Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Τι λένε οι Έλληνες ποιητές για την Παναγία;


Τι λένε οι Έλληνες ποιητές για την Παναγία;

Ένα απάνθισμα ποιητικών κειμένων, αλιευμένων μέσα από την Νεοελληνική Γραμματεία, έτσι όπως ακριβώς δημοσιεύθηκε στο περίφημο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», αριθμός τεύχους 61, του έτους 1950, το οποίο αναφέρεται στο θείο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Αειπαρθένου Μαρίας, της Παναγίας των Ελλήνων!
ΕΠΕΙΔΗ το έτος 1950 έχει σημαδέψει και τη ζωή του γράφοντος, αφού είναι η χρονολογία γεννήσεώς του, μία ευχάριστη έκπληξη ήταν η στιγμή κατά την οποίαν, ανοίγοντας το πολυθρύλητο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», αριθμός τεύχους 61, του έτους 1950, είδα ένα εκπληκτικό απάνθισμα Ελλήνων ποιητών για την Παναγία!
Το λιγότερο, που έπρεπε να κάνω, είναι η άμεση προώθηση του κειμένου αυτού στους φίλους και τις φίλες της ιστοσελίδας μας, με την ελπίδα να το προωθήσουν παντού, ώστε να μην υπάρχει Έλληνας ή Ελληνίδα που να μη το γνωρίζει!
Αξίζει τον κόπο να ρίξει κανείς τη ματιά του σ’ αυτό το κείμενο για να διαπιστώσει όχι μόνο το μεγαλείο της ανθρωπίνης ψυχής ή της μεγάλης ποιητικής φλέβας των Ελλήνων ποιητών, αλλά και το ιερόν πάθος για την Μητέρα του Χριστού, όπως ήταν και είναι η Παναγία μας.
Καλή ανάγνωση:
Γεώργιος Θ. Ζώρας
Η Παναγία εις την Νεοελληνικήν Ποίησιν
Ελληνική Δημιουργία, αρ. 61, 1950

Ασχολούμενος άλλοτε με το θέμα της Παναγίας και της συλλογής «Άνθη ευλαβείας» (1) έγραφα ότι, η Παρθένος, η γλυκεία μήτηρ του Θεανθρώπου, σύμβολον αγιωσύνης και αγνότητος, αλλά ταυτοχρόνως και μητρικής αγάπης και πόνου, απετέλεσεν εις όλας τας εποχάς θέμα ιδιαιτέρως προσφιλές εις τους ποιητάς, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι της εποχής μας, και εις την ορθόδοξον Ανατολήν και εις την καθολικήν Δύσιν.
Εις την φιλολογίαν αυτήν, την πρώτην θέσιν κατέχει αναμφιβόλως η βυζαντινή υμνογραφία. Ουδέποτε άλλοτε η μορφή της Θεοτόκου εύρε τόσον υψηλόν, τόσον λυρικόν και τόσον εμπνευσμένον από βαθυτάτην πίστιν ύμνον:
Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει,
Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει…
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς…
θα ψάλλουν προς την Θεομήτορα οι απελευθερωθέντες εκ του εχθρικού κινδύνου Βυζαντινοί, ο δε νεώτερος Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως, Ρωμανός ο Μελωδός, θα υμνήση κατά τον συγκινητικώτερον τρόπον τον πόνον της δυστυχούς Μητρός, ήτις βλέπει αγόμενον εις τον βωμόν του μαρτυρίου και της θυσίας το ίδιον αυτής τέκνον:
Τον ίδιον άρνα
η αμνάς θεωρούσα
προς σφαγήν ελκόμενον
ηκολούθη Μαρία
τρυχομένη
μεθ’ ετέρων γυναικών
Και εις τας επομένας εποχάς, η ελληνική μούσα δεν έπαυσε να αφιερώνη εις την Θεοτόκον ωραιοτάτους στίχους πλήρεις αγάπης, θαυμασμού και ικεσίας, πολλά δε ποιήματα εγράφησαν εις δόξαν της Παρθένου είτε κατ’ απομίμησιν των «Χαιρετισμών», είτε και όλως πρωτότυπα.
###
Μεταξύ των ποιημάτων τούτων ιδιαιτέρας μνείας είναι άξια, τα στιχουργήματα τα περιεχόμενα εις μίαν ιδιόρρυθμον συλλογήν, γνωστήν υπό τον τίτλον «Άνθη ευλαβείας» (2), οφειλομένην εις τους τροφίμους του γνωστού Φλαγγινικού ιεροδιδασκαλείου, το οποίον είχεν ιδρυθή εις Ενετίαν με κληροδότημα του Θωμά Φλαγγίνου και του οποίου η λειτουργία ήρχισεν από το έτος 1664.
Εις την συλλογήν ταύτην. της οποίας ο πλήρης τίτλος είναι «Άνθη ευλαβείας, εκχυθέντα εις την πανένδοξον μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας παρά τινων του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου τροφίμων τε και σπουδαίων, επιστασία και επανορθώσει του πολυμαθεστάτου αυτής ιεροδιδασκάλου Ιωάννου Πατούσα του εξ Αθηνών Γυμνασιάρχου του ρηθέντος φροντιστηρίου και πανευλαβώς αφιερωθέντα τω Πανιερωτάτω και Σοφωτάτω Κω Κω Μελετίω Τυπάλδω Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Υπερτίμω και Εξάρχω πάσης Λυδίας και των εν ταις κλειναίς Ενετίαις Ελλήνων αξιοπρεπεστάτω προέδρω –Ενετίησιν αψη» (1708), δημοσιεύονται πεζογραφήματα και ποιήματα αφιερωμένα, κατά το πλείστον, εις την Παναγίαν. Πρόκειται περί έργων, αν όχι εξαιρετικής σημασίας πάντως αξιολόγων, ιδία όσον αφορά εις την πρωτοτυπίαν και τον χρόνον της συνθέσεως αυτών, περί των οποίων ο Δημαράς γράφει τα εξής: «Πολλή τέχνη, αλλά και πραγματική ποιητική εμπνεύση επεξεργάζονται τα ποιήματα αυτά, που αποτελούν την πρώτη μεγάλη επίτευξη ύστερ’ από τα χρόνια της Κρήτης. Είναι πραγματικά άνθη μέ όλο το άρωμά τους, με τη γοητεία των ποικίλων χρωμάτων τους• αλλ’ άνθη φυτεμένα μέσα σ’ ένα θερμοκήπιο: αν δένουν με τα περασμένα όμως δεν δημιουργούν προηγούμενο, Η εμφάνισή τους έχει κάτι τεχνητό, που φανερώνεται όχι μόνο στην κατασκευή τους, αλλά και στο γεγονός ότι έμειναν χωρίς συνέχεια» (3).
Ιδού εν δεκατετράστιχον της συλλογής, το οποίον οφείλεται εις τον Αντώνιον Στρατηγόν, λόγιον καταγόμενον μεν εκ Κρήτης, γεννηθέντα δε εις Κέρκυραν, και έχει τον τίτλον: «Ότι ο θάνατος της Θεομήτορος εστάθη θεϊκή αγάπη»:
Είχε λάμψ’ η αυγή, εις την οποίαν
ώρισεν ο Θεός ν’ αποσηκώση
στ’ άστρα από τον κόσκον την Μαρίαν
κι ως Κυράν του παντός να στεφανώση.
Απείκασεν ευθύς νεύσιν την θείαν
ο έρωτας, γοργά όθεν να σώση
χρυσόπτερος πετά στην Παναγίαν΄
και θάνατον γλυκύν αυτής να δώση.
Τοτ’ ευλαβής, βέλος χρυσόν τεντώνει
κ’ εκείνην την καρδίαν την αναμμένην
με φλογές θεϊκές γλυκά πληγώνει.
Αν η κόρη νεαρά ετζ’ απομένη
τούτο τον νουν της ας μη θολώνη
γιατί πόθον θανή δεν υπερβαίνει.
Ιδού και δεύτερον δεκατετράστιχον εκ της ιδίας συλλογής, το οποίον έγραψεν ο εκ Κεφαλληνίας ιεροδιάκονος Φραγκίσκος Κολουμπής, φέρει δε τον τίτλον «Εις την μετάστασιν της Πανάγνου»:
Σαν εις άρμα λαμπρόν, στα χρυσωμένα
των αγγέλων φτερά, επέτα η θεία
Μητέρα του Θεού, εις την οποία
ήταν όλα τα κάλλη μαζωμένα.
Τούτα βλέπουσ’ η γη με πικραμένα
μάτια με στεναγμούς, είπε : «Μαρία
πού μ΄ αφίνεις εδώ στην ερημία;
ή πώς να ζήσω ‘γω χωρίς εσένα;»
Είναι πολεμικός νόμος να σέρνη
πίσω του ο νικητής τους νικημένους
όταν θριαμβικήν δόξα λαβαίνη.
