α΄, 9, 11), και γενικώς όλην την «ανεπίστροφον» ανάτασιν, αφοσίωσιν και αγάπην της Παρθένου προς τον Θεόν, αλλά και την αγάπην του Θεού προς την αγίαν Παρθένον («έως προς την ποθούσαν τον ποθούμενον είλκυσεν», «θυγάτριον θεοπόθητον», Α΄,9,7). Εις δε την «Έκδοσιν Ορθ. Πίστεως» συνοψίει ως εξής τα περί της αγιότητος της Παναγίας: «Είτα εν τω οίκω Θεού φυτευθείσά τε και πιανθείσα τω Πνεύματι, ωσεί ελαία κατάκαρπος, πάσης αρετής καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικής και σαρκικής επιθυμίας τον νουν αποστήσασα και ούτω παρθένον την ψυχήν συντηρήσασα συν τω σώματι, ως έπρεπε την Θεόν εγκόλπιον υποδέχεσθαι μέλλουσαν· άγιος γαρ ων, εν αγίοις αναπαύεται· ούτω τοίνυν αγιωσύνην μετέρχεται και ναός άγιος και θαυμαστός του υψίστου Θεού αναδείκνυται άξιος» (Έκδ. IV,14). Αυτή λοιπόν είναι η αγιότης της Παναγίας προ του Ευαγγελισμού.
6. Αλλ΄όση και αν ήτο η δόξα των αρετών και της χάριτος της Παναγίας Παρθένου, η αποκορύφωσις της δόξης της, η «αρχή και μεσότης και τέλος» των υπέρ νουν αγαθών της (Β΄,12) είναι αναμφιβόλως ο Ευαγγελισμός και η Γέννησις του Χριστού, ή όπως λέγει ο Δαμασκηνός: «η άσπορος σύλληψις» (δια Πνεύματος Αγίου, του σαρκουμένου Λόγου του Πατρός, Α΄, 3) η θεία ενοίκησις (της του Υιού του Θεού Υποστάσεως Α΄, 6), και ο τόκος ο άφθορος (του Εμμανουήλ, Θεού παιδίου, του Θεανθρώπου Ιησού, Α΄, 4)» (Β,12). Διότι «η δόξα της Θεοτόκου έσωθεν, ο της κοιλίας καρπός» (Α΄, 9), ο Χριστός.
Πράγματι, μετά το τέλος της παραμονής της εις τον ναόν και μετά την παράδοσίν της από τους ιερείς εις τον δίκαιον και σώφρονα Ιωσήφ, τον φύλακα της παρθενίας της (Β΄,7· Έκδ. IV, 14), «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» η Παναγία Παρθένος δέχεται δια του Αρχαγγέλου τον Ευαγγελισμόν της Αγίας Τριάδος, «η ελειτούργησε» (Δ΄,5· Β΄,8), και αξιούται της ακατανοήτου και φιλανθρώπου συγκαταβάσεως και ενοικήσεως και σαρκώσεως του Θεού Λόγου, τον οποίον αυτή συνήντησε και απεδέχθη με άπειρον υπακοήν και ταπείνωσιν (Έκδ. ΙΙΙ, 2· Β΄. 8· Γ΄, 3· Λουκ. 1, 38, 48)68, επανορθώσουσα την παρακοήν της προμήτορος Εύας (Α΄,7) και αναδεικνυομένη αληθώς Θεοτόκος.
Όλον όμως το μυστήριον της Παναγίας Θεοτόκου, όπως μας εδίδαξαν και μας παρέδωσαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες, συνοψίζεται εις το «μυστήριον του Χριστού» και δια τούτου εξηγείται. Εις την ερώτησιν των Ιουδαίων: «Τι μοι προσφέρεις, ότι ηδύνατο γυνή γεννήσαι Θεόν;» ο άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως απαντά: «Ου λέγω σοι ότι ηδύνατο γυνή Θεόν γεννήσαι, αλλ΄ ότι ηδύνατο Θεός σαρκωθείς γεννηθήναι υπό γυναικός· πάντα γαρ αυτώ δυνατά»69. Και το επαναλαμβάνει ο άγιος Δαμασκηνός λέγων: «Θεού βουλομένου ταύτα γεγένηται· επεί Θεού θέλοντος, δυνατά μεν άπαντα, αμήχανα δε μη θέλοντος» (Γ΄, 7). Η παντοδυναμία αυτή του Θεού συμπίπτει, κατά τον Δαμασκηνόν, με την άπειρον συγκατάβασίν Του70. Διότι μόνον ως συγκατάβασιν ημπορούμεν να εννοήσωμεν το πώς ο Θεός Λόγος «καταβάς αμεταβάτως.. επί της γης ώφθη (Α΄,3) και προς την υψοποιόν καταβέβηκε κένωσιν· πώς ο Υπερούσιος εκ γυναικείας νηδύος υπερουσίως ουσίωται· πώς ο Θεός τε έστιν και άνθρωπος γέγονεν... και ούτε της οσίας εκβέβηκε της Θεότητος και παραπλησίως ημίν κεκοινώνηκε σαρκός τε και αίματος· πώς ο τα πάντα πληρών και ων υπέρ άπαντα στενόν χωρίον κατώκησεν· πώς το υλικόν και χορτώδες σώμα της αοιδίμου ταύτης (της Παναγίας) το καταναλίσκον πυρ εδέξατο της Θεότητος... και ανάλλωτον εχρημάτισε (Γ΄, 7)· πώς η προ τόκου παρθένος και εν τω τίκτειν παρθένος και μετά τόκον παρθένος αειπάρθενος» (Α΄, 5) - όλα αυτά, δεν δύνανται να εξηγηθούν ανθρωπίνως και, κατά την έκφρασιν του Βασιλείου Σελευκείας, «γέγονε μυστήριον, όπερ μέχρι της σήμερον μένει μυστήριον, και ουδέποτε παύσεται του είναι μυστήριον»71. Όλα αυτά έγιναν «ως Αυτός (ο Θεός) μόνος οίδε», και «ούτε οφείλει άνθρωπος φυσιολογείν το ανεξιχνίαστον και ανεξερεύνητον πράγμα»72.
7. Από το ακατάληπτον τούτο μυστήριον της σαρκώσεως του Θεού Λόγου η Παναγία ονομάζεται και είναι «δικαίως και αληθώς» Θεοτόκος: «Το παιδίον Θεός και πώς ου Θεοτόκος η τεκούσα;» (Α΄, 4). Η Παρθένος Μαρία είναι όντως Θεοτόκος, διότι «ουκ άνθρωπον ψιλόν εγέννησεν, αλλά Θεόν αληθινόν· ου γυμνόν, αλλά σεσαρκωμένον» (Έκδ. ΙΙΙ, 12· Β΄, 3-4)· «ουκ άνθρωπον αποθεωθέντα, αλλά Θεόν ενανθρωπήσαντα» (Έκδ. ΙΙΙ, 2). Δεν εγέννησε δηλαδή η Θεομήτωρ ένα απλώς θεοφόρον ή θεωθέντα άνθρωπον, αλλ΄ αυτόν τούτον τον Θεόν Λόγον, τον Μονογενή Υιόν του Θεού, ο οποίος «ευδοκία του Πατρός, ουκ εκ συναφείας φυσικής, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου υπερφυώς σαρξ ατρέπτως εγένετο... (Α΄, 3), αυτής της Θεομήτορος υπερφυώς χορηγούσης το πλασθήναι τω Πλάστη και το ανθρωπισθήναι τω Θεώ και Ποιητή του παντός, θεούντι το πρόσλημμα, σωζούσης της ενώσεως τα ενωθέντα τοιαύτα οία και ήνωται» (Έκδ. ΙΙΙ, 12). Οι τελευταίοι λόγοι του Δαμασκηνού σημαίνουν ότι η Θεία Υπόστασις του Λόγου, ομοούσιος τω Πατρί κατά την Θεότητα, προσλαμβάνει εν τη μήτρα της Παναγίας την ανθρωπότητα, την πλήρη ανθρωπίνην φύσιν, και γίνεται ο Χριστός ομοούσιος τη Μητρί και ημίν, ενώνων στενώτατα τας δύο αυτάς φύσεις, την θείαν και την ανθρωπίνην, εν τη μια Υποστάσει Του, χωρίς να μεταβληθούν ή συγχυσθούν αι φύσεις αυταί ή να απολεσθούν τα ουσιαστικά των ιδιώματα (Β΄, 1· Έκδ. ΙΙΙ, 3, 6)73. Η δε ανθρωπίνη φύσις υψώνεται δια της υποστατικής αυτής ενώσεως εις την θέωσιν. Δια τούτο λέγεται ακόμη Θεοτόκος η Παναγία «ου μόνον δια την φύσιν του Λόγου, αλλά και δια την θέωσιν του ανθρώπου» (Εκδ. ΙΙΙ, 12)74. Διότι εν τη κοιλία της η ανθρωπίνη φύσις, δια της καθ΄ υπόστασιν ενώσεως με την Θεότητα του Θεού Λόγου, έλαβε «θέωσιν και λόγωσιν και υπερύψωσιν» και «τεθεώσθαι λέγεται και θεός γενέσθαι και ομόθεος τω Λόγω» (Έκδ. IV, 18· ΄, 2).
Η Παναγία είναι επίσης και Χριστοτόκος, «Χριστόν γαρ εγέννησε»75, (και θα ηδύνατο να ονομάζεται «Χριστοτόκος και Κυριοτόκος και Σωτηριοτόκος και Θεοτόκος»)76, αλλ΄ «επειδή επ΄ αναιρέσει της «Θεοτόκος» φωνής ο θεήλατος αιρετικός Νεστόριος ταύτη κατεχρήσατο, ου Χριστοτόκον, αλλ΄εκ του κρείττονος αυτήν Θεοτόκον κατονομάζομεν. Χριστοτόκοι γαρ και άλλαι των προφητών και βασιλέων μητέρες, μόνη δε Θεοτόκος η αγία Θεοτόκος Μαρία»77. Ο δε Λεόντιος ο Βυζάντιος επισφραγίζει αυτήν την Πατερικήν Παράδοσιν όταν λέγη: «Μόνον ιδικώτατον και κυριώτατον και σημαντικώτατόν εστι τη αγία αχράντω και αειδόξω Παρθένω όνομα το Θεοτόκος»78.
8. Εκ του μυστηρίου της θείας Σαρκώσεως γνωρίζομεν επίσης δια του αγίου Δαμασκηνού ότι η Παναγία Θεοτόκος, όπως προ του τόκου, έτσι και εν τω τόκω και μετά τον τόκον ήτο και παρέμεινε διαπαντός παρθένος «νω και ψυχή και σώματι αειπαρθενεύουσα» (Α΄ 5). Η αειπαρθενία της Παναγίας σημαίνει ότι αυτή, όπως εις την εκ Πνεύματος Αγίου άσπορον σύλληψιν του Υιού του Θεού ήτο «απείρανδρος» (Α΄, 6) και «απειρόγαμος» (Β΄, 14), έτσι και εις την γέννησιν ο «τεχθείς την αυτής παρθενίαν εφύλαξε άτρωτον, μόνος διελθών δι΄ αυτής και κεκλεισμένην τηρήσας αυτήν (Έκδ. IV, 14)... και διανοίγει μήτραν τα κλείθρα της παρθενίας μη λυμηνάμενος» (Β΄, 9). Κάθε άλλη παρθένος φυσικά «τω τόκω την παρθενίαν λυμαίνεται», η Παρθενομήτωρ όμως και Θεοτόκος Μαρία «και προ τόκου και τίκτουσα μένει παρθένος, και μετά γέννησιν» (Γ΄,2). Διότι η εξ αυτής γέννησις του Θεανθρώπου Χριστού ήτο ταυτοχρόνως «δι΄ ημάς, καθ΄ ημάς και υπέρ ημάς», δηλ. και σωτήριος, και φυσική και υπέρ φύσιν: «Δι΄ ημάς, ότι δια την ημετέραν σωτηρίαν· καθ΄ ημάς, ότι γέγονεν άνθρωπος εκ γυναικός και χρόνω κυήσεως· υπέρ ημάς, ότι ουκ εκ σποράς, αλλ΄ εξ Αγίου Πνεύματος και της Αγίας Παρθένου (=απειρογάμως), υπέρ νόμων κυήσεως» (Έκδ. ΙΙΙ, 7) και «ωδίνων άνευ (=ανωδύνως)» (Γ΄,13)79. Την δυνατότητα της τοιαύτης γεννήσεως έδωσε εις την Παναγίαν Παρθένον το Άγιον Πνεύμα, το «καθαίρον αυτήν και δύναμην δεκτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν» (Έκδ. ΙΙΙ, 2), αλλά και ο ίδιος ο Μονογενής Υιός της, ο «τας της φύσεως ημών γονάς ελευθερώσας και Παρθενικήν αγιάσας μήτραν τω τόκω» Του80.
Η Παναγία Θεοτόκος, συνεχίζει ο άγιος Δαμασκηνός, «μένει και μετά τόκον παρθένος», είναι Αειπάρθενος, «ουδαμώς ανδρί μέχρι θανάτου προσομιλήσασα» (Έκδ. IV, 14). Τα έτη της επιγείου ζωής του Υιού της έζησε μαζί Του, και κατά την ώραν του σταυρικού θανάτου Του «τας ωδίνας, ας διέφυγε τίκτουσα, ταύτας εν τω του πάθους καιρώ υπέμεινε, υπό της μητρικής συμπαθείας των σπλάγχνων τον σπαραγμόν ανατλάσα» (Έκδ. IV, 14· Γ΄, 14)81, και μετά την Ανάστασιν «Θεόν τον σαρκί θανόντα κηρύττουσα» (αυτ.). Μετά δε την Ανάληψιν του Υιού της η Παναγία Θεομήτωρ έζησε μέχρι της Κοιμήσεώς της και Μεταστάσεως «εν τη θεία και περιωνύμω πόλει Δαβίδ, Σιών»: «αύτη η μήτηρ των ανά πάσαν την οικουμένην Εκκλησιών, της του Θεού Μητρός ενδιαίτημα πέφηνε» (Γ΄, 4).
9. Την πανένδοξον Κοίμησιν και θαυμαστήν Μετάστασιν της Μητρός του Κυρίου ομολογεί και κηρύττει ο άγιος Δαμασκηνός κατά την «αρχαίαν και αληθεστάτην παράδοσιν» της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων (Γ΄,4,18), και περιγράφει λεπτομερώς τα θαυμαστά γεγονότα κατά την ημέραν της Κοιμήσεως, όπως θα το ίδη ο αναγνώστης (κυρίως εις την Γ΄ Ομιλίαν), δια τούτο και δεν θα αναφερθώμεν εδώ εις όλα αυτά. Ας ίδωμεν μόνον το θέμα του θανάτου της Παναγίας, της ταφής του σώματός της και της μεταστάσεώς της εις τους ουρανούς.
Γεγονός είναι, κατά τον Δαμασκηνόν, ότι η Παναγία απέθανε θάνατον ανθρώπινον. Αν και είναι «πηγή της Ζωής», «προς την ζωήν δια μέσου του θανάτου μετάγεται», και ενώ «εν τω τόκω τους όρους υπερβάσα της φύσεως, νυν υποκύπτει τοις ταύτης θεσμοίς και θανάτω το ακήρατον καθυποβάλλεται σώμα» (Β΄, 10). Και επίσης «ως θυγάτηρ του πάλαι Αδάμ τας πατρικάς ευθύνας υπέρχεται (Γ΄,2) και «φυσικώς» η αγία της ψυχή «του ακηράτου χωρίζεται σώματος, και το σώμα τη νομίμω ταφή παραδίδοται» (Β΄,10). Η «ταφή» αυτή του σώματος γίνεται ίνα «το εκ γης συντεθέν παλινοστήση προς γην», δια να αποβάλη εκεί «το θνητόν» (Β΄,10· Δ΄,3) και να ενδυθή «το άφθαρτον», το πνευματικόν και φωτεινόν σώμα «της αφθαρσίας» (αυτ., πρβλ. Έκδ. IV, 27).