Κι’ εμέ και τους υιούς μου υποκειμένους
έκαμες. Μαρία• λοιπόν τυχαίνει
να μας σύρης αυτού γλυκά δεμένους.(4)
Και η δημοτική μούσα έχει επίσης αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Εκτός από το γνωστόν εκείνο το αναφερόμενον εις την Αγίαν Σοφίαν, εις το οποίον ο λαϊκός ποιητής συνεχίζων την παράδοσιν βλέπει την απελευθέρωσιν του έθνους συνδεομένην με το πρόσωπον της Θεοτόκου, προστάτιδος της Κων/λεως:
Η Δέσποινα ταράχθηκε και δάκρυσαν οι εικόνες,
σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς πάλι δικά μας είναι.
Kαι άλλα δημοτικά ποιήματα έχουν ως κεντρικόν πρόσωπον την Παναγίαν, όπως είναι διάφορα καθαρώς θρησκευτικού περιεχομένου, άλλα αναφερόμενα εις θρησκευτικάς εορτάς κ.λ.π. Ιδιαιτέρως αξίζει να αναφέρωμεν εδώ δημώδες ποίημα, φέρον τον τίτλον «το μοιρολόγι της Παναγίας»:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερ’ άγγελοι, αρχάγγελοι, όλοι μαυροφορούνε,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα πάνε κι’ έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της,
την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
Ακούει βροντές, ακούει αστραπές και ταραχές μεγάλες,
προβάλλει, από τη θύρα της να δη στη γειτονιά της.
Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα
ακούει φωνή, ακούει λαλιά απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Σώσε, κερά μου Παναγιά, τούτηνε δα την ώρα
και τον Υγιό τον επιάσανε και στο σταυρό τον πάνε.»
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη,
και, σαν την συνεφέρανε, τούτο το λόγο λέει:
«Όσοι πονάτε το Χριστό, όλοι κοντά μου ελάτε.»
Η Μάρθα , η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάννα,
του Ιακώβ η αδελφή, κ’ οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Τηράν ζερβά, τηράν δεξιά, κανένα δε γνωρίζουν,
τηρούν και πιο δεξιώτερα, θωρούν τον Άϊ-Γιάννη.
«Άϊ μου Γιάννη, Πρόδρομε και βαπριστή του γιού μου,
μην είδες μου το τέκνο μου και σε το δάσκαλό σου;»
«Ποιος έχει χείλη να στο πη, καρδιά να μολογήση,
ποιος έχει χειροπάλαμα για να σου τονε δείξη»;
«Έχεις και χείλη να το πης, καρδιά να μολογήσης,
έχεις και χειροπάλαμα, για να μου τόνε δείξης.»
«Θωρείς εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου κ’ εμέ διδάσκαλός μου.»
Η Παναγιά, σαν τάκουσε, τούτον τον λόγο λέει:
«Πού ‘ναι γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω;»
Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήση•
μον’ ο Χριστός της μίλησε απ’ τον σταυρόν επάνω:
«Κάμε, μαννούλα, υπομονή και διάφορο δεν έχεις.
Στρώσε τραπέζι θλιβερά να φάνε οι θλιμμένοι
και, το μεγάλο Σάββατο, καθού να μ’ απαντέχης.
Την Κυριακίτσα το πουρνό θα πουν Χριστός Ανέστη,»
Το αυτό περιεχόμενον αναφερόμενον εις την θλίψιν της Παναγίας διά την απώλειαν του υιού της, απαντά επίσης και εις τα διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια, με μικράς ή σημαντικάς παραλλαγάς εις τας λεπτομερείας. Ένα από τα χαρακτηριστικώτερα αυτά ποιήματα, είναι το φέρον τον τίτλον «της Παναγιάς το κλάμα» όπως κυκλοφορεί εις την Κάλυμνον:
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και του Χριστού τον τάφον,
η Παναγιά εκάθητο μόνη και μοναχή της.
‘Κουει βροντές, ‘κουει στραπές και ανταρές μεγάλες•
άγια βόδια σφάζουσιν ή πρόβατα συζεύγουν;
Κάνει να δη την πόρτα της να δη τη γειτονιά της.
Θωρεί πάνω, θωρεί κάτω, θωρεί, ψυχή δεν βλέπει•
θωρεί τον ουρανόν θαμβόν και τ’ άστρα βουρκωμένα
το φεγγαράκι τ’ αγλαμπρόν στο αίμα βουτηγμένον.
Και πάλι κι ανατήρησε θωρεί τον Άϊ-Γιάννη,
θωρεί τον και κατέβαινε κλαμένον και δαρμένον,
κ’ εκράτει μεσ’ τη χείρα του μανδήλι ματωμένον
κ’ εκράτει και στην άλλη του μαλλιά της κεφαλής του.
Κ’ η Παναγιά τον ερωτά κι η Παναγιά του λέγει:
Άϊ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστά του γιου μου,
δεν είδες το παιδάκι μου και τον μονογενή μου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, χείλη να σου μιλήσω
και σιδερένια σωτικά να σου το μολογήσω.
Θωρείς το κείνο το βουνό, το υψηλό, το μέγα
πούχει την μαύρην γη κορφή, τον ουρανό πατέρα;
Εκεί τον έχουν οι ‘βριοί εξόγκωνα δεμένον •
σαν κλέπτη τον επιάσανε σαν πόρνο τον κρατούσι
σαν να χωρίζη αντρόγυνο εκεί τον τυραννούσι.
Βγάζουν το χρυσοσκούφιον και βάζουν του αγκαθένιο.
Βγάζουν το χρυσοζώναρον και βάζουν του τον βάτον.
Η Παναγιά σαν άκουσε λιποθυμιά της ήλθε.
Σταμνιά νερό την ‘πηρετούν τρία καννιά τον μόσχον
και έξη το ροδόσταμον ώστε που να συμφέρη.
Κ’ η Παναγιά συνέφερε κι αυτόν τον λόγον είπεν:
-Ας έλθ’ η Μάρθα η Μαρία και του Λαζάρου η μάννα
και του Προδρόμου η αδελφή και η άλλη η Αλισάβη,
και πάμε να τον πάρουμε προτού μας τον σταυρώσουν
και πριν του βάλουν τα καρφιά και μας τον θανατώσουν.
Στρατί, στρατί, το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι,
και το στρατί τους έβγαλε σ’ ένα μικρό βρυσάκι.
κι εδίψασεν η Παναγιά ‘σκύψεν να πιη λιγάκι.
Κούει χαλκιά κι εχάλκευε, χαλκιά με τα παιδιά του,
χαλκιά με τη γυναίκα του και με τη φαμιλιά του.
-Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ήντανε αυτά που κάνεις;
-Βριοί μου παραγγείλασι περόνια να τους κάμω.
Εκείνοι μούπαν τέσσερα κι εγώ τους κάμω πέντε
τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια
και τ’ άλλο το φαρμακερό να μπήξουν στην καρδιά του
να τρέξη αίμα και νερό να λιγωθή η ψυχή του.
-Μωρή μωρέ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσης,
ουδέ την τραχηλίτσα σου ποτέ να μην αλλάξης:
μωρή μωρέ ατσίγγανε, δείξε μου τον υιόν μου.
Για δείξε μου τον γιόκα μου και τον μονογενή μου.
-Θωρείς εκείνο το βουνό το υψηλό, το μέγα,
πούχει την μαύρη γην κορφή τον ουρανό πατέρα:
Εκεί τον έχουνε οι ‘βριοι εξόγκωνον δεμένον.
Ώρες η Παναγιά ‘κλαιεν, ώρες και μοιρολόγα
στρατί, στρατί το πιάσανε, στρατί το μονοπάτι•
το μονοπάτ’ τους έβγαλεν εις του ληστού την πόρταν
βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
τα έρημα παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα,
κ’ έδεσε τα χεράκια της την πόρτα παρεκάλει:
-Άνοιξε πόρτα του ‘βριού και πόρτα του Πιλάτου!
Κ’ η πόρτα απ’ το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
Μπαίνει πάνω η Παναγιά καθίζει στο κρεββάτι.
-Παρακαλώ σε Μωϋσή, δείξε μου τον υιόν μου.
-Θωρείς τον κείνον τον χλωμόν, κείνον τον κιτρινιάρη;
Εκείνος ειν’ ο γιόκας σου και ο μονογενής σου.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε λιποθυμιά της ήλθε!
-Φέρτε μαχαίρι να σφαγώ κρημνόν για να κρημνίσω
κ’ ένα ποτάμι θάλασσα για να ψυχομαχήσω.
Χριστός απολογήκηκεν όπου ‘ταν σταυρωμένος.
-Μάννα μου, σαν πνιγής εσύ, πνίγονται κι άλλες μάννες•
άμε, μάννα στο σπίτι μας και στο αρχοντικό μας
και πίνε άδολο κρασί κι αφράτο παξιμάδι,
να φαν μαννάδες με παιδιά, παιδιά δίχως μαννάδες
και τα καλά τ’ αντρόγυνα με τους καλούς των άνδρες.
Μάννα το μέγα Σάββατο που παίζουν οι καμπάνες
τότε και συ μαννούλα μου θα ‘δης χαρές μεγάλες.
###
Τα πολυάριθμα ποιήματα των νεωτέρων ποιητών μας τα οποία αναφέρονται εις την Παναγίαν δυνάμεθα να διακρίνωμεν, με την σειράν των, εις διαφόρους κατηγορίας, ήτοι τα αποτελούντα προσευχάς, τα συνδεόμενα με πατριωτικά θέματα, τα καθαρώς λυρικά κ.λ.π..
Εις την πρώτην κατηγορίαν, δηλ. τας προσευχάς, ανήκουν διάφορα ποιήματα, είτε αυτοτελή είτε τμήματα μεγαλυτέρων στιχουργημάτων, μερικά δε έχουν καθαρώς σχολικόν χαρακτήρα και χρησιμεύουν ως προσευχή εις τα σχολεία ή διαφόρους άλλας αναλόγους περιπτώσεις.
Τοιούτον ποίημα είναι του Κώστα Πασαγιάννη με τίτλον «Το παιδί στην Παναγία»:
Ψυχούλα αθώα
γονατιστή
σου στέλνω ολόθερμη
μια προσευχή.
Γλυκειά μητέρα
Θεού, Σε κράζω
ελπίδα ανέσπερη
και σε δοξάζω.
Παρθένα θεία,
σεμνή κι’ αγνή΄
δέξου τη δέησή μου
την ταπεινή.
Παρθένα θεία, σεμνή κι’ αγνή, δόξα Σου, δόξα Σου
Παντοτεινή!...
Ανάλογος προς αυτήν είναι και άλλη προσευχή με τον τίτλον «Στη Μητέρα του Θεού», όπου ο ποιητής παρακαλεί την Θεοτόκον όπως, βοηθήση και ανοίξη ελπιδοφόρον θύραν εις τον δυστυχή, εις τον αιχμάλωτον, εις τον ναυαγόν, εις την χήραν και εις τον ασθενή και προσφέρη εις τον κόσμον όλον την γαλήνην και την χαράν:
Παρθένα, στήριγμα γλυκό, μητέρα του Θεού μας
πούσαι για μας παρηγοριά στο στρώμα και στο νού μας,
όπου κρατάς στη σκέπη σου το ορφανό τη χήρα
κι’ ανοίγεις για το δύστυχο ελπιδοφόρα θύρα.
Βασίλισσα του Ουρανού, πούσαι για μας γαλήνη
κι’ αστέρι που λαμποκοπάς, χωρίς ποτέ να σβύνη,
δροσιά και ανακούφιση στ’ αρρώστου το κλινάρι
που χύνεις μύρα κι’ ευωδίες μ’ όλη την άγια χάρι.
Στο σκλαβωμένο χάρισε ελεύθερη πατρίδα,
στο ναυαγό που δέρνεται, του γλυτωμού σανίδα.
στη χήρα την παρηγοριά, στον άρρωστο υγεία
και στα παιδιά την προκοπή, γλυκειά μου Παναγία.
Στείλε, Μητέρα του Θεού , στον κόσμο τη γαλήνη
κι’ οδήγα κάθε άσπλαγχνο στην ελεημοσύνη.
Τέλος αξίωσε κι’ εμάς, όπου σε προσκυνούμε,
πολίτες τίμιοι, καλοί στον κόσμο να γινούμε.
###
Περισσότερον γνωστή και σημαντικωτέρα είναι «Η προσευχή προς την Παναγίαν» του Ανδρέου Μαρτζώκη, μία προσευχή η οποία εγαλούχησε την ελληνικήν νεολαίαν επί σειράν ετών και υπάρχει εις πλείστας όσας συλλογάς νεοελληνικών αναγνωσμάτων:
Γλυκό του κόσμου στήριγμα,
αθάνατη Μαρία,
Εσύ π’ ακούς τη δέησι
που υψώνουν τα παιδία,
‘ς εσέ την προσευχή μας
που μέσ’ αφ’ την ψυχή μας
βγαίνει για σε θερμά
Έχε, Κυρά, ‘ς τη σκέπη σου
την πικραμένη χήρα,
‘ς τον πεινασμένον άνοιγε
ευσπλαχνική τη θύρα,
δόσε του σκλάβου, Δέσποινα,
ελεύθερη Πατρίδα,
του ναύτη την ελπίδα,
που πλέει ‘ς την ξενητειά.
Ευλόγησε τα ονείρατα
του βρέφους που κοιμάται,
οδήγησε τα βήματα
της κόρης που φοβάται•
στείλε δροσιά κι’ ανάπαυσι
‘ς του αρρώστου το κλινάρι,
έχε ‘ς τη θεία σου χάρι
τα μαύρα τα φτωχά.
Τη μάνα; παρηγόρησε,
πώχει παιδί ‘ς τα ξένα,
και χύσε μίαν αχτί δα σου
εις τον τυφλό, Παρθένα•
κράτα το γάλα αμίαντο
του βρέφους που βυζαίνει,
στρέψε ‘ς την οικουμένη
το βλέμμα ευσπλαχνικό.
Στείλε, σεμνή βασίλισσα,
‘ς το πλάσμα σου γαλήνη,
χύσε ‘ς τα στήθη τ’άκαρδα
αγάπη, ελεημοσύνη•
χάρισε το χαμόγελο
‘ς τα μαραμένα χείλη,
κάμε να γίνουν φίλοι
ο εχθρός με τον εχθρό.
Τ’ ανδρόγυνο που εχώρισε,
Εσύ, Κυρά, ένωσέ το,
διώξε μακρυά την έχθρα του
και πάλι ευλόγησέ το•
ανάπαυσε τα κόκκαλα
που κλει βαθειά το χώμα,
και ζέστανε το στρώμα
της μάνας, του παιδιού.
Δέξου ‘ς τα ουράνια στήθη σου
τ’ ανήλικα. Παρθένα,
που παραιτούν τη μάνα τους
για νάλθουνε σε Σένα,
το χέρι ‘κείνο αντάμειψε
που τ’ ορφανό χορταίνει,
που το κορμί θερμαίνει
του μαύρου του γυμνού.
Ευλόγησε τα δάκρυα,
καλή μας Παναγία,
οπού με σπλάχνος χύνονται
εμπρός ‘ς τη δυστυχία
συχώρεσε και φώτισε
εκείνον που πλανήθη,
και χύσε του ‘ς τα στήθη
την Πίστη την γλυκειά!
Λυπήσου την Ελλάδα μας,
την άτυχη Πατρίδα,
πάλι ‘ς τον κόσμο δείξε τη
με σκήπτρο και χλαμύδα!
κάμε να σφίξη ελεύθερα
μεσ’ τη θερμή αγκαλιά της
τα μαύρα τα παιδιά της,
που κλαίνε ‘ς τη σκλαβιά!...
Και αξίωσε τα τέκνα σου,
που σε παρακαλούνε,
με της Λαμπρής το φόρεμα
την Ήπειρο να ιδούνε!
να πλέξουν την εικόνα σου
μ’ ελεύθερα λουλούδια,
κ’ ελεύθερα τραγούδια
να ψάλλουνε γλυκα!..
###
Εξετάζοντας την σχετικήν ποιητικήν παραγωγήν των νεοελλήνων ποιητών, αρχίζομεν με τους εκπροσώπους της Επτανησιακής σχολής.
Ως γνωστόν, βαθύτερον θρησκευτικόν αίσθημα διακρίνει τους περισσοτέρους εξ αυτών, τα δε έργα των χαρακτηρίζει θερμή χριστιανική πίστις. Και είναι μεν αληθές ότι οι πλείστοι των Επτανησίων ποιητών δεν έχουν αφιερώσει ειδικά ποιήματα εις θρησκευτικά καθαρώς θέματα, οπωσδήποτε όμως διάχυτος είναι εις την ποιητική των έμπνευσιν το χριστιανικόν αίσθημα. Ο Σολωμός εις την Ελληνικήν παραγωγήν του δεν έχει καθαρώς θρησκευτικά ποιήματα, έχει όμως γράψει πολλά κατά την νεανικήν του ηλικίαν εις Ιταλικήν γλώσσαν κατ’ απομίμησιν προτύπων του Monti, Manzoni κ.ά. Είναι από τα ποιήματα εκείνα τα οποία ανήκουν εις τα στιχουργήματα με υποχρεωτικήν ομοιοκαταληξίαν και σπαταλούν κατά κανόνα ποιητικά νεανικά γυμνάσματα. Από τα θρησκευτικά του αυτά ποιήματα (τοιαύτα αναφέρονται εις την πρώτην λειτουργίαν, εις τον θάνατον του δικαίου, εις την κόλασιν, εις την δευτέραν παρουσίαν) τα περισσότερα έχουν ως θέμα την Θεοτόκον ως εις την Μαρίαν ο Ευαγγελισμός, η Ανάληψις της Παναγίας, η Σύλληψις της Παναγίας κ.λ.π. Ιδού το κείμενον εν μεταφράσει ενός των δεκατετραστίχων αυτών με τίτλον «η Ανάληψις της Παναγίας»:
Ήταν η ώρα που τ’ ανθρώπινο μάτι να παλέψη
δεν ημπορεί με τον ύπνο κι’ οι αισθήσεις το κράζουν,
όταν άκουσα φωνή, που συντροφευμένη από λύρας ήχο:
-Έλα, Γυναίκα, έλεγε, έλα απ’ το Λίβανο!