Και όμως, μολονότι αυτά γράφει ο άγιος Δαμασκηνός περί του φυσικού θανάτου της Μητρός του Κυρίου, ομολογεί ταυτοχρόνως, μαζί με τον άγιον Ανδρέαν της Κρήτης,82 ότι ο θάνατός της ήτο «υπέρ ημάς». Η «απειροδύναμος αγαθότης της θεαρχικής ασθενείας» (Γ΄, 18)83 του Υιού της «εκαινοτόμησε τας φύσεις»84 και τα πάντα όντως «εποίησε καινά». Η «ασθένειά» Του αυτή ήτο η σωτήριος και υψοποιός κένωσις, η συγκαταβατική σάρκωσις και ταπείνωσις, το σωτήριον πάθος και ο ζωοποιός θάνατός Του δι ημάς, αλλά και υπέρ ημάς. Χάρις δε ακριβώς εις αυτήν την «θεαρχικήν ασθένειάν» Του μετά την Ανάστασίν Του, δια της οποίας κατήργησε το κράτος του θανάτου, η ανθρωπίνη φύσις ενεδύθη την αθανασίαν. «Τεθέωμαι ο άνθρωπος, γράφει ο Δαμασκηνός, ο θνητός ηθανάτισμαι... την φθοράν απηφμίασμαι και αφθαρσίαν περίκειμαι τη περιβολή της Θεότητος» (Γ΄,2). Και απόδειξις τούτου είναι οι Άγιοι, τα ζώντα μέλη του αεί ζώντος Χριστού και η «Ζωαρχική Μήτηρ» Του (Β΄, 5). Πώς λοιπόν δύνανται να ονομάζωνται αυτοί «νεκροί», αφού η Κεφαλή τους και η Απαρχή, ο Χριστός, είναι ζων και ζωοποιός; Ο θάνατός τους πλέον, λέγει ο Δαμασκηνός, δεν είναι θάνατος, αλλ΄ «η καλλίστη εκδημία, η την προς Θεόν ενδημίαν χαρίζεται» (Β΄,10). Και εάν τούτο «πάσι τοις θεοφόροις θεράπουσι προς Θεού κεχάρισται· κεχάρισται γαρ και πιστεύομεν» (αυτ.), πώς όχι μάλλον εις την Μητέρα του Θεού85; Τόσον ο θάνατος της «Ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοιαν του «θανάτου», ώστε δεν ονομάζεται καν «θάνατος», αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και «εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριον» (Β΄,10· Δ΄,1). Και εάν ακόμη λεχθή «θάνατος», όμως είναι «θάνατος ζωηφόρος» (Γ΄,2) και «αρχή δευτέρας υπάρξεως» (Δ΄,4), της αιωνίου.
Το ότι ο Θεός άφησε ακόμη να «μετάγωνται» δια του θανάτου εις αυτήν την αιωνίαν ζωήν οι Άγιοί Του και η ιδία η Μήτηρ Του, τούτο είναι κατά τα κρίματα και «θεσμοθετήματά» Του («και είκει τω του οικείου τόκου θεσμοθετήματι» - Γ΄,2), αλλ΄ ο θάνατος πλέον δεν έχει επάνω εις την Παναγίαν ούτε μέσα της καμμίαν εξουσίαν: «Σήμερον ο της ζωής θησαυρός, η της χάριτος άβυσσος, θανάτω ζωηφόρω καλύπτεται και τούτω αδειμάντως πρόσεισιν ή τον τούτου καταλύτην κυήσασα, ει και θάνατον προσαγορεύσαι χρεών την ταύτης πανίερον και ζωτικήν μεταβίωσιν. Η γαρ τοις πάσι την όντως ζωήν αναβλύσασα, πώς θανάτω γένοιτ΄ αν υποχείριος;» (Γ΄,2). Την Μητέρα της αυθυποστάτου Ζωής, την «της ενεργείας πλησθείσαν του Πνεύματος... και την Πατρικήν ευδοκίαν εγκυμονήσασαν, την του Θεού Λόγου πάντα πληρούσαν υπόστασιν... και όλην Θεώ ενωθείσαν, πώς καταπίη ο θάνατος; πώς ο άδης εισδέξεται; πώς διαφθορά του ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Αλλότρια ταύτα και πάντη ξένα της θεοφόρου ψυχής τε και σώματος. Ταύτη και προσβλέπων ο θάνατος δέδοικε· τω γαρ αυτής Υιώ προσβαλών έμαθεν αφ΄ων έπαθε και πείραν λαβών σεσωφρόνισται» (Γ΄,3)86.
Η «αντιομία» αυτή του «ζωηφόρου θανάτου» της Παναγίας δεν πρέπει να παρακάμπτεται με ανθρωπίνους συλλογισμούς ή ευσεβιστικάς δοξασίας, όπως είναι τα νέα «δόγματα» των Δυτικών περί «Immaculata Conceptio» και «Αssumptio» (άνευ θανάτου), αλλά να κρατήται η πίστις των Πατέρων και η Παράδοσις της Εκκλησίας του Χριστού. Η Παναγία Θεοτόκος δεν έχει ανάγκην από ψευδή δόξαν. Ο «μακαρισμός» της και η «δόξα» της, κατά τον άγιον Δαμασκηνόν, είναι «η άσπορος σύλληψις, η θεία ενοίκησις, ο τόκος ο άφθορος» του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Με αυτό δεν συγκρίνεται καμμία άλλη δόξα ή αρετή ή χάρις ή ενέργεια, είτε ανθρωπίνη είτε θεία: «Αύτη γαρ ουκ ενεργείας Θεού υπήρξε δοχείον, αλλ΄ ουσιωδώς της του Υιού και Θεού υποστάσεως» (Α΄,6). Δια τούτο και ο θάνατός της δεν είναι κάτι το άδοξον δι΄αυτήν, διότι τον δρόμον αυτόν του θανάτου ήδη έχει περάσει ο Υιός της (Δ΄, 1) και ως Θεός και Σωτήρ «τω θανάτω τον θάνατον κατέλυσε» και «πρόδρομος υπέρ ημών σωματικώς εισελήλυθεν εις το ενδότερον του καταπετάσματος», εις τα υπερουράνια «Άγια των Αγίων» (Γ΄, 12· Εβρ. 12, 9· 10, 20). Δια τούτο Αυτός ο Ίδιος, ο Υιός της και Σωτήρ, κατά την ώραν της Κοιμήσεως της Μητρός Του, έρχεται «προς την οικείαν λοχεύτριαν» (Γ΄, 10) και «δεσποτικαίς παλάμαις τη Παναγία ταύτη και θειοτάτη οία Μητρί λειτουργών, την ιεράν ψυχήν υποδέχεται» (Β΄,5), και συνοδευόμενος υπό όλων των Αγγέλων και των Αγίων την αναφέρει όχι απλώς εις τον ουρανόν, αλλ΄ «έως αυτού του βασιλικού θρόνου» Του (Β΄,11), εις τα επουράνια «Άγια των Αγίων» (Γ΄,12). Εις δε την «οσίαν ταφήν» (Β΄, 12) του «ζωαρχικού και θεοδόχου σώματος» (Δ΄, 4) της Θεοτόκου, ο Ίδιος, ως «ο νέος Σολομών ο ειρηνάρχης», όλα τα υπερκόσμια τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων και τους Αποστόλους της Καινής Διαθήκης Του «συν παντί τω εν Ιερουσαλήμ των αγίων λαώ Του ηκκλησίασε» (Γ΄,12) και ούτω το πανάγιον και θεοδόχον σώμα «τω πανευκλεεί και υπερφυεί επιτίθεται μνήματι· καντεύθεν τριταίον (μετά τρεις ημέρας)» και άφθαρτον (Β΄, 10) «προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται, προς τον Μονογενή και ηγαπημένον Υιόν της και Θεόν (Γ΄,14· Δ',2,4).
10. Θα ήτο δυνατόν να λεχθούν εδώ και πολλά άλλα από την θεολογίαν του αγίου Δαμασκηνού, τα οποία όμως δεν αναφέρομεν, διότι, όπως είπομεν εις την αρχήν της Εισαγωγής, ο πλούτος της θεοπαραδότου Ορθοδόξου Θεολογίας των Πατέρων είναι ανεξάντλητος. Ούτω θα έπρεπε να λεχθούν, μερικά έστω, δια την θέσιν της Παναγίας εις την ουράνιον «Εκκλησίαν των πρωτοτόκων» (Δ΄, 2) και την μεσιτείαν της δια την επίγειον Εκκλησίαν (Γ΄,8,16) και γενικώς δια την θέσιν της εις όλην την Εκκλησίαν, που είναι το Σώμα του Υιού της, από τον οποίον είναι πάντοτε αχώριστος («ουδέν γαρ μέσον Mητρός και Υιού», Δ΄,5), ως και επίσης δι΄ αυτήν ως «ευεργέτιδα πάσης της φύσεως» και κτίσεως (Β΄,2· Α΄,1· Γ΄,11,16), και την υπό πάσης κτίσεως προσκύνησιν αυτής ως «Βασιλίδος και Κυρίας και Δεσποίνης και Θεομήτορος και αληθούς Θεοτόκου» (Β΄, 12· Γ΄, 14). Και πόσα θα ηδύναντο να λεχθούν ακόμη περί της Παναγίας από την λατρείαν της Εκκλησίας μας, εις την οποίαν τόσοι και τόσοι ύμνοι της είναι του Δαμασκηνού87! Και πόσα ακόμη από την ζωήν της Εκκλησίας και την αιωνίαν και καθημερινήν πείραν της! Αληθώς, η τιμή και ο μακαρισμός και η δόξα και η χάρις της Παναγίας Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν τελειώνουν ποτέ. Διότι «η εις αυτήν τιμή, εις τον εξ αυτής σαρκωθέντα Υιόν ανάγεται» (Έκδ. IV, 16· B΄, 14). Και όχι μόνον η τιμή, αλλά και πάντα τα άλλα, και προπαντός η ορθή πίστις και προσκύνησις. Διότι το τελικόν περί Παναγίας Θεοτόκου μυστήριον είναι το «Μυστήριον του Χριστού», «το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον» (Έκδ. ΙΙΙ, 1· Α΄, 2· Β΄, 9).
__________________

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Οίκος εις την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
2. Πρβλ. PG 94, 1485: «Tων Αγίων Πατέρων το στόμα, Θεού κεχρημάτικε στόμα».
3. PG 94, 780.
4. Θεοτοκίον αναστάσιμον, ήχος β΄, ποίημα μάλλον του Δαμασκηνού.
5. Πρβλ. Εφ. 5, 19 και Ομιλ. Β΄, 14· Γ΄, 7. Περί της ορθοδόξου εννοίας τελετής και εορτής βλ. σχόλιον 34 της Δ΄ Ομιλίας.
6. Πρβλ. PG 96, 649 A.
7. Tης «των τελουμένων τελεταρχίας» και αρχηγού «τελετής», της των πάντων τελειώσεως και θεώσεως, κατά τους αγίους Διονύσιον, Μάξιμον και Δαμασκηνόν (PG 3, 589 C· 4, 193 A και 94, 844 D-5A).
8. Ακάθιστος ΄Υμνος, οίκος Α΄.
9. Βλ. το Δοξαστικόν εις τους Αίνους των Χριστουγέννων.
10. Ο Βίος ούτος εξεδόθη το 1912: Biographie de Saint Jean Damascène. Texte original arabe. Publié pour la première fois par le P. Constantine Bacha, Harissa (Liban) 1912. Αρχαιωτάτη γεωργιανική μετάφρασις (ια΄ - ιβ΄ αιών), η οποία έγινε από την ελληνικήν μετάφρασιν του Μητροπολίτου Αδάνων Σαμουήλ (μεταξύ 1086-1100), εν M.C. Kekelidze, Cruzinskaja versia arabskago Zitia Sv. J. Damaskina, «Hristiansij Vostok» (S. Peterburg), τ. ΙΙΙ (914), σ. 119-174. Επίσης ρωσική μετάφρασις A. Vasiliev, εν Polnoe Sobranie Tvorenij S.J. Damaskina, τ. Ι (S. Peterburg 1913), σ. 1-22.
11. Εξεδόθη εν PG 94, 429 - 489.
12. Eκδοθείς υπό του Παπαδοπούλου - Κεραμέως εν «Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας», 1897, τ. IV, 330 - 350. Υπάρχουν και άλλοι Βίοι του Δαμασκηνού, όπως ο ανώνυμος βίος, έκδ. ΙΙ, Π.-Κεραμέως, αυτόθι, σ. 271-302, και ο σύντομος βίος εν χειρογράφω Μαρκιανώ του ΙΒ΄ αιώνος, έκδ. M. Gordillo, Damascenica, «Orientalia Christiana», VIII (1926), σ. 45-65. Σπουδαία βιογραφικά στοιχεία υπάρχουν εις τας πράξεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Mansi 13, 356-7), εις την Χρονογραφίαν του Θεοφάνους (PG 108, 841), εις τον Βίον του αγίου Στεφάνου του Νέου (PG 100, 1120) και εις τα αρχαία συναξάρια (PG 94, 501 - 4). Πρβλ. και Λόγος του Κωνσταντίνου Ακροπολίτου εις τον άγιον Δαμασκηνόν (PG 140, 812 εξ.).
13. Αργότερον έγραφε ο άγιος Δαμασκηνός εγκωμιάζων τον άγιον Χρυσόστομον: «Συ... πάσης αρετής ιδέαν επί τω βαθυτάτω θεμελίω της ταπεινώσεως ωκοδόμησας, δι΄ ης μόνης και Θεός σώζειν ευδόκησε και άνθρωπος σώζεται. Ουδέν γάρ ταύτης ασφαλέστερον έρεισμα. Η δε ταπείνωσις ως εκ πίστεως παντί που δήλον» (PG 96, 764).
14. Βλ. Χρονογραφία Θεοφάνους, PG 108, 840 εξ. Επίσης G. Ostrogorski, Istorija Vizantije, Beograd 1959, σ. 170-2· Α.L. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μετάφρ. Δ. Σαβράμη, Αθήναι 1954, σ. 321-365.
15. «Αλλ΄ ήγειρεν αύθις Ηλίαν το Πνεύμα το Άγιον, εμφιλοχωρούν εν δικαίων ψυχαίς. Κατά γενεάν και γενεάν προφήτας αντίστησι, ζηλωτάς έργων αγαθών, αποστυγούντας μεν ό,τι φαύλον και άτοπον, εισκομιζομένου δε και αντεισάγοντας παν έννομόν τε και δίκαιον» (Λόγος του Δαμασκηνού εις τον άγιον Χρυσόστομον, PG 96, 776).
16. PG 94, 1233 εξ.
17. Το όλον περί του Δαμασκηνού κείμενον εις τας πράξεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου έχει ως εξής: «Ιωάννης δε, ος παρ΄ αυτών υβριστικώς Μανσούρ προσηγόρευται, αφείς πάντα, Ματθαίον τον ευαγγελιστήν ζηλώσας, Χριστώ ηκολούθησε, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των εν Αραβία θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού, και είλετο μάλλον συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν. Αυτός ουν σταυρόν εαυτού και του Χριστού αράμενος και ακολουθήσας αυτώ, υπέρ Χριστού και των Χριστού εξ ανατολής δια Χριστού εσάλπισε, μη φορητήν ηγούμενος την εν αλλοδαπή γεγονυΐαν καινοφωνίαν και την κατά της του Θεού Εκκλησίας άθεσμον συσκευήν και λυσσώδη μανίαν· αλλά ταύτην θριαμβεύσας, πάντας παραινετικώς και νουθετικώς ησφαλίζετο, μη απαχθήναι μετά των εργαζομένων την ανομίαν, ζητών εν Εκκλησίαις την αρχαίαν θεσμοθεσίαν κρατείσθαι και την ειρηναίαν κατάστασιν...» (Mansi 13, 357).