-Έλα! τον ουρανό ολόκληρο να ξαναλέη άκουσα
σε ήχο που οι στίχοι μου δεν έχουν δύναμη να εκφράσουν.
Κι’ οι δρόμοι όλοι εγέμιζαν απ’ τον αιθέρα
του ζωηρού φωτός και του μοσχοβολισμένου λιβανιού.
Όταν ξαφνικά παρουσιάσθη ένας ήλιος ανάμεσα στους αγγέλους
και ψηλά έσπρωχνε, κινώντας τα μπράτσα,
που η αγάπη των αιωνίων ομορφιών του έγγιζε.
Αχ! γιατί χάθηκε το όνειρο κι’ αυτές οι ασθενικές μου
οι αισθήσεις με σεβασμό ανάμεσα στους Ουράνιους:
Είμαι κάτω, μεσ’ το παράπτωμα και την άστατη αρετή (5).
###
Και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έχει αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν εκ των οποίων το σημαντικώτερον είναι το φέρον τον τίτλον «25 Μαρτίου: Ευαγγελισμός – Ελληνισμός» εις το οποίον το θρησκευτικόν αίσθημα ενούται και συγχέεται με τον θερμόν πατριωτισμόν του μεγάλου εκείνου Επτανησίου ποιητού. Εις το ποίημά του αυτό, ο Βαλαωρίτης βλέπει εις την αυτήν ημέραν, την 25η Μαρτίου, να συνδέωνται αφ’ ενός μεν η μεγάλη ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και επομένως της απελευθερώσεως του ανθρωπίνου γένους και αφ’ ετέρου η ελληνική επανάστασις, δηλ. η απελευθέρωσις του Ελληνικού έθνους.
Το ποίημα αυτ’ό είναι επίσης από τα πλέον γνωστά και συγκινητικά αναγνώσματα και συνεκίνησε επί σειράν ετών την ελληνικήν νεολαίαν:
Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κυττάζουν.
Μια φλογ’ αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει εν άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέγει, αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε, Μαρία, χαίρε!...»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλαι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι’ απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, αλυσωμένη.
Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι’ αφίνει και περνά εν άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαυρ’ η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνημ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται... Βγαίνει, πετά στα όρη...
Λυώνουν τα χιόνια όθε διαβή, όθε περάση η Κόρη.
«Ξυπνάτε, εσείς που κείτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπη στον αιθέρα
μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να την χαιρετίση.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την! Καθείς ας μεταλάβη
από τη χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφωρισμένοι νάστε!
###
Της Επτανησιακής επίσης σχολής άλλος εκπρόσωπος, ο Ανδρέας Μαρτζώκης.αφιέρωσεν εις την Παναγίαν το «Stabat Mater”, όπου μας παρουσιάζει τον αμαρτωλόν άνθρωπον, ο οποίος πλησιάζων την πονεμένην Μητέρα, εκφράζει την αφοσίωσίν του προς τον δι’ αυτόν θυσιασθέντα υιόν της και ικετεύει αυτήν όπως τον αξιώση να εξαγνισθή και αυτός διά του πόνου και καταστή άξιος της ουρανίου δόξης:
Σιμά ‘ς τον άδικο Σταυρό, τον αιματοβαμμένο,
ήταν πεσμένη κ’ έκλαιγε η Παναγιά με πόνο•
Και της εσπάραζ’ η ψυχή να βλέπη κρεμασμένο,
ωσάν κακούργο και φονιά, το τέκνο της το μόνο!
Πόσα μαχαίρια κοφτερά της ‘σφάζαν την καρδιά
την ώρα ‘κείνη τη φριχτή, οπού ‘χε ξεψυχίσει!
Ποιος εβαστούσε να θωρή σε τέτοια απελπισιά
τη θεία μητέρα του Χριστού και να μην λαχταρήση;
Για μένα, τον αμαρτωλό, είδες, γλυκειά Κυρά μου;
να μαρτυρεύουν ‘ς το Σταυρό τ’ αγαπητό Παιδί σου!
Κάμε να σφάξη ο πόνος σου κ’ εμένα την καρδιά μου,
κι αξίωσέ με να θρηνώ, να κλαίω κ’ εγώ μαζί σου.
Δέξου, Παρθένα μου, κ’ εμέ ‘ς το Ξύλο του αποκάτου,
να χύνωνται τα δάκρυά μου με τ’ άγια δάκρυά σου!
Δος μου τη χάρι, να αισθανθώ κ’ εγώ τα μαρτύριά του,
και να στενάζω, να πονώ, θωρώντας τα δικα σου!
Κάμε κ’ εγώ να ματωθώ εις τον σταυρόν επάνω
ν’ αρέσω ‘ς το παιδάκι σου, να μοιάσω του Χριστού μου,
Κάμε κ’ εγώ σ’ αγκαθερό στεφάνι να πεθάνω,
ναυρώ τον ίδιο θάνατο ‘που εδώκαν του Θεού μου!
Κι’ όταν ‘ς την Κρίσι τη στερνή ‘ς το μνήμα μου ‘γροικήσω
το φοβερό το κάλεσμα, τη φοβερή φωνή του,
κάμε, Παρθένα μου, κ’ εγώ τον Άδη να νικήσω,
κ’ εκεί ‘ς τη δόξα τ’ ουρανού να χαίρωμαι μαζί του!
###
Ο Κώστας Πασαγιάννης, άλλος της Επτανησιακής σχολής εκπρόσωπος, εις το ποίημά του το φέρον τον τίτλον «ο θρήνος της Μητέρας» μας δίδει εις πονεμένους και συγκινητικούς στίχους τον θρήνον της Θεοτόκου εμπρός εις τον Σταυρόν. Είναι εμπνευσμένον από τον αριστουργηματικόν επιτάφιον θρήνον «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον κ.λ.π.»:
Ω, άνοιξη γλυκειά μου,
γλυκύτατο παιδί μου,
πού εχάθη η ομορφιά σου;...
πώς έσβυσε, ακριβέ μου,
το θείο σου χαμογέλιο
κι ο τρυφερός σου ο λόγος
στην άμοιρη μαννούλα;...
Έτσι λοιπόν σε χάνω,
γλυκέ μου, από τον κόσμο,
που επάσχισες να σώσης
από την αμαρτία;
Έτσι άξαφνα σε χάνω
χωρίς καμμιάν αξία;...
Ωιμέ! και πώς θα ζήσω,
γλυκέ μου κι’ ακριβέ μου;
Ωιμέ! και πώς θα ζήσω
χωρίς εσέ στον κόσμο,
χωρίς τα δυο σου μάτια,
χωρίς το θείο σου γέλιο,
τον τρυφερό σου λόγο
στην άμοιρη μαννούλα;...
###
Και από τους ρομαντικούς ποιητάς οι περισσότεροι έχουν αφιερώσει ποιήματα εις την Παναγίαν. Ιδιαιτέρως πρέπει μεταξύ αυτών να γίνη μνεία του Ηλίου Τανταλίδου, ο οποίος εις την συλλογήν του «ωδαί θρησκευτικαί και εκκλησιαστικαί», έχει αφιερώσει διάφορα ποιήματα εις την Παναγίαν το «εις τα εισόδια της Θεοτόκου», «εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου», «εις την κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου», κ.λ.π.
Επίσης κι ο Παναγιώτης Σούτσος και άλλοι ρωμαντικοί έγραψαν ποιήματα εις την Θεομήτορα σχετικά με θέματα καθαρώς θρησκευτικά, πατριωτικά ή λυρικά.
Αλλ’ εκείνος εκ των ρωμαντικών ποιητών ο οποίος τρέφει ιδιαιτέραν αγάπην προς την Παναγίαν και ο οποίος αφιέρωσεν εις αυτήν πολλά ποιήματά του είναι ο Αχιλλεύς Παράσχος.
Ο αρχηγός ούτος της ρωμαντικής σχολής εις το ποίημά του εις την «Ευαγγελίστριαν – 25ην Μαρτίου» δοξάζει την Παρθένον διότι αν κατά την ημέραν εκείνην εδώρισε εις όλον τον κόσμον την αύραν της ζωής, εις την Ελλάδα εδώρισε ταυτοχρόνως δύο χαρές: την Βηθλεέμ και την Αγίαν Λαύραν, τον Σταυρόν και την Σημαίαν• εις το ποίημά του «προς την Παναγίαν» παρακαλεί την Παρθένον όπως μεσολαβήση εμπρός εις το άγιο παιδί της και του παράσχη την γαλήνην της ψυχής, και, τέλος, εις το γνωστότατον ποίημά του «προ της Παναγίας» εις τόνον λυρικόν γεμάτον ειλικρίνειαν και πίστιν ικετεύει την βασίλισσαν των ουρανών, όπως σώση την ασθενή φίλη του. την αγαπημένην του Μαρίαν :
Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου•
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου....
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:
Βασίλισσα των ουρανών , λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει...
Όχι• δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;
Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία,
ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη,
στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη
σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι,
να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία,
λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία,
μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της,
εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη,
δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.
Ναι• αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα,
αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα,
αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία,
κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία,
δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι,
να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!
###
Και εις τους ποιητάς των Αθηνών οι οποίοι ακολουθούν τους ρωμαντικούς, το θέμα της Παναγίας εξακολουθεί να είναι ένα από τα πλέον συνήθη και αγαπητά.
Ο Παπαδιαμάντης, ο Προβελέγγιος, ο Δροσίνης, ο Πορφύρας και οι άλλοι αφιερώνουν ποιήματα εις την Μητέρα του Θεού, περιγράφοντες τον πόνον της διά την απώλειαν του υιού της ή ζητούντες παρ’ Αυτής βοήθειαν και παρηγορίαν.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο εκλεκτός αυτός πεζογράφος της Σκιάθου γεμάτος θρησκευτικήν πίστιν και Χριστιανικήν αγάπην γράφει το ποίημα «εις την Παναγίτσα στο Πυργί», όπου εμπνευσμένος από τον ψαλμόν του Δαυΐδ ζητεί από την Παναγίαν την γαλήνην και την άνεσιν του πραγματικού πιστού:
Χαίρετ’ ο Ιωακείμ κ’ η Άννα
που γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στην Παναγίτσα στο Πυργί!
Χαίρεται όλ’ η έρημη ακρογιαλιά
κι ο βράχος κι ο γκρεμνός αντίκρυ του πελάγους,
που το χτυπούν άγρια τα κύματα
χαίρεται απ’ την εκκλησίτσα,
που μοσχοβολά πάνω στη ράχη.
Χαίρεται τ’ άγριο δένδρο, που γέρνει
το μισό απάνω στον βράχο, το μισό στον γκρεμνό•
χαίρετ’ ο βοσκός που φυσά τον αυλό του,
χαίρετ’ η γίδα του, που τρέχει στα βράχια,
χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα.
Κ’ η πλάση όλη αναγαλιάζει
και το φθινόπωρο ξανανιώνει η γης
σα σεμνή κόρη που περίμενε χρόνια
τον αρραβωνιαστικό της απ’ τα ξένα
και τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργά•
και σαν τη στείρα γραία που γέννησε θεόπαιδο
κ’ ευφράνθη στα γεράματά της!
Δώσ’ μου κ’ εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.
###
Ο Ιωάννης Πολέμης εις το ποίημά του «στο δρόμο του θανάτου», μας περιγράφει τας τελευταίας στιγμάς του ανθρώπου ο οποίος εγκαταλείπων την μετρημένην αυτήν ζωήν της γης, βαδίζει προς την αμέτρητον ζωήν των ουρανών και ενώ ετοιμάζεται διά το μεγάλο ταξείδι βλέπει από την μίαν πλευράν τον κακόν κόσμον να ουρλιάζη υπό το βάρος της αμαρτίας και της κακίας και από την άλλην πλευράν την μητέρα του να κλαίη και τότε την ξάστερη ματιά του θολώνει δάκρυ πικρό:
Ολόσκυφτ’ ανεβαίνοντας το δρόμο του θανάτου
για μια στιγμή εσταμάτησεν Εκείνος,
όχι από το βάρος του Σταυρού του. Γήϊνος θρήνος
σαν δειλός διαβάτης έκρουσε τ’ αυτιά του
γεμάτα ουράνιους ύμνους. Τι τον δένει
με τη ζωή της γης τη μετρημένη;
Σε αμέτρητη ζωή πηγαίνει τώρα.
Για μια στιγμή εσταμάτησε κ’ έστριψε πέρα
την όψι του ουρανόχυτη. Μια μαυροφόρα,
σαν ίσκιος, σαν δικός του ίσκιος, η Μητέρα,
θρηνολογούσε. Ολόγυρα χιλιάδες χίλιοι,
θαρρώντας πως η Νέμεσι τους είχε στείλει,
λυσσομανούσαν κι’ ούρλιαζαν, σαν σκύλοι
στο διάβα ανεμοδρόμου καβαλλάρη.
Όλη η κακία της γης τον είχε συνεπάρει
σαν χείμαρρος πλημμύρας. Τι τον δένει
με την ζωή της γης; Γιατί ανεβαίνει
στα μάτια του, θολώνοντας την ξάστερη ματιά του,
δάκρυ κρυφό, σαν να ποθή στην ώρα του θανάτου,
τη ζωή, που αφίνει, τη στερνή του ημέρα:
Ούρλιαζεν ο κόσμος, έκλαιγε η Μητέρα.
###
Εις ένα μικρό στιχούργημα «το εικονοστάσι» ο Γεώργιος Δροσίνης βλέπει ένα περιστέρι κυνηγημένο από γεράκι να ζητή καταφύγιον εις το εικονοστάσι της Παναγίας και τότε του φαίνεται ότι η όψις της Θεοτόκου προσέλαβε χαρούμενον τόνον διότι έφερεν εις την μνήμην της το άλλο εκείνο περιστέρι το οποίον της είχε φέρει το πρώτον θεϊκόν μήνυμα εις την Ναζαρέτ, την ημέραν του Ευαγγελισμού:
Κυνηγημένο από το γέρακα
φτερούγισε να ξαποστάση
το περιστέρι το χιονόφτερο
στης Παναγιάς το εικονοστάσι.
Της Παναγιάς η όψη ρόδισε:
θυμάται εν’ άλλο περιστέρι,
που του Θεού το πρώτο μήνυμα
στη Ναζαρέτ της είχε φέρει..
###
Ο Πετιμεζάς Λαύρας εις το ποίημά του «Ικέτις Σου» προσφεύγει εις την Εκκλησούλα του βουνού και έρημος και ορφανός ζητεί να εύρη βοήθειαν και στήριγμα και εκεί πραγματικώς, ανάμεσα εις τα αγιοκέρια και τον λιβανωτόν, αισθάνεται να παρασύρεται εις άλλους κόσμους και ενώ ο εσπερινός γλυκά σημαίνει ακούει την φωνήν της Θεοτόκου, η οποία τον βεβαιώνει ότι είναι πάντοτε παρούσα πρόθυμος να συνδράμη τους προσφεύγοντας εις αυτήν΅
Ικέτης σου έτρεξα, εκκλησούλα του βουνού,
με τον βαθύν αντίλαλο του εσπερινού,
κ’ είμαι ορφανός. Και ζήτησα να βρω αντιστύλι,
στ’ ασημοκαντηλιού το φως που μούχες στείλει
μακρυά καθώς παράδερνα στην ερημιά,
του κάμπου πετροκαλαμιά.
Κι’ ήρθα. Αγιοκέρια λάμπανε: λιβανωτός,
καπνές με πήρε στην αγκάλη του παντός.
Κ’ είμαι ορφανός. Μα ο εσπερινός γλυκά σημαίνει,
κι’ άκουσα μια φωνή, μυστηριακή να βγαίνη:
-Εδώ ειμ’ εγώ! των ουρανών η Πλατυτέρα,
για όλους Μητέρα.
###
Ο Βάρναλης έχει επίσης γράψει πολλούς στίχους αφιερωμένους εις την Παναγίαν, εις την γνωστήν συλλογήν του «το Φως που καίει». Εις το ποίημά του «οι πόνοι της Παναγίας», περιγράφει τον σπαραγμόν της καρδιάς της μητέρας η οποία βλέπει τον υιόν της να θυσιάζεται διά τους ανθρώπους, οι οποίοι, άδικοι και κακοί, δεν κατορθώνουν να διακρίνουν το θεϊκόν Του φως, αλλά καταδιώκουν και κακοποιούν τον Σωτήρα των. Είναι η κραυγή του πόνου της Παναγίας, η οποία βλέπει πόσον μακράν του υιού της ευρίσκονται οι άνθρωποι, πάντοτε έτοιμοι να καταφερθούν και πάλιν εναντίον του και να τον σταυρώσουν και πάλιν επί του Σταυρού:
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι’ από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι’ αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κ’ ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι’ αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
###
Συγκινητικόν είναι και το ποίημα του Μιχαήλ Αργυροπούλου «στην εικόνα της Παναγίας», όπου ο ποιητής εις το πρόσωπον της Παρθένου, βλέπει την πατρίδα, το παρελθόν και το μέλλον, το σπιτάκι του και τους δικούς του, οι οποίοι σμίγουν μαζί του εις τα ξένα διά της Αγίας Εικόνος:
Σκόρπα στην καμαρούλα μου και στη ψυχή μου αιώνια
την άγια ευχή, που σκόρπισε κι’ Εκείνος πριν Σε στείλη.
Φέρνε τη δόξα του ναού, κι’ απ’ τα παλιά τα χρόνια,
κι’ άπλωνε γύρω μου το φως απ’ τ’ άσβυστο καντήλι.