18. Eις την Σερβικήν ιεράν Μονήν Χιλιανδαρίου, εις το Άγιον Όρος, φυλάσσεται σήμερον η θαυματουργός Εικών Παναγία η Τριχερούσα, την οποίαν έφερεν από την Λαύραν του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου ο Σέρβος Αρχιεπίσκοπος άγιος Σάββας ο Α΄ (+ 1235). Κατά την αγιοριτικήν παράδοσιν πρόκειται περί της Εικόνος του αγίου Δαμασκηνού. Η παράδοσις αυτή ευρίσκεται εγγεγραμμένη εις πολλά χειρόγραφα του Αγίου ΄Ορους, την αναφέρει δε λεπτομερώς, μολονότι αμφιβάλλει, και ο Ι. Φωκυλίδης: Ιερά Λαύρα αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, Αλεξάνδρεια 1927, σ. 351-2.
19. Ο υιός και διάδοχος του Λέοντος Κωνσταντίνος ο Ε΄ ο Κοπρώνυμος εξ ίσου εικονομάχος, κατανοών δε πλήρως την σημασίαν της προσωπικότητος του Δαμασκηνού, εις την εικονομαχικήν ψευδοσύνοδόν του το 754 αναθεματίζει τον Δαμασκηνόν με τας εξής σκληράς εκφράσεις: «Μανσούρ τω κακωνύμω και σαρακηνόφρονι, ανάθεμα· τω εικονολάτρη και φαλσογράφω Μανσούρ, ανάθεμα· τω του Χριστού υβριστή και επιβούλω της βασιλείας Μανσούρ, ανάθεμα· τω της ασεβείας διδασκάλω και παρερμηνευτή της θείας Γραφής Μανσούρ, ανάθεμα» (Mansi 13, 356). Αι εκφράσεις αυταί υπεμφαίνουν ότι ο Λέων ο Γ΄ είχεν αποπειραθή οπωσδήποτε να συκοφαντήση εις τον Χαλίφην τον κύριον αντίπαλον της εικονομαχίας και υπέρμαχον των Εικόνων, εις τον οποίον δεν ημπορούσε να κάμη κανένα άλλο κακόν διότι ευρίσκετο εκτός των συνόρων της αυτοκρατορίας. Τούτο υποστηρίζει και ο μεγάλος εκκλησιαστικός ιστορικός V.V. Bolotov, Lekcii po istorii drevvnej Cerkvi, τ. IV, 521-3 (Petrograd 1918). Ο χρονογράφος Θεοφάνης γράφει επίσης: «...ο πατήρ ημών Ιωάννης ο καλώς επικληθείς Χρυσορρόας δια την επανθούσαν αυτώ του Πνεύματος εν τε λόγω και βίω χρυσαυγή χάριν· ον Κωνσταντίνος ο δυσσεβής βασιλεύς ετησίω καθυπέβαλεν αναθέματι δια την υπερβάλλουσαν εν αυτώ ορθοδοξίαν και αντί του παππικού ονόματος αυτού Μανσούρ, ο ερμηνεύεται λελυτρωμένος, Μανζηρόν ιουδαϊκώ φρονήματι μετονομάσας τον νέον της Εκκλησίας διδάσκαλον» (PG 108, 841).
20. Bλ. PG 96, 576 και που περιέχουν τα έργα του Δαμασκηνού.
21. Δια τον οποίον γράφει ο Δαμασκηνός: «Τις γαρ οίδε του μακαριωτάτου Ιωάννου του Πατριάρχου νόημα εμού πλέον; Ουδείς· ος, ίνα ταληθές είπω, ουκ ανέπνευσε πνοήν πνευματικήν πώποτε, ην εμοί ως μαθητή ουκ ανέθετο... Μη δυσφημείτωσαν (οι αιρετικοί) τον ζηλωτήν και πυρ ορθοδοξίας πνεύσαντα, μόσχον φημί, τον αοίδιμον Ιωάννην, τον πάσης κενοφωνίας εξοριστήν και αναιρέτην, ως της θεολογίας τοις ιεροίς κεκοινωνηκότα Πατράσιν» (PG 95, 57).
22. Ο τάφος του ήτο παραπλεύρως του τάφου του κτήτορος της Λαύρας Αγίου Σάββα, τα δε άγια λείψανά του μετεφέρθησαν εις Κωνσταντινούπολιν επί Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου (1282 - 1328).
23. Τοποθετείται ο θάνατός του συνήθως ή κατά το έτος 749/50 ή περίπου το 780. Πρβλ. S.Vailhé, Date de la mort de St. J. Damascène, «Echos d΄Orient», IX (1906), 28-30· Κ. Δυοβουνιώτου, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Αθήναι 1903· J. Nasrallah, St. Jean de Damas. Son époque, sa vie, son oeuvre, Harissa 1950· Σωφρονίου Λεοντοπόλεως (Ευστρατιάδου), Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και τα ποιητικά αυτού έργα, «Νέα Σιών», 1931-33· Παν. Χρήστου, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εν «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία», τ. VI, 1218 εξ.
24. Mansi 13, 400.
25. Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας Εικόνας, 3, 41 (96, 1356).
26. Είναι πολύ χαρακτηριστική η ορθόδοξος περί Εκκλησίας αντίληψις του Δαμασκηνού, η οποία εδόθη εις την ομολογίαν του της πίστεως: «Και όμνυμι... υποτάσσεσθαι τη αγιωτάτη καθολική και αποστολική Εκκλησία της φιλοχρίστου ημών μητροπόλεως Δαμασκού» (Λίβελλος περί ορθού φρονήματος, 2, PG 94, 1432 C). Περί αυτής της αρχαιοτάτης παραδόσεως περί καθολικής Εκκλησίας πρβλ.το εξαιρετικόν βιβλίον του Ι. Ζηζιούλα: Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θ. Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τούς τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1965, ιδίως σελ. 95-148.
27. Πρβλ. Εις την Μεταμόρφωσιν, 6 (96 556). Εις το Άγιον Σάββατον, 30 (96, 632). Προς τους διαβάλλοντας... Λόγ. 1 (96, 1284 Α). Κανόνες του Δαμασκηνού εις τους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, 29 Ιουνίου, ωδή γ΄.
28. Πρβλ. Μ. Αθανασίου: «Σκοπός ούτος και χαρακτήρ της Αγίας Γραφής, ως πολλάκις είπομεν, διπλήν είναι την περί του Σωτήρος επαγγελίαν εν αυτή· ότι τε αεί Θεός ην και Υιός έστι Λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός· και ότι ύστερον δι΄ ημάς σάρκα λαβών εκ Παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας άνθρωπος γέγονε» (Κατά Αρειανών Γ΄, 29, PG 26, 385).
29. Πρβλ. Ομιλ. Β΄, 4: «Εις Χριστός, εις Υιός, Θεός και άνθρωπος ο αυτός, Θεός τε ομού τέλειος και άνθρωπος τέλειος, όλος Θεός και όλος άνθρωπος, μία υπόστασις σύνθετος, εκ δύο φύσεων τελείων θεότητός τε και ανθρωπότητος, και εν δύο φύσεσιν τελείαις θεότητί τε και ανθρωπότητι· ου γυμνός Θεός ουδέ ψιλός άνθρωπος, αλλ΄ εις Υιός Θεού και Θεός σεσαρκωμένος, Θεός ομού τε αυτός και άνθρωπος». Πρβλ. και το δογματικόν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνού, ήχος πλ. δ΄: «Εις έστιν Υιός, διπλούν την φύσιν, αλλ΄ου την υπόστασιν· διό και τέλειον αυτόν Θεόν και τέλειον άνθρωπον αληθώς κηρύττοντες, ομολογούμεν Χριστόν τον Θεόν ημών».
30. Και μάλιστα του υπερμάχου της Παναγίας Θεοτόκου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του οποίου βλ. Κατά των Νεστορίου δυσφημιών, Ι, 10 (PG 76, 57B): «Τεθεοποιήκαμεν δε ουδένα πώποτε των τελούντων εν κτίσμασι· κατειθίσμεθα δε Θεόν ειδέναι, τον ένα και φύσει αληθώς· ίσμεν δε άνθρωπον ούσαν καθ΄ ημάς την μακαρίαν Παρθένον».
31. Τα ανωτέρω ετονίσθησαν ως αναγκαία ιδίως δια την εποχήν μας, εις την οποίαν αναφύονται πάλιν όλαι αι αρχαίαι αιρέσεις, μόνον υπό κάποιαν νέαν μορφήν. Ούτως οι Προτεστάνται ήδη από αιώνας έχουν αρνηθή την Παναγίαν και Αειπάρθενον Θεοτόκον, η δε Ρωμαϊκή Εκκλησία, καινοτομούσα, εδημιούργησε μίαν ανεξάρτητον και αυτόνομον «Μαριολογίαν» στηριζομένην επί νέων «δογμάτων», τα οποία παρήγαγε και συνεχώς παράγει ο «αλάθητος» πάπας εις την Ρώμην. Και η «Μαριολογία» αυτή παραμορφώνει το αληθινόν πρόσωπον της Παναγίας Θεοτόκου. Αλλά και οι πρώτοι και οι δεύτεροι έχουν αποκοπή από την αληθινήν ορθόδοξον καθολικήν πίστιν και παράδοσιν της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, εις την οποίαν η Παναγία Μήτηρ του Χριστού, η Θεοτόκος, είναι το «σκήπτρον της Ορθοδοξίας» (Κύριλλος Αλεξ., Ομιλ. εις την Γ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, Mansi 4, 1253).
32. H έκφρασις είναι του αγίου Φωτίου, Ομιλία Θ΄ εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, 9 (έκδ. Β. Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 96).
33. Εις το Άγιον Σάββατον, 1 (96, 601). Πρβλ. Ομιλ. Γ΄. 7.
34. Διότι, κατά τον Δαμασκηνόν, «της θείας προγνωστικής κελεύσεως έργον εστίν ο προορισμός» (Έκδ. ΙΙ, 30) και ο Θεός «πάντα μεν προγινώσκει, ου πάντα δε προορίζει» (αυτόθι). Η πρόγνωσις δεν είναι αναγκαστική αλλά προθεωρητική, κατά την έκφρασιν των Πατέρων. «Ου θέλει ο Θεός μόνος είναι δίκαιος, αλλά πάντας ομοιούσθαι αυτώ κατά δύναμιν» (Έκδ. IV, 19).
35. Πρβλ. και Εις την ξηρανθείσαν συκήν, 3 (96, 581)· Εις το Άγιον Σάββατον, 24 (96, 624).
36. Βλ. αγίου Μαξίμου, Προς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 528) κ.ά.
37. Διότι κατά τους Πατέρας, «ταυτόν έστιν ειπείν απολέσαι το αυτεξούσιον» (=την ελευθερίαν) και απολέσαι τον άνθρωπον», Ν. Καβάσιλα, Βλ. Η Θεομήτωρ - Τρεις θεομητορικές ομιλίες του Καβάσιλα, έκδ. Π. Νέλλα (Αθήναι 1968), με ενδιαφέροντα σχόλια επί του ως άνω θέματος.
38. Βάσει του χωρίου Ρωμ. 11, 7, 5 ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναπτύσσει μίαν θαυμασίαν ερμηνείαν της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους, η οποία αρχίζει από την «πλευράν» του πρώτου Αδάμ και συντελείται δια των «εκλογών» και τέλος της Παναγίας εις τον «άνδρα Θεάνθρωπον», τον Δεύτερον Αδάμ, ως Εκκλησία, η οποία είναι «αυτός ο Χριστός». (Λόγος Ηθικός, ΙΙ, 2, S.C. 122, σ. 326-338).
39. Όπως ταπεινά το ομολόγησεν η ίδια η Παναγία: «...Και ηγαλλίασε το πνεύμά μου επί τω Θεώ τω Σωτήρί μου» (Λουκ. 1, 47). Εις ένα Στιχηρόν προεόρτιον των Χριστουγέννων ψάλλει η Εκκλησία μας: «...ότι ώφθη Κύριος εκ Παρθένου Μητρός, ον περ και κύψασα δουλικώς η Μήτηρ προσεκύνησε, και προσεφθέγξατο τω εν αγκάλαις αυτής· Πώς ενεσπάρης μοι ή πώς μοι ενεφύης, ο Λυτρωτής μου και Θεός;» Επίσης, μεταξύ άλλων, ο Χρύσιππος, πρεσβύτερος Ιεροσολύμων (Ε΄αιών), γράφει περί της υπό του Χριστού σωτηρίας της Παναγίας «εκ του πτώματος, εν ω κατέστησε και αυτήν η της Εύας συγγένεια» (δηλ. εκ του προπατορικού αμαρτήματος). Λόγος εις την Αγίαν Μαρίαν την Θεοτόκον, 2, P.O. XIX, 338.
40. Παρόμοιον θαύμα έκανε ο Θεός πολλάκις εις την Π. Διαθήκην: εις την ΄Ανναν, μητέρα του προφήτου Σαμουήλ (Α΄ Βασιλ. 1, 19), εις την Ελισάβετ, μητέρα του αγίου Προδρόμου, τον οποίον ο Θεός, όπως και τον προφήτην Ιερεμίαν, ηγίασεν ήδη εις την κοιλίαν της μητρός του (Λουκ. 1, 15· Ιερεμ. 1, 5). Και οι τρεις όμως αυτοί ΄Αγιοι της Π. Διαθήκης εγεννήθησαν υπό το προπατορικόν αμάρτημα.
41. Κατά τον άγιον Δαμασκηνόν «γάμου έκγονα πάντες βροτοί μετά τους του γένους αρχηγέτας» (΄Εκδ. IV, 24). Mόνον ο Χριστός εγεννήθη «ουκ εκ συναφείας φυσικής» (Α΄, 3), «ουκ εκ συναφείας ανδρός ή γεννήσεως ενηδόνου εν τη αχράντω μήτρα της Παρθένου συλληφθείς, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου» (΄Εκδ. ΙΙΙ, 1). Επίσης κατά τον άγιον Μάξιμον: «Πάντες οι εξ Αδάμ γεννώμενοι εν ανομίαις συλλαμβάνονται (Ψαλ. 50, 7), υποπίπτοντες τη του προπάτορος καταδίκη... Αρχήν έσχε μετά την παράβασιν η των ανθρώπων φύσις της ιδίας γενέσεως την καθ΄ηδονήν εκ σποράς σύλληψιν και την κατά ρεύσιν γέννησιν, και τέλος τον κατ΄ οδύνην δια φθοράς θάνατον. Ο δε Κύριος ταύτην ουκ έχων αρχήν της κατά σάρκας γεννήσεως, ούτε τω τέλει, τουτέστι τω θανάτω, υπήρχεν αλωτός» (PG 90, 788B, 1325B). Πρβλ. του αγίου Επιφανίου: «Ου μεν ετέρως γεγεννημένη (η Αγία Παρθένος) παρά την των ανθρώπων φύσιν, αλλά καθώς πάντες εκ σπέρματος ανδρός και μήτρας γυναικός (PG 42, 748). Πρβλ. και Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εις τα Εισόδια ΠΓ 98, 1485).
42. Πρβλ. Ανδρέου Κρήτης: «Και γαρ ει χρη λέγειν ταληθή, και μέχρις αυτής ο φυσικός των ανθρώπων εχώρησεν θάνατος» (Εις την Κοίμησιν, Α΄, PG 97, 1052).
43. Πρβλ. Μ. Αθανασίου: «Αδελφή γαρ ημών η Μαρία, επεί και πάντες εκ του Αδάμ εσμέν» (PG 26, 1061B).
44. Πρβλ. και Κατά της αιρέσεως των Νεστοριανών, 43 (95, 221-4) και τον Κανόνα του Δαμασκηνού εις τον Ευαγγελισμόν, ωδή ζ΄ και η΄, όπως και πολλά άλλα τροπάρια. Επίσης Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 633: 37, 462), Kυρίλλου Ιεροσολύμων (PG 33, 976), Σωφρονίου Ιεροσολύμων (PG 87, 3245-8), Ανδρέου Κρήτης (PG 97, 817) κ.ά.