Εσ’ είσαι. Συ η πατρίδα μου και Συ τα περασμένα,
τα τώρα, τα μελλούμενα, ο κόσμος όσο ζω.
Με τ’ ορφανό σπιτάκι μου με σμίγεις Συ στα ξένα,
κι’ ειν’ οι δικοί μου πλάϊ Σου και πλάϊ μου μαζί.
Δυνάμωνέ μου στέρεα την πίστη μου, άγια Εικόνα,
και δείχνε μου την πατρική και τιμημένη στράτα.
Γενού του νού μου ο λογισμός, του πόθου μου η κορώνα,
και πύργωνέ μου την καρδιά και θέριευε τα νιάτα.
###
Εις το ποίημά του «μπρος στην Παναγία» ο Απ. Μαμμέλης παρακαλεί με ταπείνωσιν την Θεομήτορα να δεχθή κι’ αυτόν «άθλιον διαβάτην « γεμάτον πίστιν και πόνον εις τον ναόν της και να τον αφήση εμπρός εις την Εικόνα της να σιγοσβήση:
Του Λυτρωτή Μητέρα, ω Παναγία,
το άφραχτο, θείο φως που συμβολίζεις
κυρίαρχη, υπερκόσμια, που γνωρίζεις
τη μυστικλη μου τρίσβαθη λατρεία
στο πάνσεπτό Σου Εγώ• Συ, που τα θεία
φωτοστάλαχτα οράματα σκορπίζεις
στους τρισκότεινους κόσμους κι’ αργυρίζεις
των δυστυχών, σα στοργική οπτασία,
τις άφεγγες αυγές, δέξου και μένα
του σκοταδιού τον άθλιο διαβάτη,
φέρνοντας μια ψυχή πόνο γεμάτη
ως πίστη με αγριολούλουδα αγνισμένα
τα δάκρυά μου κι’ άσε με σκυμένος
να σιγοσβύσω μπρος Σου... εξαϋλωμένος!
###
Ο Άγγελος Σικελιανός εις την «Παρηγορήτισσαν», απευθύνεται προς την Παρθένα μάννα, την προστάτριαν και ασπίδα του στρατού από την οποίαν ζητεί την επέμβασιν και την μεσολάβησίν της προς προστασίαν του Ελληνικού στρατού,διά να κατορθώση αφού νικήση τον εχθρόν και κάθε εμπόδιον να εισέλθη εκεί όπου λατρεύεται ο αληθινός Θεός:
Παρθένα μάννα, του στρατού σου ασπίδα,
των πρώϊμων μυγδαλιών θα ρεψ’ η ελπίδα,
στους βωμούς της Ηπείρου, οπού φλογίζουν;
Παρθένα μάννα, εσώθη το φεγγάρι,
που φώταε τη μεγάλη σου χάρη
κι’ οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν.
Σε ρημοκκλήσια, οπού μια φλόγα τρέμει
του χλωμού καντηλιού σου και οι ανέμοι
κι’ η βροχή παραδέρνουν ναν τη σβύσουν
κι’ οι λαβωμένοι, βογγούν για τα χάδια,
τα δροσοπάροχά σου, στα σκοτάδια,
μεταλαβή τους πριν να ξεψυχήσουν.
Κυρά, που δρόσο ερίχναν τα μαλλιά σου,
να κοιμηθή η σκλαβιά στην αγκαλιά σου,
οπού μπροστά σου όση είναι δάφνη στέκει
κι’ όσο λιβάνι για τα γόνατά σου
κι’ απ’ την παρηγορήτραν ομορφιά σου
παίρνει όση χάρη έχει το τουφέκι.
Που τα βαθειά Γιαννιώτικα περβόλια
μοσκοβολάν για τη δική σου ανάσα,
που τάμα σου χρυσώνανε τα βόλια,
κι’ η έρμη πολιτεία σου ετάχτη πάσα
σα νύφη και σα χήρα, οπού τη δόλια,
μοίρα της σκέπει σε καλόγριας ράσα,
άπλωσ’ τα χέρια στο χαμό κι’ ας γύρει
η χάρη σου, καθώς σε πανηγύρι,
Παντάνασσα, κι’ ας βρη το μονοπάτι,
πέρα απ’ το δρόμο, με κορμιά στρωμένο,
που περιμένει το συγυρισμένο,
για να σε πάει, στα Γιάννινα, άσπρον άτι!
Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι
ως την στερνή τόπιαμε στάλα• δράμε
εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.
Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε
όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.
Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν!
Στο ναό σου, όλος να μπη ο στρατός σου, κάμε!
###
Μe πατριωτικόν χαρακτήρα και αναφερόμενος εις τον τελευταίον πόλεμον αφιέρωσεν ποίημα εις την Παναγίαν και ο Λέων Κουκούλας με τίτλον «τη υπερμάχω στρατηγώ», όπου ικετεύει την Θεοτόκον όπως επέμβη και πάλιν, ίνα αφ’ ενός μεν τιμωρήση τον βάρβαρον εχθρόν όστις έρχεται να διαταράξη την ειρήνην του λαού και να καταστρέψη ό,τι πολυτιμώτερον και αγιώτερον έχει, και αφ’ ετέρου να οδηγήση τους γεναίους εις τον δρόμον της αρετής διά να γράψουν ένα νέο Μαραθώνα:
Πανάχραντη μητέρα του Θεανθρώπου,
που να ευλογεί το χέρι σου έχει μάθει
κι’ ευλόγησε ως και τους ανίερους όπου
του γιού σου έβαλαν στέφανο απ’ αγκάθι,
Ρήγισσα τ’ ουρανού, που είταν ειρήνης
κ’ είταν αγάπης ο ευαγγελισμός Σου,
στέρξε άλλη μια φορά οδηγός να γίνεις
και την αρματωσιά της μάχης ζώσου.
Βάρβαροι σηκωθήκανε και πάλι
το άσπιλο σκήνωμά Σου να μολέψουν,
σαν του Χοσρόη τα στίφη ήρθανε κι’ άλλοι
το τίμιο ξύλο, Δέσποινα, να κλέψουν.
Για νάναι πια ο ζευγάς δίχως χωράφι,
κι’ ο ναύτης στους γιαλούς χωρίς πυξίδα,
κι’ άδειοι να μείνουν οι ακριβοί μας τάφοι
και η Λευτεριά στη γη χωρίς πατρίδα.
Με τη ρομφαία στο χέρι το αλαφρό Σου,
που πιο πολύ του στέκει το άγιο κρίνο,
μες στην καπνιά της μάχης φανερώσου
και κάνε την ιαχή του οχτρού μας θρήνο.
Στρατολάτισσα υπέρμαχη, τα λίγα
παιδιά μας, τα γενναία και τ’ αντρόφονα,
στης αρετής το δρόμο πάντα οδήγα,
το νέο μας να γράψουν Μαραθώνα.
###
Τελειώνομεν με ένα ποίημα του πολυκλαύστου Βερίτη, ο οποίος εις το «Ελλήνων Ύμνος» χαρισμένο εις τους ηρωϊκούς πολεμιστάς μας, ευχαριστεί την οδηγήτριαν διά την νίκην, την οποίαν έδωσε εις τα Ελληνικά όπλα και, βεβαιώνων Αυτήν ότι η Ελληνική ψυχή εις οιανδήποτε καταιγίδα και αντιξοότητα υψώνεται προς Αυτήν, την παρακαλεί να ευρίσκεται πάντοτε πλησίον εις την μητέρα Ελλάδα στεφανούσα αυτήν με τον στέφανον της αμαράντου δόξης:
Μεσ’ του πολέμου τον καπνό και την ανεμοζάλη,
θερμό η ψυχή μας, Δέσποινα, τραγούδι θα σου ψάλη.
Δος να το πάρη ανάλαφρα στα μύρα της η αύρα
και να το φέρη ως τ’ άχραντα παρθενικά σου αυτιά,
κι’ από τα στήθια μας αυτά που τάχει ατσαλωμένα
της μάχης η φωτιά.
και που τα θέριεψε με μιας του δίκιου αγώνα η λαύρα,
δέξου η φωνή μας να υψωθή, Παρθένε, προς Εσένα.
Χαίρε του θείου μας Λυτρωτή Μητέρα ευλογημένη,
που με το φως Του το λαμπρό κι’ αγνό ωδηγημένοι,
κηρύξαμε τ’ αθάνατα, τρανά κι’ ωραία μηνύματα
μεσ’ στους λαούς που δέρνονταν στης απιστίας τα κύματα.
Σ’ ευχαριστούμε ολόψυχα, γλυκειά παρηγοριά μας,
και δύναμι του Γένους μας, κι’ ελπίδα και χαρά,
που ως είδες τα όρνια κι’ άπλωσαν τα μαύρα τους φτερά
και χύμηξαν μ’ άγριους κρωγμούς, της μαύρης ώρας γένες,
στο αίμα να πνίξουν την τιμή και την ελευθεριά μας,
εσύ Μητέρα, που ποτέ δεν έμεινες μακρυά μας,
χίλιες δυνάμεις μέσα μας ανάστησες κρυμένες.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα χυθήκαμε στη μάχη,
ανίκητη, απροσμάχητη, πανίσχυρη Κυρά,
και μας εχάρισες εσύ τετράδιπλα φτερά,
για να διαβαίνουμε γοργοί• κι’ ούτε κορφή, ούτε ράχη,
κι’ ούτε άγρια, χιονοσκέπαστα, πανύψηλα βουνά,
δεν μπόρεσαν μηδέ στιγμή να κόψουν την ορμή μας.
Η Χάρι σου, Οδηγήτρα μας, στα βάθη μας περνά,
και χύνει φλόγα στην ψυχή κι’ ατσάλι στο κορμί μας.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα, αναστήσαμε
των Περσομάχων τις ψυχές και των Αβαρομάχων,
τις δάφνες των Θερμοπυλών, τα κλέη των Νικηφόρων,
του Βυζαντίου την πίστη.
Και την στιγμή που ακράτητοι για τον αγώνα ωρμήσαμε,
και με λαχτάρα εψάλαμε τον ύμνο «τη Υπερμάχω»,
μαζύ μας έσμιξαν σεπτών φωνές αυτοκρατόρων,
πούχαν εσένα πρόμαχο κι’ είχαν εσένα ρύστη.
Με το γλυκό σου τ’ όραμα, Παντάνασσα χαρίσαμε
στη δοξασμένη μας φυλή μιαν άλλην Άγια Λαύρα,
και της σκλαβιάς τα σύννεφα τα σκοτεινά και μαύρα,
που σέρνονταν βαρειά στη γη κι’ εθόλωναν τ’ αστέρια,
εμείς δαυλόν ανάβοντας, Παρθένε, τα σκορπίσαμε
-δαυλό θυσίας και λυτρωμού. Και σφίγγοντας στα χέρια
ό,τι ακριβόν απόμεινε κι’ αμόλυντον στη γη,
πετάμε προς του ιδανικού τα φωτεινά λημέρια,
που κάποια λάμψη απόκοσμη τα πορφυροχρυσώνει,
για να χαρούμε πρώτοι εμείς την άγια χαραυγή
της Πίστης και της λευτεριάς που γλυκοξημερώνει.
Ω χαίρε, χαίρε, αθάνατη Παρθένα και Μητέρα!
Μεσ’ στου πολέμου την οργή και μεσ’ στην καταιγίδα,
σε σένα υψώνεται η ψυχή κι’ ο νους μας νύχτα-μέρα.
Ω θεία του Γένους και γλυκειά παρηγοριά κι’ ελπίδα,
για την απάντεχη χαρά, για την τιμή την τόση,
για την ουράνια δύναμι, που Εσύ μας έχεις δώσει,
όσο θα ζη η Ελλάδα μας, Μητέρα τρισμεγάλη,
τη δόξα σου θα ψάλλη!
###
Θα ηδύνατο να προσθέση κανείς και πολλά άλλα ποιήματα. Ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Προβελέγγιος, ο Μαλακάσης, ο Δελής, ο Αργυρόπουλος, ο Ζερβός, ο Σπεράντζας, ο Δούρας, ο Πετρίδης, ο Μαμμέλης, ο Μοσχονάς, ο Στρατήγης, ο Αθάνας κ.ά. έχουν όλοι γράψει στίχους με θέμα την Παναγίαν. Όπως ο Ελληνικός λαός και η Ελληνική ψυχή, τοιουτοτρόπως και οι Έλληνες ποιηταί εις κάθε βαθύ αίσθημα, εις κάθε σημαντικήν περίστασιν της ζωής των στρέφονται προς την Παναγίαν, εις ώρα πόνου ή χαράς, θλίψεως ή ευτυχίας και απ’ αυτήν ζητούν παρηγορίαν ή δύναμιν, προστασίαν και σκέπην δι’ αυτούς ως άτομα, δια την αγαπητήν πατρίδα, διά την ανθρωπότητα όλην. (*)
________________________________
Σημειώσεις:
1.- Γ.Ζώρα: «Η Παναγία και η συλλογή Άνθη Ευλαβείας», Ελληνική Δημιουργία, 15 Αυγούστου 1949.
2.- Περί της συλλογής βλ. «Άνθη Ευλαβείας εις την μετάστασιν της Θεομήτορος Μαρίας», Ανατύπωσις από την έκδοσιν του Φλαγγινιανού Ελληνομουσείου Βενετίας ΑΨΗ. Πρόλογος Γ. Βλαχογιάννη –Επιμέλεια, σημειώσεις κ.τ.λ. Αγγέλου Ν. Παπακώστα, Μεταφρ. από ιταλικά Θ.Νόβα.- Αθήναι 1950.
3. – Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α’ σ. 111-113
4.- Βλ. Γ. Ζώρα: «Η Παναγία και η συλλογή Άνθη Ευλαβείας», ενθ. αν.
5.- Κ. Καιροφύλα: «Ο άγνωστος Σολωμός».
( * ) Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από ευρυτέραν Συλλογήν νεοελληνικών ποιημάτων αναφερομένων εις την Παναγίαν.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Το ίδιο το κείμενο μπορεί να το διαβάσει κανείς και μέσα στην «Μυριόβιβλο»

Τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου +21 Νοεμβρίου


Πολλοί είναι οι υμνογράφοι  της Θεομητορικής αυτής εορτής, της οποίας το γεγονός  δεν καταγράφεται καθόλου  στην Καινή Διαθήκη. Το περιστατικό της εν τω Ναώ εισόδου της υπάρχει στα Απόκρυφα λεγόμενα ευαγγέλια, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές της Παναγίας, σε κείμενα δηλαδή που η Εκκλησία μας δεν τα θεώρησε έγκυρα, λόγω ενυπαρχουσών σ’ αυτά αιρέσεων ή και μυθοπλασιών. Μέσα σ’ αυτά όμως υπάρχουν και αληθινά
γεγονότα, που η Εκκλησία μας δεν διστάζει να τα ανασύρει και να τα εορτάσει, διαβλέποντας όχι μόνον
την αλήθεια τους, αλλά και την ωφελιμότητά τους. Κι είναι τούτο ένα στοιχείο που φανερώνει την απόλυτη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, ως «στύλου και εδραιώματος της αληθείας», αυτοσυνειδησίας τέτοιας
που της δίνει το δικαίωμα και την άνεση να επιλέγει ό,τι θεωρεί αληθινό και καλό, έστω κι αν τούτο προέρχεται από μη θεωρούμενα  κανονικά κείμενα.

Ένα πρώτο στοιχείο που τονίζουν οι υμνογράφοι της εορτής είναι ότι τα ίδια τα Εισόδια της Θεοτόκου, όπως και τα γεγονότα πριν από αυτά, σαν την Γέννησή της, αλλά και τελικώς κάθε τι που σχετίζεται με την Παναγία, έχουν τον χαρακτήρα του παράδοξου και του ανερμήνευτου για τα ανθρώπινα δεδομένα. «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων σου, Πανάχραντε! Ξένη σου η γέννησις υπάρχει∙ ξένος ο τρόπος ο της αυξήσεως∙ ξένα και παράδοξα τα σα πάντα, Θεονύμφευτε, και βροτοίς ανερμήνευτα».   Αιτία γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι η Παναγία υπήρξε η κατεξοχήν Κεχαριτωμένη από τον Θεό, το δοχείο του αγίου Πνεύματος, λοιπόν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της βρισκόταν υπό την άμεση επίβλεψη του Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι Αυτήν ήδη προκατήγγειλε ο λόγος του Θεού, σύμφωνα με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο – την πρώτη υπόσχεση του Θεού περί του ερχομού Του στον κόσμο μέσω μιας γυναίκας, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων στην αμαρτία – Αυτήν διαρκώς προφήτευαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, επαναβεβαιώνοντας το Πρωτευαγγέλιο, Αυτήν δόξαζαν οι άγιοι Απόστολοι, Αυτήν είχαν ως καύχημά τους όλοι οι μάρτυρες του Χριστού, Αυτήν επικαλούμαστε και εμείς ως πρέσβειρα της σωτηρίας μας.   «…την προεκλεχθείσαν εκ πασών των γενεών εις κατοικητήριον του παντάνακτος Χριστού και Θεού των όλων». «Συ των Προφητών το κήρυγμα, Αποστόλων δόξα και Μαρτύρων καύχημα, και πάντων των γηγενών η ανακαίνισις, Παρθένε Μήτηρ Θεού».