45. Και παρά ταύτα ο M. Jugie (S. Jean Damascène), Orientalia Christiana Analecta, 109 (1936), σ. 140 εξ.) και ο P. Voulet (Introduction εις την πρόσφατον επανέκδοσιν των Ομιλιών εν S.C. No 80, σ. 20) θέλουν να αποδώσουν την κακοδοξίαν ταύτην και εις τον Δαμασκηνόν. Πρβλ. τουναντίον τους ορθοδόξους μελετητάς: Β. Αναγνωστοπούλου. Η περί της Θεοτόκου διδασκαλία Ι. Δαμασκηνού, εν «Ορθοδοξία» 31-32 (1956-7), και A. Lebedev, Raznosti Cerkvej Vostocnoj i Zapadnoj v ucenii o Presv. Djevje Marii Bogorodice, Varsava 1881, και S. Bulgakov, Kupina Neopalimaja, Paris 1927, κεφ. 1-3.
46. Βούλλα «Ineffabilis Deus» του πάπα Πίου ΙΧ, 8 Δεκεμβρίου 1854.
47. Πρβλ. L. Lossky, Le Dogme de l΄Immaculée Conception, «Messager de l΄Exarchat du Patriarch Russe en Europe Occidentale, 20 (1955), και Αρχιμ. Ιουστίνου Popovic, Dogmatika Pravoslavne Crkve, II, 257-260 (Beograd 1935). Η ενότης της ανθρωπίνης φύσεως είναι μία βασική αλήθεια της Ορθοδόξου ανθρωπολογίας, ενώ έχει παραμεληθή εις την ρωμαιοκαθολικήν θεολογίαν. Ορθώς ο π. S. Bulgakov (Kupina Neopalimaja, σ. 23) παρατηρεί ότι εις την ρωμαιοκαθολικήν θεολογίαν «απουσιάζει γενικώς η σαφής ανθρωπολογία», τούτο όμως, παρατηρούμεν, έγινε λόγω της αποχωρίσεώς της και ανεξαρτητοποιήσεως από την Χριστολογίαν και όχι λόγω της ελλείψεως της «σοφιολογίας», όπως νομίζει ο π. Μπουλγκάκωφ.
48. Πρβλ. Λόγος 45, 9 (PG 36, 633-6). Πρβλ. και αγίου Μαξίμου, προς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 520). H «δευτέρα κοινωνία» αύτη είναι η καθ΄ υπόστασιν ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν εν τω Χριστώ, η οποία παραμένουσα αιώνιος αποτελεί την πραγματοποίησιν της προαιωνίου Μεγάλης Βουλής του Θεού (Α΄, 8-9. ΄Εκδ. IV, 4). Πρβλ. Εις την Μεταμόρφωσιν, 4 (96, 552).
49. Τούτο κατά τον Δαμασκηνόν έγινε διότι «έδει τον λυτρούσθαι μέλλοντα αναμάρτητον είναι και μη τω θανάτω δια της αμαρτίας υπεύθυνον, έτι δε νεκρωθήναι και ανακαινισθήναι την φύσιν» (΄Εκδ. ΙΙΙ, 1).
50. Βλ. Προς Θαλάσσιον 21 και 42 (PG 90, 312-316 και 405-8).
51. Ο Δαμασκηνός διακρίνει μεταξύ «φθοράς» και «διαφθοράς». «Φθορά» σημαίνει τα «ανθρώπινα ταύτα πάθη· πείναν, δίψαν, κόπον, την των ήλων διάτρησιν, θάνατον, ήτοι χωρισμόν ψυχής εκ του σώματος, και τα τοιαύτα. Κατά τούτο το σημαινόμενον φθαρτόν του Κυρίου σώμα φαμέν· πάντα γαρ ταύτα εκουσίως ανέλαβε». «Διαφθορά» δε σημαίνει «την τελείαν του σώματος εις τα εξ ων συνετέθη στοιχεία διάλυσιν και αφανισμόν. Ταύτης πείραν το του Κυρίου σώμα ουκ έσχεν» (΄Εκδ. ΙΙΙ, 28). Εν συνεχεία ο Δαμασκηνός εξηγεί: «΄Αφθαρτον μεν ουν το του Κυρίου σώμα λέγειν, κατά τον παράφρονα Ιουλιανόν και Γαϊανόν (τους αιρετικούς «αφθαρτοδοκήτας»), κατά το πρώτον της φθοράς σημαινόμενον, προ της αναστάσεως, ασεβές· ει γαρ άφθαρτον ουχ ομοούσιον ημίν, αλλά και δοκήσει και ουκ αληθεία γέγονεν α γεγονέναι φησί το Ευαγγέλιον· την πείναν, την δίψαν, τους ηλους, την της πλευράς νύξιν, τον θάνατον. Ει δε δοκήσει γέγονε, φενακισμός και σκηνή το της οικονομίας μυστήριον, και δοκήσει και ουκ αληθεία γέγονεν άνθρωπος, και δοκήσει και ουκ αληθεία σεσώσμεθα... Μετά μέντοι την εκ νεκρών του Σωτήρος ανάστασιν και κατά το πρώτον σημαινόμενον άφθαρτον του του Κυρίου σώμα φαμέν» (αυτόθι). Ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, γράφων κατά των αφθαρτοδοκητών, οι οποίοι έλεγον ότι κατά την σύλληψιν του Χριστού το σώμα της Παναγίας Θεοτόκου είχε «μεταστοιχειωθή» και η ιδία έγινεν «άφθαρτος» εκ της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, λέγει: «Πλέον ή προσήκε την Παρθένον αποσεμνύνοντες, και την εντεύθεν αναφυομένην ατοπίαν ου προορώμενοι... Η του Πνεύματος ενδημία ουχί την επιτηδειότητα του γεννάν την Παρθένον οφείλετο ή κεκώλυκεν. Τουναντίον μεν ουν επί την ασπόρως οικονομηθείσαν σύλληψιν υπερφυώς αυτήν προσηγάγετο. Κακείνο δε μοι σκοπείν έπεισιν, ως ει κατ΄ εκείνους η Παρθένος άφθαρτος τη επιφοιτήσει του Πνεύματος γέγονεν, εκείνη πάντως αν και ρίζα της του γένους ημών αφθαρσίας ετύγχανεν, αλλ΄ουχ ο εξ αυτής προελθών θείος βλαστός» (PG 86, 1325Δ-28Α). - ΄Oλα αυτά έπρεπε να τα έχη υπ΄ όψιν της η Ρωμαϊκή Εκκλησία και να μη ανακηρύττη τοιαύτας καινοτομίας εις «δόγματα», τα οποία την απομακρύνουν ολονέν και περισσότερον από την θείαν Παράδοσιν της Αληθείας της Εκκλησίας του μόνου Σωτήρος Χριστού.
52. Αι εκφράσεις του Δαμασκηνού «οικονομίας λόγω», «οικονομία», «οικονομικώς» δεν αποκρύπτουν καμμίαν απολύτως απόχρωσιν «δοκητισμού». Τουναντίον αι εκφράσεις αυταί σημαίνουν την «ουσιωδώς» (Α΄, 6) την «αληθή» (Β΄, 10) σάρκωσιν) και γέννησιν του Λόγου του Θεού, αλλ΄ αναφέρονται εις την «Οικονομίαν» και όχι εις την «Θεολογίαν», δηλαδή σημαίνουν την «δευτέραν γέννησιν» του Υιού του Θεού, την γέννησίν Του κατά σάρκα: «δευτέραν δε καθομολογούμεν γέννησιν καθ΄ εκούσιον σάρκωσιν» (Γ΄,15). Δια τούτο η εκ μέρους του Δαμασκηνού ταυτοχρόνως παράθεσις εκφράσεων, όπως: «Την του οικείου Δεσπότου φύσει και αληθεί οικονομία χρηματίσασαν μητέρα» (Β΄,11), «οικονομικώς μητέρα εποιήσατο ο αληθεία σαρκωθείς, ου φενακίσας την ανθρώπησιν» (Β΄, 10), «κατά φύσιν οικονομικώς» (΄Εκδ. IV, 18) κλπ., αποκλείει κάθε «δοκητισμόν». Βλ. και σημ. 18 της Α΄ Ομιλίας.
53. Πρβλ. και Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως: «Ει μη γαρ ενεδύσατο εμέ, ουκ έσωσεν εμέ, αλλ΄ εν τη γαστρί της Παρθένου ο αποφηνάμενος τον κατάδικον ενεδύσατο» (Εγκώμιον εις την Παναγίαν Θεοτόκον, Λόγ. Α΄, PG 65, 688-9). Πρβλ. και Θεοτόδου Αγκύρων (Ε΄ αιών), Εις την Αγίαν Μαρίαν την Θεοτόκον και εις την του Χριστού Γέννησιν, 13 (P.O. XIX, 333).
54. Πρβλ. Εις το Άγιον Σάββατον, 2 (96, 601 - 4).
55. Πρβλ. αγίου Μαξίμου, Προς Θαλάσσιον, 42 και 62 (PG 90, 405 - 8 και 652).
56. «Υπέρ ημών κατάρα γενόμενος, ουκ ων κατάρα, ευλογία δε μάλλον και αγιασμός, αλλά την ημών κατάραν αναδεχόμενος, υπέρ ημών σταυρούται και θνήσκει και θάπτεται». Εις το Άγιον Σάββατον, 20 (96, 617).
57. Πρβλ. Ομιλ. Δ΄, 1: Ο Υπερούσιος «εις την Παρθενικήν νηδύν καταβάς, συλληφθείς τε και σαρκωθείς και δια παθών εκουσίως οδεύσας προς θάνατον και μετά σώματος εκ γης την γένεσιν έχοντος και φθορά κτησάμενος το άφθαρτον»...
58. Δια τούτο και το νεώτατον «δόγμα» του Βατικανού περί ενσωμάτου αναλήψεως (Assumptio) της Παναγίας εις τον ουρανόν (Βούλλα «Munificentissimus Deus» του πάπα Πίου ΙΒ΄, 1 Νοεμβρίου 1950) αποσιωπά εντελώς το εάν πράγματι απέθανεν ή όχι η Παναγία (πρβλ. M. Jugie, La dιfinition du Dogme de l΄Assomption, Brève analyse et commentaire de la constitution Apostolique «Munificentissimus Deus». Extrait de l'Annèe Théologique, II, 1951, όπου αναφέρεται και ο όρος της Βούλλας: «Immaculatam Deiparam Virginem Mariam, expleto terrestris vitae cursu, fuisse corpore et anima ad coelestem gloriam assumptam», σελ. 5). Διότι, ενώ η αρχαία πίστις και παράδοσις της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και γενικώς της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ότι ανελήφθη και το σώμα της Παναγίας εις τους ουρανούς, αφού όμως η Παναγία προηγουμένως απέθανε και το σώμα της ενεταφιάσθη εις την γην, η Βούλλα του πάπα αναγκάζεται να αποσιωπήση το θέμα του θανάτου, διότι την δεσμεύει το προηγούμενον «δόγμα» της «ασπίλου συλλήψεως».
59. Εκτός εάν θα θελήσουν και εδώ οι «σοφοί» και «αλάθητοι» του Βατικανού να είπουν ότι και ο θάνατος της Παναγίας είναι «λυτρωτικός» και η Παναγία «Λυτρώτρια» ή «συλλυτρώτρια» (Corredemptrice), όπως ήδη λέγουν και γράφουν και προς αυτό κινούνται αι σύγχρονοι τάσεις της Ρωμαιοκαθολικής «Μαριολογίας», δηλαδή προς νέον «δόγμα» της αιρέσεώς των! (Πρβλ. Ι. Καλογήρου, Μαρία η αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την Ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 110 εξ. και άρθρον του ιδίου «Μαρία» εν «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία», τ. Η΄, 673-6).-΄Ομως εις το σημείον αυτό ο άγιος Δαμασκηνός είναι κατηγορηματικός: «Ου θεάν ταύτην (την Παναγίαν), φημίζοντες, επεί και θάνατον αυτής καταγγέλομεν (Γ΄, 15). Η φράσις «καταγγέλειν τον θάνατον» της Παναγίας αντιτάσσεται εδώ σαφώς εις την φράσιν «θεάν καταγγέλειν» αυτήν, επομένως και Λυτρώτριαν (διότι «ουκ άγγελος, ου πρέσβυς, αλλ΄ αυτός ο Κύριος ήξει και σώσει ημάς», Α΄, 4). Ενώ η αποστολική ευχαριστιακή φράσις «καταγγέλειν τον θάνατον του Κυρίου» (1 Κορ. 11, 26· ΄Εκδ. IV, 13) είναι ακριβώς απόδειξις του θείου αξιώματος του Λυτρωτού Χριστού και της υπ΄ Αυτού αληθινής λυτρώσεως και σωτηρίας ημών.
60. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλ. 37, Εις την Κοίμησιν (PG 151, 472).
61. Πρβλ. Εις το Άγιον Σάββατον 25 (96, 624) και ΄Εκδ. IV, 14· A΄, 6· B΄, 3.
62. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει ότι οι απόγονοι του Αδάμ «θελήματι και ου βία» υποδουλώνονται εις τον τύραννον: «έδειξαν γαρ τούτο σαφώς οι προ του νόμου και εν τω νόμω ευαρεστήσαντες και το εαυτών θέλημα τω Δεσπότη Θεώ και ου τω διαβόλω προσαναθέμενοι (Λόγος Ηθικός X, S.C. 129, 262). Περί δυνατότητος της αγιότητος εις την Π. Διαθήκην μαρτυρεί ολόκληρον το ια΄κεφάλαιον της προς Εβραίους επιστολής. Πρβλ. και το αξιόλογον άρθρον του V.Lossky «Panaghia» εις το βιβλίον του «A l΄image et à la ressemblance de Dieu», Paris 1967, σ. 199-202.
63. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εις μίαν ομιλίαν του εις την Κυριακήν των Προπατόρων ομιλεί δια την υπό του Θεού διαδοχικήν «εκλογήν» των απογόνων του Αδάμ και προγόνων της Παναγίας, και λέγει ότι το Άγιον Πνεύμα «προωκονόμει και την ταύτης εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προϊέμενον, τους δε αναξίους τελέως αποβαλλόμενον... Ει γαρ και εκ σαρκός και σπέρματος Αδάμ η Παρθένος, εξ ης το κατά σάρκα Χριστός, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου κακείνου πολυειδώς άνωθεν καθαιρομένου, των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων» (Ομιλ. 587, έκδ. Οικονόμου, Αθήναι 1861, σ. 213-216). Δια δε την εκλογήν των γονέων της Παναγίας λέγει: «Δια τούτο προετιμήθησαν των πολυπαίδων οι άπαιδες, ως αν εκ πολυαρέτων η πανάρετος παις κυηθή και εκ διαφερόντως σωφρόνων η πάναγνος και λάβη καρπόν η σωφροσύνη συνελθούσα προσευχή και ασκήσει το γενέσθαι παρθενίας (της Παρθένου) γεννήτρια» (Ομιλ. 42, αυτ. σ. 10-11).
64. Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας Εικόνας, 3, 33 (94, 1352).
65. «Αλλά τις πλέον ηγάπησε Θεόν της ημίν υμνουμένης (της Παναγίας;) τις δε υπό Θεού πλέον ηγαπήθη ταύτης;» Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 53, Εις τα Εισόδια, σ. 177 (έκδ. Οικονόμου).
66. «Παρθενίας όρος το και σώματι και πνεύματι είναι αγίαν». Ι. Χρυσοστόμου, Περί Παρθενίας, 6, PG 48, 537.
67. Πρβλ. Ανδρέου Κρήτης, Λόγος Α΄, Εις το Γενέθλιον της Θεοτόκου (PG 97, 820): «Και γίνεται (εν τω ναώ) τιθηνός της Παρθένου το Πνεύμα το Άγιον, μέχρις αναδείξεως αυτής εν τω Ισραήλ».
68. Εάν όλοι οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν την ταπείνωσιν «θεοποιόν ταπείνωσιν», τούτο αρμόζει πρωτίστως εις την Παναγίαν Θεοτόκον, διότι δια της υπακοής της και της ταπεινώσεώς της αυτής «υιόν εποίησεν ανθρώπου Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού» (αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλ. 53, 40, Εις τα Εισόδια, έκδ. Οικονόμου, σ. 178. Πρβλ. και Ν. Καβάσιλα, Εις τον Ευαγγελισμόν, 10, μν. έκδ. σ. 158). Δια της ταπεινώσεως της Παναγίας και της υπακοής της εις τον Θεόν ελύθη άπαξ δια παντός το πρόβλημα και η τραγωδία της ανθρωπίνης ελευθερίας και η ελευθερία του ανθρώπου απεδείχθη ως κτισθείσα «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν» της ελευθερίας του Θεού, όπως συχνά λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς ακολουθών τον άγιον Μάξιμον και άλλους Πατέρας. Πρβλ. και V. Lossky, Η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 164.
69. Λόγος Β΄, Εις την ενανθρώπησιν του Κυρίου (PG 65, 697). Πρβλ. Ομιλ. Α΄, 2: «την του Θεού άφραστον και συγκαταβατικήν σάρκωσιν».
70. «Ου φύσεως γαρ έργον η σάρκωσις, αλλά τρόπος οικονομικής συγκαταβάσεως», Κατά Ιακωβιτών, 59 (94, 1464).
71. Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν (PG 85, 445).
72. Διάλογος στηλιτευτικός κατ΄ εικονοκλαστών (96, 1356Α).
73. Πρβλ. και Κατά Ιακωβιτών, 52 (94, 1461).
74. «Εν ταύτη ο Θεός μεν άνθρωπος, και Θεός ο άνθρωπος γέγονε» (Γ΄,16).
75. Κατά της αιρέσεως των Νεστοριανών, 24 (95, 224). Πρβλ. αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: «Ει γαρ Χριστοτόκος, πάντως ότι και Θεοτόκος· ει δε ου Θεοτόκος, ουδέ Χριστοτόκος» (PG 76, 265).
76. Oμιλία εις την Γέννησιν του Χριστού, 4, αποδιδομένη εις τον Μ. Αθανάσιον (Β.Ε.Π. 36, 228).
77. Κατά της αιρέσεως των Νεστοριανών, 24 (95, 224) και κδ. ΙΙΙ, 12.
78. Κατά Νεστοριανών, IV, 37 (PG 86, 1708 D).
79. Πρβλ. και το δογματικόν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνού, ήχος βαρύς: «Μήτηρ μεν εγνώσθης, υπέρ φύσιν Θεοτόκε· έμεινας δε παρθένος, υπέρ λόγον και έννοιαν· και το θαύμα του τόκου σου, ερμηνεύσαι γλώσσα ου δύναται· παραδόξου γαρ ούσης της συλλήψεως, Αγνή, ακατάληπτός εστιν ο τρόπος της κυήσεως όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις...».
80. Ευχή αγιασμού του ύδατος εις το Άγιον Βάπτισμα. Ο άγ. Αθανάσιος εις τον λόγον του Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου, 17, γράφει: «΄Οθεν ουδέ της Παρθένου τικτούσης έπασχεν Αυτός (ο Λόγος) ουδέ εν σώματι ων εμολύνετο, αλλά μάλλον και το σώμα ηγίαζεν» (PG 25, 125), δηλ. ηγίαζεν και το προσληφθέν σώμα Του και το σώμα της Μητρός, εκ της οποίας το προσέλαβε. Τούτο δηλοί ότι η γέννησις του Κυρίου από την Παναγίαν είχε σωτηριολογικόν χαρακτήρα και σημασίαν και δια την ιδίαν την Μητέρα Του. Πρβλ. και Κατά Αρειανών, 2, 61 (PG 26, 277).
81. O Φιλάρετος Μόσχας γράφει ότι κάτω από τον Σταυρόν «η άβυσσος των πόνων της Παναγίας δεν κατέβαλε ούτε κατεπόντησε αυτήν, διότι εβυθίζετο συνεχώς εις μίαν ισομεγέθη άβυσσον της υπομονής της Παναγίας και της ταπεινώσεώς της και της πίστεως και ελπίδος, και της απολύτου αφοσιώσεώς της εις τα κρίματα του Θεού». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.
82. «Eι γαρ ουκ έστι, κατά το λόγιον, άνθρωπος ος ζήσεται και ουκ όψεται θάνατον· άνθρωπος δε και ανθρώπου επέκεινα και η νυν υμνουμένη (η Παναγία), δέδεικται δήπου τρανώς ως και αύτη τον ίσον ημίν εκπεπλήρωκε νόμον της φύσεως, ει και μη καθ΄ ημάς ίσως, αλλ΄ υπέρ ημάς» (Λόγος 12, Εις την Κοίμησιν, PG 97, 1053). Toν άγιον Ανδρέα, ως φορέα της ιεροσολυμιτικής παραδόσεως, ακολουθεί συχνά ο άγιος Δαμασκηνός.
83. Βλ. το σχόλιον 53 της Γ΄ Ομιλ.
84. Η έκφρασις είναι του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 348). Bλ. σημ. 30 της Β΄ Ομιλ.
85. Μάλιστα δέ, εφ΄ όσον «το διάφορον άπειρον δούλων Θεού και Μητρός» (Β΄, 10).
86. Δια τούτο ακριβώς ο Δαμασκηνός αποδίδει εις την Παναγίαν τους λόγους της Γραφής τους αναφερομένους εις τον Χριστόν: «Ου κατελήλυθε γαρ η ψυχή σου εις τον άδην, αλλ΄ ουδέ η σαρξ σου είδε διαφθοράν (Πραξ. 2, 31· Ψαλ. 16, 10). Ου κατελείφθη η ψυχή σου εν τη γη ή το σον άχραντον και πανακήρατον σώμα, αλλ΄ εν ουρανών βασιλείοις μοναίς η Βασιλίς, η Κυρία, η Δέσποινα, η Θεομήτωρ, η αληθής Θεοτόκος αυλίζει μετατεθείσα» (Β΄, 12).
87. Ως μικρόν δείγμα τούτου αναφέρομεν μόνον το εξής Θεοτοκίον, ποίημα του Δαμασκηνού:
«Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις,
Αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος,
ηγιασμένε ναέ και Παράδεισε λογικέ,
παρθενικόν καύχημα·
εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν,
ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών·
την γαρ σην μήτραν θρόνον εποίησε,
και την σην γαστέρα πλατυτέραν ουρανών απειργάσατο.
Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις· δόξα σοι».
(Οκτώηχος, ήχος πλ. δ΄, Κυριακή πρωϊ).

Τι λένε οι Έλληνες ποιητές για την Παναγία;


Τι λένε οι Έλληνες ποιητές για την Παναγία;

Ένα απάνθισμα ποιητικών κειμένων, αλιευμένων μέσα από την Νεοελληνική Γραμματεία, έτσι όπως ακριβώς δημοσιεύθηκε στο περίφημο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», αριθμός τεύχους 61, του έτους 1950, το οποίο αναφέρεται στο θείο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Αειπαρθένου Μαρίας, της Παναγίας των Ελλήνων!
ΕΠΕΙΔΗ το έτος 1950 έχει σημαδέψει και τη ζωή του γράφοντος, αφού είναι η χρονολογία γεννήσεώς του, μία ευχάριστη έκπληξη ήταν η στιγμή κατά την οποίαν, ανοίγοντας το πολυθρύλητο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», αριθμός τεύχους 61, του έτους 1950, είδα ένα εκπληκτικό απάνθισμα Ελλήνων ποιητών για την Παναγία!
Το λιγότερο, που έπρεπε να κάνω, είναι η άμεση προώθηση του κειμένου αυτού στους φίλους και τις φίλες της ιστοσελίδας μας, με την ελπίδα να το προωθήσουν παντού, ώστε να μην υπάρχει Έλληνας ή Ελληνίδα που να μη το γνωρίζει!
Αξίζει τον κόπο να ρίξει κανείς τη ματιά του σ’ αυτό το κείμενο για να διαπιστώσει όχι μόνο το μεγαλείο της ανθρωπίνης ψυχής ή της μεγάλης ποιητικής φλέβας των Ελλήνων ποιητών, αλλά και το ιερόν πάθος για την Μητέρα του Χριστού, όπως ήταν και είναι η Παναγία μας.
Καλή ανάγνωση:
Γεώργιος Θ. Ζώρας
Η Παναγία εις την Νεοελληνικήν Ποίησιν
Ελληνική Δημιουργία, αρ. 61, 1950

Ασχολούμενος άλλοτε με το θέμα της Παναγίας και της συλλογής «Άνθη ευλαβείας» (1) έγραφα ότι, η Παρθένος, η γλυκεία μήτηρ του Θεανθρώπου, σύμβολον αγιωσύνης και αγνότητος, αλλά ταυτοχρόνως και μητρικής αγάπης και πόνου, απετέλεσεν εις όλας τας εποχάς θέμα ιδιαιτέρως προσφιλές εις τους ποιητάς, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι της εποχής μας, και εις την ορθόδοξον Ανατολήν και εις την καθολικήν Δύσιν.
Εις την φιλολογίαν αυτήν, την πρώτην θέσιν κατέχει αναμφιβόλως η βυζαντινή υμνογραφία. Ουδέποτε άλλοτε η μορφή της Θεοτόκου εύρε τόσον υψηλόν, τόσον λυρικόν και τόσον εμπνευσμένον από βαθυτάτην πίστιν ύμνον:
Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει,
Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει…
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς…
θα ψάλλουν προς την Θεομήτορα οι απελευθερωθέντες εκ του εχθρικού κινδύνου Βυζαντινοί, ο δε νεώτερος Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως, Ρωμανός ο Μελωδός, θα υμνήση κατά τον συγκινητικώτερον τρόπον τον πόνον της δυστυχούς Μητρός, ήτις βλέπει αγόμενον εις τον βωμόν του μαρτυρίου και της θυσίας το ίδιον αυτής τέκνον:
Τον ίδιον άρνα
η αμνάς θεωρούσα
προς σφαγήν ελκόμενον
ηκολούθη Μαρία
τρυχομένη
μεθ’ ετέρων γυναικών
Και εις τας επομένας εποχάς, η ελληνική μούσα δεν έπαυσε να αφιερώνη εις την Θεοτόκον ωραιοτάτους στίχους πλήρεις αγάπης, θαυμασμού και ικεσίας, πολλά δε ποιήματα εγράφησαν εις δόξαν της Παρθένου είτε κατ’ απομίμησιν των «Χαιρετισμών», είτε και όλως πρωτότυπα.
###
Μεταξύ των ποιημάτων τούτων ιδιαιτέρας μνείας είναι άξια, τα στιχουργήματα τα περιεχόμενα εις μίαν ιδιόρρυθμον συλλογήν, γνωστήν υπό τον τίτλον «Άνθη ευλαβείας» (2), οφειλομένην εις τους τροφίμους του γνωστού Φλαγγινικού ιεροδιδασκαλείου, το οποίον είχεν ιδρυθή εις Ενετίαν με κληροδότημα του Θωμά Φλαγγίνου και του οποίου η λειτουργία ήρχισεν από το έτος 1664.
Εις την συλλογήν ταύτην. της οποίας ο πλήρης τίτλος είναι «Άνθη ευλαβείας, εκχυθέντα εις την πανένδοξον μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας παρά τινων του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου τροφίμων τε και σπουδαίων, επιστασία και επανορθώσει του πολυμαθεστάτου αυτής ιεροδιδασκάλου Ιωάννου Πατούσα του εξ Αθηνών Γυμνασιάρχου του ρηθέντος φροντιστηρίου και πανευλαβώς αφιερωθέντα τω Πανιερωτάτω και Σοφωτάτω Κω Κω Μελετίω Τυπάλδω Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Υπερτίμω και Εξάρχω πάσης Λυδίας και των εν ταις κλειναίς Ενετίαις Ελλήνων αξιοπρεπεστάτω προέδρω –Ενετίησιν αψη» (1708), δημοσιεύονται πεζογραφήματα και ποιήματα αφιερωμένα, κατά το πλείστον, εις την Παναγίαν. Πρόκειται περί έργων, αν όχι εξαιρετικής σημασίας πάντως αξιολόγων, ιδία όσον αφορά εις την πρωτοτυπίαν και τον χρόνον της συνθέσεως αυτών, περί των οποίων ο Δημαράς γράφει τα εξής: «Πολλή τέχνη, αλλά και πραγματική ποιητική εμπνεύση επεξεργάζονται τα ποιήματα αυτά, που αποτελούν την πρώτη μεγάλη επίτευξη ύστερ’ από τα χρόνια της Κρήτης. Είναι πραγματικά άνθη μέ όλο το άρωμά τους, με τη γοητεία των ποικίλων χρωμάτων τους• αλλ’ άνθη φυτεμένα μέσα σ’ ένα θερμοκήπιο: αν δένουν με τα περασμένα όμως δεν δημιουργούν προηγούμενο, Η εμφάνισή τους έχει κάτι τεχνητό, που φανερώνεται όχι μόνο στην κατασκευή τους, αλλά και στο γεγονός ότι έμειναν χωρίς συνέχεια» (3).
Ιδού εν δεκατετράστιχον της συλλογής, το οποίον οφείλεται εις τον Αντώνιον Στρατηγόν, λόγιον καταγόμενον μεν εκ Κρήτης, γεννηθέντα δε εις Κέρκυραν, και έχει τον τίτλον: «Ότι ο θάνατος της Θεομήτορος εστάθη θεϊκή αγάπη»:
Είχε λάμψ’ η αυγή, εις την οποίαν
ώρισεν ο Θεός ν’ αποσηκώση
στ’ άστρα από τον κόσκον την Μαρίαν
κι ως Κυράν του παντός να στεφανώση.
Απείκασεν ευθύς νεύσιν την θείαν
ο έρωτας, γοργά όθεν να σώση
χρυσόπτερος πετά στην Παναγίαν΄
και θάνατον γλυκύν αυτής να δώση.
Τοτ’ ευλαβής, βέλος χρυσόν τεντώνει
κ’ εκείνην την καρδίαν την αναμμένην
με φλογές θεϊκές γλυκά πληγώνει.
Αν η κόρη νεαρά ετζ’ απομένη
τούτο τον νουν της ας μη θολώνη
γιατί πόθον θανή δεν υπερβαίνει.
Ιδού και δεύτερον δεκατετράστιχον εκ της ιδίας συλλογής, το οποίον έγραψεν ο εκ Κεφαλληνίας ιεροδιάκονος Φραγκίσκος Κολουμπής, φέρει δε τον τίτλον «Εις την μετάστασιν της Πανάγνου»:
Σαν εις άρμα λαμπρόν, στα χρυσωμένα
των αγγέλων φτερά, επέτα η θεία
Μητέρα του Θεού, εις την οποία
ήταν όλα τα κάλλη μαζωμένα.
Τούτα βλέπουσ’ η γη με πικραμένα
μάτια με στεναγμούς, είπε : «Μαρία
πού μ΄ αφίνεις εδώ στην ερημία;
ή πώς να ζήσω ‘γω χωρίς εσένα;»
Είναι πολεμικός νόμος να σέρνη
πίσω του ο νικητής τους νικημένους
όταν θριαμβικήν δόξα λαβαίνη.
Κι’ εμέ και τους υιούς μου υποκειμένους
έκαμες. Μαρία• λοιπόν τυχαίνει
να μας σύρης αυτού γλυκά δεμένους.(4)
Και η δημοτική μούσα έχει επίσης αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Εκτός από το γνωστόν εκείνο το αναφερόμενον εις την Αγίαν Σοφίαν, εις το οποίον ο λαϊκός ποιητής συνεχίζων την παράδοσιν βλέπει την απελευθέρωσιν του έθνους συνδεομένην με το πρόσωπον της Θεοτόκου, προστάτιδος της Κων/λεως:
Η Δέσποινα ταράχθηκε και δάκρυσαν οι εικόνες,
σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς πάλι δικά μας είναι.
Kαι άλλα δημοτικά ποιήματα έχουν ως κεντρικόν πρόσωπον την Παναγίαν, όπως είναι διάφορα καθαρώς θρησκευτικού περιεχομένου, άλλα αναφερόμενα εις θρησκευτικάς εορτάς κ.λ.π. Ιδιαιτέρως αξίζει να αναφέρωμεν εδώ δημώδες ποίημα, φέρον τον τίτλον «το μοιρολόγι της Παναγίας»:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερ’ άγγελοι, αρχάγγελοι, όλοι μαυροφορούνε,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα πάνε κι’ έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της,
την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
Ακούει βροντές, ακούει αστραπές και ταραχές μεγάλες,
προβάλλει, από τη θύρα της να δη στη γειτονιά της.
Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα
ακούει φωνή, ακούει λαλιά απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Σώσε, κερά μου Παναγιά, τούτηνε δα την ώρα
και τον Υγιό τον επιάσανε και στο σταυρό τον πάνε.»
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη,
και, σαν την συνεφέρανε, τούτο το λόγο λέει:
«Όσοι πονάτε το Χριστό, όλοι κοντά μου ελάτε.»
Η Μάρθα , η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάννα,
του Ιακώβ η αδελφή, κ’ οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Τηράν ζερβά, τηράν δεξιά, κανένα δε γνωρίζουν,
τηρούν και πιο δεξιώτερα, θωρούν τον Άϊ-Γιάννη.
«Άϊ μου Γιάννη, Πρόδρομε και βαπριστή του γιού μου,
μην είδες μου το τέκνο μου και σε το δάσκαλό σου;»
«Ποιος έχει χείλη να στο πη, καρδιά να μολογήση,
ποιος έχει χειροπάλαμα για να σου τονε δείξη»;
«Έχεις και χείλη να το πης, καρδιά να μολογήσης,
έχεις και χειροπάλαμα, για να μου τόνε δείξης.»
«Θωρείς εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου κ’ εμέ διδάσκαλός μου.»
Η Παναγιά, σαν τάκουσε, τούτον τον λόγο λέει:
«Πού ‘ναι γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω;»
Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήση•
μον’ ο Χριστός της μίλησε απ’ τον σταυρόν επάνω:
«Κάμε, μαννούλα, υπομονή και διάφορο δεν έχεις.
Στρώσε τραπέζι θλιβερά να φάνε οι θλιμμένοι
και, το μεγάλο Σάββατο, καθού να μ’ απαντέχης.
Την Κυριακίτσα το πουρνό θα πουν Χριστός Ανέστη,»
Το αυτό περιεχόμενον αναφερόμενον εις την θλίψιν της Παναγίας διά την απώλειαν του υιού της, απαντά επίσης και εις τα διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια, με μικράς ή σημαντικάς παραλλαγάς εις τας λεπτομερείας. Ένα από τα χαρακτηριστικώτερα αυτά ποιήματα, είναι το φέρον τον τίτλον «της Παναγιάς το κλάμα» όπως κυκλοφορεί εις την Κάλυμνον:
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και του Χριστού τον τάφον,
η Παναγιά εκάθητο μόνη και μοναχή της.
‘Κουει βροντές, ‘κουει στραπές και ανταρές μεγάλες•
άγια βόδια σφάζουσιν ή πρόβατα συζεύγουν;
Κάνει να δη την πόρτα της να δη τη γειτονιά της.
Θωρεί πάνω, θωρεί κάτω, θωρεί, ψυχή δεν βλέπει•
θωρεί τον ουρανόν θαμβόν και τ’ άστρα βουρκωμένα
το φεγγαράκι τ’ αγλαμπρόν στο αίμα βουτηγμένον.
Και πάλι κι ανατήρησε θωρεί τον Άϊ-Γιάννη,
θωρεί τον και κατέβαινε κλαμένον και δαρμένον,
κ’ εκράτει μεσ’ τη χείρα του μανδήλι ματωμένον
κ’ εκράτει και στην άλλη του μαλλιά της κεφαλής του.
Κ’ η Παναγιά τον ερωτά κι η Παναγιά του λέγει:
Άϊ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστά του γιου μου,
δεν είδες το παιδάκι μου και τον μονογενή μου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, χείλη να σου μιλήσω
και σιδερένια σωτικά να σου το μολογήσω.
Θωρείς το κείνο το βουνό, το υψηλό, το μέγα
πούχει την μαύρην γη κορφή, τον ουρανό πατέρα;
Εκεί τον έχουν οι ‘βριοί εξόγκωνα δεμένον •
σαν κλέπτη τον επιάσανε σαν πόρνο τον κρατούσι
σαν να χωρίζη αντρόγυνο εκεί τον τυραννούσι.
Βγάζουν το χρυσοσκούφιον και βάζουν του αγκαθένιο.
Βγάζουν το χρυσοζώναρον και βάζουν του τον βάτον.
Η Παναγιά σαν άκουσε λιποθυμιά της ήλθε.
Σταμνιά νερό την ‘πηρετούν τρία καννιά τον μόσχον
και έξη το ροδόσταμον ώστε που να συμφέρη.
Κ’ η Παναγιά συνέφερε κι αυτόν τον λόγον είπεν:
-Ας έλθ’ η Μάρθα η Μαρία και του Λαζάρου η μάννα
και του Προδρόμου η αδελφή και η άλλη η Αλισάβη,
και πάμε να τον πάρουμε προτού μας τον σταυρώσουν
και πριν του βάλουν τα καρφιά και μας τον θανατώσουν.
Στρατί, στρατί, το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι,
και το στρατί τους έβγαλε σ’ ένα μικρό βρυσάκι.
κι εδίψασεν η Παναγιά ‘σκύψεν να πιη λιγάκι.
Κούει χαλκιά κι εχάλκευε, χαλκιά με τα παιδιά του,
χαλκιά με τη γυναίκα του και με τη φαμιλιά του.
-Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ήντανε αυτά που κάνεις;
-Βριοί μου παραγγείλασι περόνια να τους κάμω.
Εκείνοι μούπαν τέσσερα κι εγώ τους κάμω πέντε
τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια
και τ’ άλλο το φαρμακερό να μπήξουν στην καρδιά του
να τρέξη αίμα και νερό να λιγωθή η ψυχή του.
-Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσης,
ουδέ την τραχηλίτσα σου ποτέ να μην αλλάξης:
μωρή μωρέ ατσίγγανε, δείξε μου τον υιόν μου.
Για δείξε μου τον γιόκα μου και τον μονογενή μου.
-Θωρείς εκείνο το βουνό το υψηλό, το μέγα,
πούχει την μαύρη γην κορφή τον ουρανό πατέρα:
Εκεί τον έχουνε οι ‘βριοι εξόγκωνον δεμένον.
Ώρες η Παναγιά ‘κλαιεν, ώρες και μοιρολόγα
στρατί, στρατί το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι•
το μονοπάτ’ τους έβγαλεν εις του ληστού την πόρταν
βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
τα έρημα παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα,
κ’ έδεσε τα χεράκια της την πόρτα παρεκάλει:
-Άνοιξε πόρτα του ‘βριού και πόρτα του Πιλάτου!
Κ’ η πόρτα απ’ το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
Μπαίνει πάνω η Παναγιά καθίζει στο κρεββάτι.
-Παρακαλώ σε Μωϋσή, δείξε μου τον υιόν μου.
-Θωρείς τον κείνον τον χλωμόν, κείνον τον κιτρινιάρη;
Εκείνος ειν’ ο γιόκας σου και ο μονογενής σου.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε λιποθυμιά της ήλθε!
-Φέρτε μαχαίρι να σφαγώ κρημνόν για να κρημνίσω
κ’ ένα ποτάμι θάλασσα για να ψυχομαχήσω.
Χριστός απολογήκηκεν όπου ‘ταν σταυρωμένος.
-Μάννα μου, σαν πνιγής εσύ, πνίγονται κι άλλες μάννες•
άμε, μάννα στο σπίτι μας και στο αρχοντικό μας
και πίνε άδολο κρασί κι αφράτο παξιμάδι,
να φαν μαννάδες με παιδιά, παιδιά δίχως μαννάδες
και τα καλά τ’ αντρόγυνα με τους καλούς των άνδρες.
Μάννα το μέγα Σάββατο που παίζουν οι καμπάνες
τότε και συ μαννούλα μου θα ‘δης χαρές μεγάλες.
###
Τα πολυάριθμα ποιήματα των νεωτέρων ποιητών μας τα οποία αναφέρονται εις την Παναγίαν δυνάμεθα να διακρίνωμεν, με την σειράν των, εις διαφόρους κατηγορίας, ήτοι τα αποτελούντα προσευχάς, τα συνδεόμενα με πατριωτικά θέματα, τα καθαρώς λυρικά κ.λ.π..
Εις την πρώτην κατηγορίαν, δηλ. τας προσευχάς, ανήκουν διάφορα ποιήματα, είτε αυτοτελή είτε τμήματα μεγαλυτέρων στιχουργημάτων, μερικά δε έχουν καθαρώς σχολικόν χαρακτήρα και χρησιμεύουν ως προσευχή εις τα σχολεία ή διαφόρους άλλας αναλόγους περιπτώσεις.
Τοιούτον ποίημα είναι του Κώστα Πασαγιάννη με τίτλον «Το παιδί στην Παναγία»:
Ψυχούλα αθώα
γονατιστή
σου στέλνω ολόθερμη
μια προσευχή.
Γλυκειά μητέρα
Θεού, Σε κράζω
ελπίδα ανέσπερη
και σε δοξάζω.
Παρθένα θεία,
σεμνή κι’ αγνή΄
δέξου τη δέησή μου
την ταπεινή.
Παρθένα θεία, σεμνή κι’ αγνή, δόξα Σου, δόξα Σου
Παντοτεινή!...
Ανάλογος προς αυτήν είναι και άλλη προσευχή με τον τίτλον «Στη Μητέρα του Θεού», όπου ο ποιητής παρακαλεί την Θεοτόκον όπως, βοηθήση και ανοίξη ελπιδοφόρον θύραν εις τον δυστυχή, εις τον αιχμάλωτον, εις τον ναυαγόν, εις την χήραν και εις τον ασθενή και προσφέρη εις τον κόσμον όλον την γαλήνην και την χαράν:
Παρθένα, στήριγμα γλυκό, μητέρα του Θεού μας
πούσαι για μας παρηγοριά στο στρώμα και στο νού μας,
όπου κρατάς στη σκέπη σου το ορφανό τη χήρα
κι’ ανοίγεις για το δύστυχο ελπιδοφόρα θύρα.
Βασίλισσα του Ουρανού, πούσαι για μας γαλήνη
κι’ αστέρι που λαμποκοπάς, χωρίς ποτέ να σβύνη,
δροσιά και ανακούφιση στ’ αρρώστου το κλινάρι
που χύνεις μύρα κι’ ευωδίες μ’ όλη την άγια χάρι.
Στο σκλαβωμένο χάρισε ελεύθερη πατρίδα,
στο ναυαγό που δέρνεται, του γλυτωμού σανίδα.
στη χήρα την παρηγοριά, στον άρρωστο υγεία
και στα παιδιά την προκοπή, γλυκειά μου Παναγία.
Στείλε, Μητέρα του Θεού , στον κόσμο τη γαλήνη
κι’ οδήγα κάθε άσπλαγχνο στην ελεημοσύνη.
Τέλος αξίωσε κι’ εμάς, όπου σε προσκυνούμε,
πολίτες τίμιοι, καλοί στον κόσμο να γινούμε.
###
Περισσότερον γνωστή και σημαντικωτέρα είναι «Η προσευχή προς την Παναγίαν» του Ανδρέου Μαρτζώκη, μία προσευχή η οποία εγαλούχησε την ελληνικήν νεολαίαν επί σειράν ετών και υπάρχει εις πλείστας όσας συλλογάς νεοελληνικών αναγνωσμάτων:
Γλυκό του κόσμου στήριγμα,
αθάνατη Μαρία,
Εσύ π’ ακούς τη δέησι
που υψώνουν τα παιδία,
‘ς εσέ την προσευχή μας
που μέσ’ αφ’ την ψυχή μας
βγαίνει για σε θερμά
Έχε, Κυρά, ‘ς τη σκέπη σου
την πικραμένη χήρα,
‘ς τον πεινασμένον άνοιγε
ευσπλαχνική τη θύρα,
δόσε του σκλάβου, Δέσποινα,
ελεύθερη Πατρίδα,
του ναύτη την ελπίδα,
που πλέει ‘ς την ξενητειά.
Ευλόγησε τα ονείρατα
του βρέφους που κοιμάται,
οδήγησε τα βήματα
της κόρης που φοβάται•
στείλε δροσιά κι’ ανάπαυσι
‘ς του αρρώστου το κλινάρι,
έχε ‘ς τη θεία σου χάρι
τα μαύρα τα φτωχά.
Τη μάνα; παρηγόρησε,
πώχει παιδί ‘ς τα ξένα,
και χύσε μίαν αχτί δα σου
εις τον τυφλό, Παρθένα•
κράτα το γάλα αμίαντο
του βρέφους που βυζαίνει,
στρέψε ‘ς την οικουμένη
το βλέμμα ευσπλαχνικό.
Στείλε, σεμνή βασίλισσα,
‘ς το πλάσμα σου γαλήνη,
χύσε ‘ς τα στήθη τ’άκαρδα
αγάπη, ελεημοσύνη•
χάρισε το χαμόγελο
‘ς τα μαραμένα χείλη,
κάμε να γίνουν φίλοι
ο εχθρός με τον εχθρό.
Τ’ ανδρόγυνο που εχώρισε,
Εσύ, Κυρά, ένωσέ το,
διώξε μακρυά την έχθρα του
και πάλι ευλόγησέ το•
ανάπαυσε τα κόκκαλα
που κλει βαθειά το χώμα,
και ζέστανε το στρώμα
της μάνας, του παιδιού.
Δέξου ‘ς τα ουράνια στήθη σου
τ’ ανήλικα. Παρθένα,
που παραιτούν τη μάνα τους
για νάλθουνε σε Σένα,
το χέρι ‘κείνο αντάμειψε
που τ’ ορφανό χορταίνει,
που το κορμί θερμαίνει
του μαύρου του γυμνού.
Ευλόγησε τα δάκρυα,
καλή μας Παναγία,
οπού με σπλάχνος χύνονται
εμπρός ‘ς τη δυστυχία
συχώρεσε και φώτισε
εκείνον που πλανήθη,
και χύσε του ‘ς τα στήθη
την Πίστη την γλυκειά!
Λυπήσου την Ελλάδα μας,
την άτυχη Πατρίδα,
πάλι ‘ς τον κόσμο δείξε τη
με σκήπτρο και χλαμύδα!
κάμε να σφίξη ελεύθερα
μεσ’ τη θερμή αγκαλιά της
τα μαύρα τα παιδιά της,
που κλαίνε ‘ς τη σκλαβιά!...
Και αξίωσε τα τέκνα σου,
που σε παρακαλούνε,
με της Λαμπρής το φόρεμα
την Ήπειρο να ιδούνε!
να πλέξουν την εικόνα σου
μ’ ελεύθερα λουλούδια,
κ’ ελεύθερα τραγούδια
να ψάλλουνε γλυκα!..
###
Εξετάζοντας την σχετικήν ποιητικήν παραγωγήν των νεοελλήνων ποιητών, αρχίζομεν με τους εκπροσώπους της Επτανησιακής σχολής.
Ως γνωστόν, βαθύτερον θρησκευτικόν αίσθημα διακρίνει τους περισσοτέρους εξ αυτών, τα δε έργα των χαρακτηρίζει θερμή χριστιανική πίστις. Και είναι μεν αληθές ότι οι πλείστοι των Επτανησίων ποιητών δεν έχουν αφιερώσει ειδικά ποιήματα εις θρησκευτικά καθαρώς θέματα, οπωσδήποτε όμως διάχυτος είναι εις την ποιητική των έμπνευσιν το χριστιανικόν αίσθημα. Ο Σολωμός εις την Ελληνικήν παραγωγήν του δεν έχει καθαρώς θρησκευτικά ποιήματα, έχει όμως γράψει πολλά κατά την νεανικήν του ηλικίαν εις Ιταλικήν γλώσσαν κατ’ απομίμησιν προτύπων του Monti, Manzoni κ.ά. Είναι από τα ποιήματα εκείνα τα οποία ανήκουν εις τα στιχουργήματα με υποχρεωτικήν ομοιοκαταληξίαν και σπαταλούν κατά κανόνα ποιητικά νεανικά γυμνάσματα. Από τα θρησκευτικά του αυτά ποιήματα (τοιαύτα αναφέρονται εις την πρώτην λειτουργίαν, εις τον θάνατον του δικαίου, εις την κόλασιν, εις την δευτέραν παρουσίαν) τα περισσότερα έχουν ως θέμα την Θεοτόκον ως εις την Μαρίαν ο Ευαγγελισμός, η Ανάληψις της Παναγίας, η Σύλληψις της Παναγίας κ.λ.π. Ιδού το κείμενον εν μεταφράσει ενός των δεκατετραστίχων αυτών με τίτλον «η Ανάληψις της Παναγίας»:
Ήταν η ώρα που τ’ ανθρώπινο μάτι να παλέψη
δεν ημπορεί με τον ύπνο κι’ οι αισθήσεις το κράζουν,
όταν άκουσα φωνή, που συντροφευμένη από λύρας ήχο:
-Έλα, Γυναίκα, έλεγε, έλα απ’ το Λίβανο!
-Έλα! τον ουρανό ολόκληρο να ξαναλέη άκουσα
σε ήχο που οι στίχοι μου δεν έχουν δύναμη να εκφράσουν.
Κι’ οι δρόμοι όλοι εγέμιζαν απ’ τον αιθέρα
του ζωηρού φωτός και του μοσχοβολισμένου λιβανιού.
Όταν ξαφνικά παρουσιάσθη ένας ήλιος ανάμεσα στους αγγέλους
και ψηλά έσπρωχνε, κινώντας τα μπράτσα,
που η αγάπη των αιωνίων ομορφιών του έγγιζε.
Αχ! γιατί χάθηκε το όνειρο κι’ αυτές οι ασθενικές μου
οι αισθήσεις με σεβασμό ανάμεσα στους Ουράνιους:
Είμαι κάτω, μεσ’ το παράπτωμα και την άστατη αρετή (5).
###
Και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έχει αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν εκ των οποίων το σημαντικώτερον είναι το φέρον τον τίτλον «25 Μαρτίου: Ευαγγελισμός – Ελληνισμός» εις το οποίον το θρησκευτικόν αίσθημα ενούται και συγχέεται με τον θερμόν πατριωτισμόν του μεγάλου εκείνου Επτανησίου ποιητού. Εις το ποίημά του αυτό, ο Βαλαωρίτης βλέπει εις την αυτήν ημέραν, την 25η Μαρτίου, να συνδέωνται αφ’ ενός μεν η μεγάλη ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και επομένως της απελευθερώσεως του ανθρωπίνου γένους και αφ’ ετέρου η ελληνική επανάστασις, δηλ. η απελευθέρωσις του Ελληνικού έθνους.
Το ποίημα αυτ’ό είναι επίσης από τα πλέον γνωστά και συγκινητικά αναγνώσματα και συνεκίνησε επί σειράν ετών την ελληνικήν νεολαίαν:
Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κυττάζουν.
Μια φλογ’ αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει εν άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέγει, αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε, Μαρία, χαίρε!...»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλαι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι’ απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, αλυσωμένη.
Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι’ αφίνει και περνά εν άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαυρ’ η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνημ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται... Βγαίνει, πετά στα όρη...
Λυώνουν τα χιόνια όθε διαβή, όθε περάση η Κόρη.
«Ξυπνάτε, εσείς που κείτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπη στον αιθέρα
μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να την χαιρετίση.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την! Καθείς ας μεταλάβη
από τη χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφωρισμένοι νάστε!
###
Της Επτανησιακής επίσης σχολής άλλος εκπρόσωπος, ο Ανδρέας Μαρτζώκης.αφιέρωσεν εις την Παναγίαν το «Stabat Mater”, όπου μας παρουσιάζει τον αμαρτωλόν άνθρωπον, ο οποίος πλησιάζων την πονεμένην Μητέρα, εκφράζει την αφοσίωσίν του προς τον δι’ αυτόν θυσιασθέντα υιόν της και ικετεύει αυτήν όπως τον αξιώση να εξαγνισθή και αυτός διά του πόνου και καταστή άξιος της ουρανίου δόξης:
Σιμά ‘ς τον άδικο Σταυρό, τον αιματοβαμμένο,
ήταν πεσμένη κ’ έκλαιγε η Παναγιά με πόνο•
Και της εσπάραζ’ η ψυχή να βλέπη κρεμασμένο,
ωσάν κακούργο και φονιά, το τέκνο της το μόνο!
Πόσα μαχαίρια κοφτερά της ‘σφάζαν την καρδιά
την ώρα ‘κείνη τη φριχτή, οπού ‘χε ξεψυχίσει!
Ποιος εβαστούσε να θωρή σε τέτοια απελπισιά
τη θεία μητέρα του Χριστού και να μην λαχταρήση;
Για μένα, τον αμαρτωλό, είδες, γλυκειά Κυρά μου;
να μαρτυρεύουν ‘ς το Σταυρό τ’ αγαπητό Παιδί σου!
Κάμε να σφάξη ο πόνος σου κ’ εμένα την καρδιά μου,
κι αξίωσέ με να θρηνώ, να κλαίω κ’ εγώ μαζί σου.
Δέξου, Παρθένα μου, κ’ εμέ ‘ς το Ξύλο του αποκάτου,
να χύνωνται τα δάκρυά μου με τ’ άγια δάκρυά σου!
Δος μου τη χάρι, να αισθανθώ κ’ εγώ τα μαρτύριά του,
και να στενάζω, να πονώ, θωρώντας τα δικα σου!
Κάμε κ’ εγώ να ματωθώ εις τον σταυρόν επάνω
ν’ αρέσω ‘ς το παιδάκι σου, να μοιάσω του Χριστού μου,
Κάμε κ’ εγώ σ’ αγκαθερό στεφάνι να πεθάνω,
ναυρώ τον ίδιο θάνατο ‘που εδώκαν του Θεού μου!
Κι’ όταν ‘ς την Κρίσι τη στερνή ‘ς το μνήμα μου ‘γροικήσω
το φοβερό το κάλεσμα, τη φοβερή φωνή του,
κάμε, Παρθένα μου, κ’ εγώ τον Άδη να νικήσω,
κ’ εκεί ‘ς τη δόξα τ’ ουρανού να χαίρωμαι μαζί του!
###
Ο Κώστας Πασαγιάννης, άλλος της Επτανησιακής σχολής εκπρόσωπος, εις το ποίημά του το φέρον τον τίτλον «ο θρήνος της Μητέρας» μας δίδει εις πονεμένους και συγκινητικούς στίχους τον θρήνον της Θεοτόκου εμπρός εις τον Σταυρόν. Είναι εμπνευσμένον από τον αριστουργηματικόν επιτάφιον θρήνον «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον κ.λ.π.»:
Ω, άνοιξη γλυκειά μου,
γλυκύτατο παιδί μου,
πού εχάθη η ομορφιά σου;...
πώς έσβυσε, ακριβέ μου,
το θείο σου χαμογέλιο
κι ο τρυφερός σου ο λόγος
στην άμοιρη μαννούλα;...
Έτσι λοιπόν σε χάνω,
γλυκέ μου, από τον κόσμο,
που επάσχισες να σώσης
από την αμαρτία;
Έτσι άξαφνα σε χάνω
χωρίς καμμιάν αξία;...
Ωιμέ! και πώς θα ζήσω,
γλυκέ μου κι’ ακριβέ μου;
Ωιμέ! και πώς θα ζήσω
χωρίς εσέ στον κόσμο,
χωρίς τα δυο σου μάτια,
χωρίς το θείο σου γέλιο,
τον τρυφερό σου λόγο
στην άμοιρη μαννούλα;...
###
Και από τους ρομαντικούς ποιητάς οι περισσότεροι έχουν αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Ιδιαιτέρως πρέπει μεταξύ αυτών να γίνη μνεία του Ηλίου Τανταλίδου, ο οποίος εις την συλλογήν του «ωδαί θρησκευτικαί και εκκλησιαστικαί», έχει αφιερώσει διάφορα ποιήματα εις την Παναγίαν το «εις τα εισόδια της Θεοτόκου», «εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου», «εις την κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου», κ.λ.π.
Επίσης κι ο Παναγιώτης Σούτσος και άλλοι ρωμαντικοί έγραψαν ποιήματα εις την Θεομήτορα σχετικά με θέματα καθαρώς θρησκευτικά, πατριωτικά ή λυρικά.
Αλλ’ εκείνος εκ των ρωμαντικών ποιητών ο οποίος τρέφει ιδιαιτέραν αγάπην προς την Παναγίαν και ο οποίος αφιέρωσεν εις αυτήν πολλά ποιήματά του είναι ο Αχιλλεύς Παράσχος.
Ο αρχηγός ούτος της ρωμαντικής σχολής εις το ποίημά του εις την «Ευαγγελίστριαν – 25ην Μαρτίου» δοξάζει την Παρθένον διότι αν κατά την ημέραν εκείνην εδώρισε εις όλον τον κόσμον την αύραν της ζωής, εις την Ελλάδα εδώρισε ταυτοχρόνως δύο χαρές: την Βηθλεέμ και την Αγίαν Λαύραν, τον Σταυρόν και την Σημαίαν• εις το ποίημά του «προς την Παναγίαν» παρακαλεί την Παρθένον όπως μεσολαβήση εμπρός εις το άγιο παιδί της και του παράσχη την γαλήνην της ψυχής, και, τέλος, εις το γνωστότατον ποίημά του «προ της Παναγίας» εις τόνον λυρικόν γεμάτον ειλικρίνειαν και πίστιν ικετεύει την βασίλισσαν των ουρανών, όπως σώση την ασθενή φίλη του. την αγαπημένην του Μαρίαν :
Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου•
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου....
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:
Βασίλισσα των ουρανών , λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει...
Όχι• δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;
Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία,
ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη,
στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη
σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι,
να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία,
λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία,
μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της,
εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη,
δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.
Ναι• αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα,
αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα,
αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία,
κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία,
δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι,
να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!
###
Και εις τους ποιητάς των Αθηνών οι οποίοι ακολουθούν τους ρωμαντικούς, το θέμα της Παναγίας εξακολουθεί να είναι ένα από τα πλέον συνήθη και αγαπητά.
Ο Παπαδιαμάντης, ο Προβελέγγιος, ο Δροσίνης, ο Πορφύρας και οι άλλοι αφιερώνουν ποιήματα εις την Μητέρα του Θεού, περιγράφοντες τον πόνον της διά την απώλειαν του υιού της ή ζητούντες παρ’ Αυτής βοήθειαν και παρηγορίαν.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο εκλεκτός αυτός πεζογράφος της Σκιάθου γεμάτος θρησκευτικήν πίστιν και Χριστιανικήν αγάπην γράφει το ποίημα «εις την Παναγίτσα στο Πυργί», όπου εμπνευσμένος από τον ψαλμόν του Δαυΐδ ζητεί από την Παναγίαν την γαλήνην και την άνεσιν του πραγματικού πιστού:
Χαίρετ’ ο Ιωακείμ κ’ η Άννα
που γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στην Παναγίτσα στο Πυργί!
Χαίρεται όλ’ η έρημη ακρογιαλιά
κι ο βράχος κι ο γκρεμνός αντίκρυ του πελάγους,
που το χτυπούν άγρια τα κύματα
χαίρεται απ’ την εκκλησίτσα,
που μοσχοβολά πάνω στη ράχη.
Χαίρεται τ’ άγριο δένδρο, που γέρνει
το μισό απάνω στον βράχο, το μισό στον γκρεμνό•
χαίρετ’ ο βοσκός που φυσά τον αυλό του,
χαίρετ’ η γίδα του, που τρέχει στα βράχια,
χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα.
Κ’ η πλάση όλη αναγαλιάζει
και το φθινόπωρο ξανανιώνει η γης
σα σεμνή κόρη που περίμενε χρόνια
τον αρραβωνιαστικό της απ’ τα ξένα
και τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργά•
και σαν τη στείρα γραία που γέννησε θεόπαιδο
κ’ ευφράνθη στα γεράματά της!
Δώσ’ μου κ’ εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.
###
Ο Ιωάννης Πολέμης εις το ποίημά του «στο δρόμο του θανάτου», μας περιγράφει τας τελευταίας στιγμάς του ανθρώπου ο οποίος εγκαταλείπων την μετρημένην αυτήν ζωήν της γης, βαδίζει προς την αμέτρητον ζωήν των ουρανών και ενώ ετοιμάζεται διά το μεγάλο ταξείδι βλέπει από την μίαν πλευράν τον κακόν κόσμον να ουρλιάζη υπό το βάρος της αμαρτίας και της κακίας και από την άλλην πλευράν την μητέρα του να κλαίη και τότε την ξάστερη ματιά του θολώνει δάκρυ πικρό:
Ολόσκυφτ’ ανεβαίνοντας το δρόμο του θανάτου
για μια στιγμή εσταμάτησεν Εκείνος,
όχι από το βάρος του Σταυρού του. Γήϊνος θρήνος
σαν δειλός διαβάτης έκρουσε τ’ αυτιά του
γεμάτα ουράνιους ύμνους. Τι τον δένει
με τη ζωή της γης τη μετρημένη;
Σε αμέτρητη ζωή πηγαίνει τώρα.
Για μια στιγμή εσταμάτησε κ’ έστριψε πέρα
την όψι του ουρανόχυτη. Μια μαυροφόρα,
σαν ίσκιος, σαν δικός του ίσκιος, η Μητέρα,
θρηνολογούσε. Ολόγυρα χιλιάδες χίλιοι,
θαρρώντας πως η Νέμεσι τους είχε στείλει,
λυσσομανούσαν κι’ ούρλιαζαν, σαν σκύλοι
στο διάβα ανεμοδρόμου καβαλλάρη.
Όλη η κακία της γης τον είχε συνεπάρει
σαν χείμαρρος πλημμύρας. Τι τον δένει
με την ζωή της γης; Γιατί ανεβαίνει
στα μάτια του, θολώνοντας την ξάστερη ματιά του,
δάκρυ κρυφό, σαν να ποθή στην ώρα του θανάτου,
τη ζωή, που αφίνει, τη στερνή του ημέρα:
Ούρλιαζεν ο κόσμος, έκλαιγε η Μητέρα.
###
Εις ένα μικρό στιχούργημα «το εικονοστάσι» ο Γεώργιος Δροσίνης βλέπει ένα περιστέρι κυνηγημένο από γεράκι να ζητή καταφύγιον εις το εικονοστάσι της Παναγίας και τότε του φαίνεται ότι η όψις της Θεοτόκου προσέλαβε χαρούμενον τόνον διότι έφερεν εις την μνήμην της το άλλο εκείνο περιστέρι το οποίον της είχε φέρει το πρώτον θεϊκόν μήνυμα εις την Ναζαρέτ, την ημέραν του Ευαγγελισμού:
Κυνηγημένο από το γέρακα
φτερούγισε να ξαποστάση
το περιστέρι το χιονόφτερο
στης Παναγιάς το εικονοστάσι.
Της Παναγιάς η όψη ρόδισε:
θυμάται εν’ άλλο περιστέρι,
που του Θεού το πρώτο μήνυμα
στη Ναζαρέτ της είχε φέρει..
###
Ο Πετιμεζάς Λαύρας εις το ποίημά του «Ικέτις Σου» προσφεύγει εις την Εκκλησούλα του βουνού και έρημος και ορφανός ζητεί να εύρη βοήθειαν και στήριγμα και εκεί πραγματικώς, ανάμεσα εις τα αγιοκέρια και τον λιβανωτόν, αισθάνεται να παρασύρεται εις άλλους κόσμους και ενώ ο εσπερινός γλυκά σημαίνει ακούει την φωνήν της Θεοτόκου, η οποία τον βεβαιώνει ότι είναι πάντοτε παρούσα πρόθυμος να συνδράμη τους προσφεύγοντας εις αυτήν΅
Ικέτης σου έτρεξα, εκκλησούλα του βουνού,
με τον βαθύν αντίλαλο του εσπερινού,
κ’ είμαι ορφανός. Και ζήτησα να βρω αντιστύλι,
στ’ ασημοκαντηλιού το φως που μούχες στείλει
μακρυά καθώς παράδερνα στην ερημιά,
του κάμπου πετροκαλαμιά.
Κι’ ήρθα. Αγιοκέρια λάμπανε: λιβανωτός,
καπνές με πήρε στην αγκάλη του παντός.
Κ’ είμαι ορφανός. Μα ο εσπερινός γλυκά σημαίνει,
κι’ άκουσα μια φωνή, μυστηριακή να βγαίνη:
-Εδώ ειμ’ εγώ! των ουρανών η Πλατυτέρα,
για όλους Μητέρα.
###
Ο Βάρναλης έχει επίσης γράψει πολλούς στίχους αφιερωμένους εις την Παναγίαν, εις την γνωστήν συλλογήν του «το Φως που καίει». Εις το ποίημά του «οι πόνοι της Παναγίας», περιγράφει τον σπαραγμόν της καρδιάς της μητέρας η οποία βλέπει τον υιόν της να θυσιάζεται διά τους ανθρώπους, οι οποίοι, άδικοι και κακοί, δεν κατορθώνουν να διακρίνουν το θεϊκόν Του φως, αλλά καταδιώκουν και κακοποιούν τον Σωτήρα των. Είναι η κραυγή του πόνου της Παναγίας, η οποία βλέπει πόσον μακράν του υιού της ευρίσκονται οι άνθρωποι, πάντοτε έτοιμοι να καταφερθούν και πάλιν εναντίον του και να τον σταυρώσουν και πάλιν επί του Σταυρού:
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι’ από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι’ αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κ’ ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι’ αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
###
Συγκινητικόν είναι και το ποίημα του Μιχαήλ Αργυροπούλου «στην εικόνα της Παναγίας», όπου ο ποιητής εις το πρόσωπον της Παρθένου, βλέπει την πατρίδα, το παρελθόν και το μέλλον, το σπιτάκι του και τους δικούς του, οι οποίοι σμίγουν μαζί του εις τα ξένα διά της Αγίας Εικόνος:
Σκόρπα στην καμαρούλα μου και στη ψυχή μου αιώνια
την άγια ευχή, που σκόρπισε κι’ Εκείνος πριν Σε στείλη.
Φέρνε τη δόξα του ναού, κι’ απ’ τα παλιά τα χρόνια,
κι’ άπλωνε γύρω μου το φως απ’ τ’ άσβυστο καντήλι.
Εσ’ είσαι. Συ η πατρίδα μου και Συ τα περασμένα,
τα τώρα, τα μελλούμενα, ο κόσμος όσο ζω.
Με τ’ ορφανό σπιτάκι μου με σμίγεις Συ στα ξένα,
κι’ ειν’ οι δικοί μου πλάϊ Σου και πλάϊ μου μαζί.
Δυνάμωνέ μου στέρεα την πίστη μου, άγια Εικόνα,
και δείχνε μου την πατρική και τιμημένη στράτα.
Γενού του νού μου ο λογισμός, του πόθου μου η κορώνα,
και πύργωνέ μου την καρδιά και θέριευε τα νιάτα.
###
Εις το ποίημά του «μπρος στην Παναγία» ο Απ. Μαμμέλης παρακαλεί με ταπείνωσιν την Θεομήτορα να δεχθή κι’ αυτόν «άθλιον διαβάτην « γεμάτον πίστιν και πόνον εις τον ναόν της και να τον αφήση εμπρός εις την Εικόνα της να σιγοσβήση:
Του Λυτρωτή Μητέρα, ω Παναγία,
το άφραχτο, θείο φως που συμβολίζεις
κυρίαρχη, υπερκόσμια, που γνωρίζεις
τη μυστικλη μου τρίσβαθη λατρεία
στο πάνσεπτό Σου Εγώ• Συ, που τα θεία
φωτοστάλαχτα οράματα σκορπίζεις
στους τρισκότεινους κόσμους κι’ αργυρίζεις
των δυστυχών, σα στοργική οπτασία,
τις άφεγγες αυγές, δέξου και μένα
του σκοταδιού τον άθλιο διαβάτη,
φέρνοντας μια ψυχή πόνο γεμάτη
ως πίστη με αγριολούλουδα αγνισμένα
τα δάκρυά μου κι’ άσε με σκυμένος
να σιγοσβύσω μπρος Σου... εξαϋλωμένος!
###
Ο Άγγελος Σικελιανός εις την «Παρηγορήτισσαν», απευθύνεται προς την Παρθένα μάννα, την προστάτριαν και ασπίδα του στρατού από την οποίαν ζητεί την επέμβασιν και την μεσολάβησίν της προς προστασίαν του Ελληνικού στρατού,διά να κατορθώση αφού νικήση τον εχθρόν και κάθε εμπόδιον να εισέλθη εκεί όπου λατρεύεται ο αληθινός Θεός:
Παρθένα μάννα, του στρατού σου ασπίδα,
των πρώϊμων μυγδαλιών θα ρεψ’ η ελπίδα,
στους βωμούς της Ηπείρου, οπού φλογίζουν;
Παρθένα μάννα, εσώθη το φεγγάρι,
που φώταε τη μεγάλη σου χάρη
κι’ οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν.
Σε ρημοκκλήσια, οπού μια φλόγα τρέμει
του χλωμού καντηλιού σου και οι ανέμοι
κι’ η βροχή παραδέρνουν ναν τη σβύσουν
κι’ οι λαβωμένοι, βογγούν για τα χάδια,
τα δροσοπάροχά σου, στα σκοτάδια,
μεταλαβή τους πριν να ξεψυχήσουν.
Κυρά, που δρόσο ερίχναν τα μαλλιά σου,
να κοιμηθή η σκλαβιά στην αγκαλιά σου,
οπού μπροστά σου όση είναι δάφνη στέκει
κι’ όσο λιβάνι για τα γόνατά σου
κι’ απ’ την παρηγορήτραν ομορφιά σου
παίρνει όση χάρη έχει το τουφέκι.
Που τα βαθειά Γιαννιώτικα περβόλια
μοσκοβολάν για τη δική σου ανάσα,
που τάμα σου χρυσώνανε τα βόλια,
κι’ η έρμη πολιτεία σου ετάχτη πάσα
σα νύφη και σα χήρα, οπού τη δόλια,
μοίρα της σκέπει σε καλόγριας ράσα,
άπλωσ’ τα χέρια στο χαμό κι’ ας γύρει
η χάρη σου, καθώς σε πανηγύρι,
Παντάνασσα, κι’ ας βρη το μονοπάτι,
πέρα απ’ το δρόμο, με κορμιά στρωμένο,
που περιμένει το συγυρισμένο,
για να σε πάει, στα Γιάννινα, άσπρον άτι!
Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι
ως την στερνή τόπιαμε στάλα• δράμε
εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.
Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε
όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.
Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν!
Στο ναό σου, όλος να μπη ο στρατός σου, κάμε!
###
Μe πατριωτικόν χαρακτήρα και αναφερόμενος εις τον τελευταίον πόλεμον αφιέρωσεν ποίημα εις την Παναγίαν και ο Λέων Κουκούλας με τίτλον «τη υπερμάχω στρατηγώ», όπου ικετεύει την Θεοτόκον όπως επέμβη και πάλιν, ίνα αφ’ ενός μεν τιμωρήση τον βάρβαρον εχθρόν όστις έρχεται να διαταράξη την ειρήνην του λαού και να καταστρέψη ό,τι πολυτιμώτερον και αγιώτερον έχει, και αφ’ ετέρου να οδηγήση τους γεναίους εις τον δρόμον της αρετής διά να γράψουν ένα νέο Μαραθώνα:
Πανάχραντη μητέρα του Θεανθρώπου,
που να ευλογεί το χέρι σου έχει μάθει
κι’ ευλόγησε ως και τους ανίερους όπου
του γιού σου έβαλαν στέφανο απ’ αγκάθι,
Ρήγισσα τ’ ουρανού, που είταν ειρήνης
κ’ είταν αγάπης ο ευαγγελισμός Σου,
στέρξε άλλη μια φορά οδηγός να γίνεις
και την αρματωσιά της μάχης ζώσου.
Βάρβαροι σηκωθήκανε και πάλι
το άσπιλο σκήνωμά Σου να μολέψουν,
σαν του Χοσρόη τα στίφη ήρθανε κι’ άλλοι
το τίμιο ξύλο, Δέσποινα, να κλέψουν.
Για νάναι πια ο ζευγάς δίχως χωράφι,
κι’ ο ναύτης στους γιαλούς χωρίς πυξίδα,
κι’ άδειοι να μείνουν οι ακριβοί μας τάφοι
και η Λευτεριά στη γη χωρίς πατρίδα.
Με τη ρομφαία στο χέρι το αλαφρό Σου,
που πιο πολύ του στέκει το άγιο κρίνο,
μες στην καπνιά της μάχης φανερώσου
και κάνε την ιαχή του οχτρού μας θρήνο.
Στρατολάτισσα υπέρμαχη, τα λίγα
παιδιά μας, τα γενναία και τ’ αντρόφονα,
στης αρετής το δρόμο πάντα οδήγα,
το νέο μας να γράψουν Μαραθώνα.
###
Τελειώνομεν με ένα ποίημα του πολυκλαύστου Βερίτη, ο οποίος εις το «Ελλήνων Ύμνος» χαρισμένο εις τους ηρωϊκούς πολεμιστάς μας, ευχαριστεί την οδηγήτριαν διά την νίκην, την οποίαν έδωσε εις τα Ελληνικά όπλα και, βεβαιώνων Αυτήν ότι η Ελληνική ψυχή εις οιανδήποτε καταιγίδα και αντιξοότητα υψώνεται προς Αυτήν, την παρακαλεί να ευρίσκεται πάντοτε πλησίον εις την μητέρα Ελλάδα στεφανούσα αυτήν με τον στέφανον της αμαράντου δόξης:
Μεσ’ του πολέμου τον καπνό και την ανεμοζάλη,
θερμό η ψυχή μας, Δέσποινα, τραγούδι θα σου ψάλη.
Δος να το πάρη ανάλαφρα στα μύρα της η αύρα
και να το φέρη ως τ’ άχραντα παρθενικά σου αυτιά,
κι’ από τα στήθια μας αυτά που τάχει ατσαλωμένα
της μάχης η φωτιά.
και που τα θέριεψε με μιας του δίκιου αγώνα η λαύρα,
δέξου η φωνή μας να υψωθή, Παρθένε, προς Εσένα.
Χαίρε του θείου μας Λυτρωτή Μητέρα ευλογημένη,
που με το φως Του το λαμπρό κι’ αγνό ωδηγημένοι,
κηρύξαμε τ’ αθάνατα, τρανά κι’ ωραία μηνύματα
μεσ’ στους λαούς που δέρνονταν στης απιστίας τα κύματα.
Σ’ ευχαριστούμε ολόψυχα, γλυκειά παρηγοριά μας,
και δύναμι του Γένους μας, κι’ ελπίδα και χαρά,
που ως είδες τα όρνια κι’ άπλωσαν τα μαύρα τους φτερά
και χύμηξαν μ’ άγριους κρωγμούς, της μαύρης ώρας γένες,
στο αίμα να πνίξουν την τιμή και την ελευθεριά μας,
εσύ Μητέρα, που ποτέ δεν έμεινες μακρυά μας,
χίλιες δυνάμεις μέσα μας ανάστησες κρυμένες.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα χυθήκαμε στη μάχη,
ανίκητη, απροσμάχητη, πανίσχυρη Κυρά,
και μας εχάρισες εσύ τετράδιπλα φτερά,
για να διαβαίνουμε γοργοί• κι’ ούτε κορφή, ούτε ράχη,
κι’ ούτε άγρια, χιονοσκέπαστα, πανύψηλα βουνά,
δεν μπόρεσαν μηδέ στιγμή να κόψουν την ορμή μας.
Η Χάρι σου, Οδηγήτρα μας, στα βάθη μας περνά,
και χύνει φλόγα στην ψυχή κι’ ατσάλι στο κορμί μας.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα, αναστήσαμε
των Περσομάχων τις ψυχές και των Αβαρομάχων,
τις δάφνες των Θερμοπυλών, τα κλέη των Νικηφόρων,
του Βυζαντίου την πίστη.
Και την στιγμή που ακράτητοι για τον αγώνα ωρμήσαμε,
και με λαχτάρα εψάλαμε τον ύμνο «τη Υπερμάχω»,
μαζύ μας έσμιξαν σεπτών φωνές αυτοκρατόρων,
πούχαν εσένα πρόμαχο κι’ είχαν εσένα ρύστη.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα χαρίσαμε
στη δοξασμένη μας φυλή μιαν άλλην Άγια Λαύρα,
και της σκλαβιάς τα σύννεφα τα σκοτεινά και μαύρα,
που σέρνονταν βαρειά στη γη κι’ εθόλωναν τ’ αστέρια,
εμείς δαυλόν ανάβοντας, Παρθένε, τα σκορπίσαμε
-δαυλό θυσίας και λυτρωμού. Και σφίγγοντας στα χέρια
ό,τι ακριβόν απόμεινε κι’ αμόλυντον στη γη,
πετάμε προς του ιδανικού τα φωτεινά λημέρια,
που κάποια λάμψη απόκοσμη τα πορφυροχρυσώνει,
για να χαρούμε πρώτοι εμείς την άγια χαραυγή
της Πίστης και της λευτεριάς που γλυκοξημερώνει.
Ω χαίρε, χαίρε, αθάνατη Παρθένα και Μητέρα!
Μεσ’ στου πολέμου την οργή και μεσ’ στην καταιγίδα,
σε σένα υψώνεται η ψυχή κι’ ο νους μας νύχτα-μέρα.
Ω θεία του Γένους και γλυκειά παρηγοριά κι’ ελπίδα,
για την απάντεχη χαρά, για την τιμή την τόση,
για την ουράνια δύναμι, που Εσύ μας έχεις δώσει,
όσο θα ζη η Ελλάδα μας, Μητέρα τρισμεγάλη,
τη δόξα σου θα ψάλλη!
###
Θα ηδύνατο να προσθέση κανείς και πολλά άλλα ποιήματα. Ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Προβελέγγιος, ο Μαλακάσης, ο Δελής, ο Αργυρόπουλος, ο Ζερβός, ο Σπεράντζας, ο Δούρας, ο Πετρίδης, ο Μαμμέλης, ο Μοσχονάς, ο Στρατήγης, ο Αθάνας κ.ά. έχουν όλοι γράψει στίχους με θέμα την Παναγίαν. Όπως ο Ελληνικός λαός και η Ελληνική ψυχή, τοιουτοτρόπως και οι Έλληνες ποιηταί εις κάθε βαθύ αίσθημα, εις κάθε σημαντικήν περίστασιν της ζωής των στρέφονται προς την Παναγίαν, εις ώρα πόνου ή χαράς, θλίψεως ή ευτυχίας και απ’ αυτήν ζητούν παρηγορίαν ή δύναμιν, προστασίαν και σκέπην δι’ αυτούς ως άτομα, δια την αγαπητήν πατρίδα, διά την ανθρωπότητα όλην. (*)
________________________________
Σημειώσεις:
1.- Γ.Ζώρα: «Η Παναγία και η συλλογή Άνθη Ευλαβείας», Ελληνική Δημιουργία, 15 Αυγούστου 1949.
2.- Περί της συλλογής βλ. «Άνθη Ευλαβείας εις την μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας», Ανατύπωσις από την έκδοσιν του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου Βενετίας ΑΨΗ. Πρόλογος Γ. Βλαχογιάννη –Επιμέλεια, σημειώσεις κ.τ.λ. Αγγέλου Ν. Παπακώστα, Μεταφρ. από ιταλικά Θ.Νόβα.- Αθήναι 1950.
3. – Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α’ σ. 111-113
4.- Βλ. Γ. Ζώρα: «Η Παναγία και η συλλογή Άνθη Ευλαβείας», ενθ. αν.
5.- Κ. Καιροφύλα: «Ο άγνωστος Σολωμός».
( * ) Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από ευρυτέραν Συλλογήν νεοελληνικών ποιημάτων αναφερομένων εις την Παναγίαν.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Το ίδιο το κείμενο μπορεί να το διαβάσει κανείς και μέσα στην «Μυριόβιβλο»