Η όλη ακολουθία της εορτής είναι φυσικό να προβάλλει την αγιότητα της Παναγίας – αγιότητα υπέρ τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, αφού ήταν «εκλελεγμένη…υπέρ άπασαν την κτίσιν, την ορατήν και την νοουμένην» - αλλά επικεντρώνει ιδιαιτέρως στο ίδιο το γεγονός της εις τον Ναόν Εισόδου της. Η γενική εκτίμηση είναι ότι η Παναγία εισέρχεται τριετής στα Άγια των Αγίων, ήδη υπάρχουσα η ίδια Αγία των Αγίων. «Αγία των Αγίων υπάρχουσα, σεμνή, εν Ναώ ηγάπησας αγίω κατοικείν». Είναι μάλιστα σπουδαίας έμπνευσης οι στίχοι του υμνογράφου, που διακηρύσσουν την ωριμότητα της μικρής Παναγίας: «Η τριετίζουσα τω σώματι και πολυετής εν τω πνεύματι»∙  «νηπιάζουσα σαρκί και τελεία τη ψυχή». Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει τούτο: «όπου γαρ βούλεται Θεός νικάται φύσεως τάξις». Φαντάζει παράλογο εκείνη που είχε επιλεγεί για το σημαντικότερο έργο στην ανθρωπότητα: να γίνει μητέρα του Θεού ως ανθρώπου, να μην έχει τη χάρη της ωριμότητας ήδη από νηπιακή ηλικία. Μόνον ένας που προσεγγίζει τα της πίστεως με κριτήριο την ξερή  λογική του, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Αλλά μία τέτοια προσέγγιση απέχει ένα βήμα από την αίρεση, μάλλον συνιστά ήδη αίρεση: η στάση μας απέναντι στην Παναγία φανερώνει τη στάση μας και έναντι του Χριστού. Το δόγμα, για παράδειγμα, ότι η Παναγία μας είναι «Θεοτόκος», αποτελεί συνέπεια της πίστεως περί του Ιησού Χριστού, ως Θεού και ανθρώπου. Και το αντίστροφο.


Με την εν τω Ναώ είσοδο της Παναγίας, σκοπός της οποίας είναι η προετοιμασία της για να γίνει Μητέρα του Θεού («ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον»),  κατανοεί κανείς κι αυτό που επισημαίνουν οι υμνογράφοι ως συνέπεια: την κατάργηση της σκιάς του Μωσαϊκού Νόμου, διότι έρχεται διά της Παναγίας η αλήθεια, ο ενανθρωπήσας Θεός. «Ο του γράμματος παρέδραμε, εξέλιπε νόμος καθάπερ σκιά».   Είναι πολύ ωραίο το τροπάριο που λέει ότι η θυγατέρα του Θεού, όπως την χαρακτηρίζει ο Δαυίδ,  γίνεται, με το θέλημα Εκείνου, μητέρα Του. «Δαυίδ ο προπάτωρ σε ύμνησε πάλαι, Παρθένε Θεόνυμφε, θυγατέρα λέγων σε του Βασιλέως Χριστού∙ ον και τεκούσα μητρικώς βρέφος εθήλασας». (Ο προπάτορας Δαυίδ σε ύμνησε από παλιά, Παρθένε θεόνυμφε, καλώντας σε θυγατέρα του βασιλιά Χριστού. Αυτόν και Τον γέννησες και Τον θήλασες μητρικά ως βρέφος).  Κι είναι εξίσου πανέμορφος ο στίχος του συναξαρίου, που διαπιστώνει τη διακονία σ’  αυτό του αρχαγγέλου Γαβριήλ: αυτός που την έτρεφε στον Ναό, ο ίδιος σε λίγο θα την χαιρετίσει, μεταφέροντάς της το ευαγγέλιο: θα γίνει μητέρα Θεού. «Ένδον τρέφει σε Γαβριήλ ναού, Κόρη, ήξει δε μικρόν και το Χαίρε σοι λέξων».


Η διατροφή της από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μέσα στα Άγια των Αγίων, δεν είναι, κατά τον υμνογράφο, χωρίς συμβολισμό. Παραπέμπει σε Εκείνον που θα φέρει σε λίγα χρόνια στον κόσμο και που είναι ο αληθινός άρτος «ο εκ του ουρανού καταβάς». «Επουρανίω τραφείσα, Παρθένε, άρτω πιστώς, εν τω Ναώ Κυρίου, απεκύησας κόσμω ζωής άρτον τον Λόγον». Και βεβαίως δεν είναι χωρίς συμβολισμό, χωρίς «αρχετυπική» διάσταση, και το γεγονός αυτό, αλλά και όλη η εν τω Ναώ ζωή της: η αδιάλειπτη προσευχή της, η συνομιλία της με αγγέλους, η μελέτη του Νόμου και των Προφητών, η εν τω Ναώ εκεί διακονία της. Πράγματα δηλαδή που συνιστούν μία «ησυχαστική» ζωή, με άλλα λόγια η Παναγία δικαίως θεωρείται το πρότυπο όλων των μεγάλων Ησυχαστών και πραγματικών θεολόγων  της Εκκλησίας μας.


Ο πλούτος της υμνολογίας της Θεομητορικής αυτής εορτής θα μας πήγαινε σε μεγάλο μάκρος. Διότι υπάρχουν εξαίσιοι ύμνοι όχι μόνον για την ένδον του Ναού ζωή της Παναγίας, αλλά και για την μετά λαμπάδων πορεία της μέχρι το Ναό, πορεία «μετά Παρθένων και Μητέρων», αφού εκείνη υπήρξε και τα δύο, όπως και για ό,τι διαμείφθηκε ως διάλογος στην πύλη του Ναού μεταξύ των γονέων της και του ιερέα Ζαχαρία. Παραλείποντας όλα αυτά, απλώς θα φέρουμε στην επιφάνεια έναν στίχο, που νομίζουμε ότι αυτός και μόνο δείχνει τη σημασία όλου αυτού του τεραστίου πνευματικού μεγέθους που ακούει στο όνομα «Παναγία». Πρόκειται για την εκτίμηση του ιερέα Ζαχαρία, καθώς βλέπει να προσάγεται στον Ναό η μικρή Μαριάμ. Ο Ζαχαρίας λοιπόν «βοά γηθοσύνως: ήγγικεν η προσδοκία των θλιβομένων». Η Παναγία συνιστά εκείνη που μας λυτρώνει από τη θλίψη. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει άνθρωπος επί της γης που να μη βιώνει τη θλίψη, ήδη από την εποχή της πτώσεώς του στην αμαρτία, η Παναγία είναι το πολυτιμότερο αγαθό που έχουμε, εκείνη που θα έλεγε κανείς είναι «ο θησαυρός της Πανδώρας». Η ελπίδα. Κι αυτό γιατί δι’ αυτής ήλθε στον κόσμο «η Χαρά του κόσμου», ο Χριστός. Και μόνον αυτό μας φτάνει. Στην όποια θλίψη και δυσκολία μας η ενατένιση προς Εκείνην ήδη έχει ξεκινήσει και τη λύση και τον ερχομό της χαράς. Λοιπόν «χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε».



«Η εν τω Ναώ είσοδος της Θεομήτορος έφερε εορτή για τους ευσεβείς  θαυμαστή και παγκόσμια, έχοντας αφορμή το παρακάτω γεγονός. Η πανσέβαστη Άννα, καθώς περνούσε τη ζωή της χωρίς παιδιά, παρακαλούσε, μαζί με τον σώφρονα Ιωακείμ, με νηστείες και δεήσεις, τον Κύριο της φύσεως, να τους λυπηθεί και τους  χαρίσει ένα παιδί, υποσχόμενη, αν ικανοποιηθεί το αίτημά της, το παιδί που θα γεννούσε να το αναθέσει αμέσως σ’  Εκείνον. Πράγματι, αφού γέννησε αυτήν που έφερε τη σωτηρία του κόσμου, τη συμφιλίωση του Θεού  προς τους ανθρώπους και την αιτία της ανάπλασης και της ανάστασης και της θέωσης του πεσμένου στην αμαρτία Αδάμ, δηλαδή την Παναγία Θεοτόκο Μαρία, αυτήν λοιπόν, κατά τον τρίτο χρόνο μετά την παράδοξη γέννησή της, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχαν δώσει στον Θεό, την οδηγούν στο Ιερό και την παραδίδουν στους ιερείς. Οι ιερείς την παρέλαβαν και σαν να υπηρετούσαν τη βούληση του Θεού -  Εκείνου που επρόκειτο μετά από λίγο να γεννηθεί από αυτήν, με σκοπό τη διόρθωση και τη σωτηρία του παντός – την βάζουν στο ενδότατο του ναού, για να ζει εκεί η ίδια μόνη για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, εκεί δηλαδή που έχει νομοθετηθεί  να εισέρχεται μία φορά τον χρόνο ο αρχιερέας. Η Μαρία ζώντας σ’  αυτό το άδυτο διά παντός και τρεφόμενη  παράδοξα με τροφή ουράνια από άγγελο, έμεινε στο ιερό αυτό μέχρι τον θείο Ευαγγελισμό της και μέχρι να ακουστούν τα θεϊκά μηνύματα που δίδασκαν ότι ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθεί από φιλανθρωπία και να σώσει τον κόσμο που χανόταν από την αμαρτία. Εδώ λοιπόν κατοικούσε και ζούσε, οπότε αξιώθηκε να της εμφανιστεί ο Θεός και να δέχεται αδιάλειπτα τροφή ουράνια, μέσω αγγέλου που υπηρετούσε αυτήν την αποστολή, όπως είπαμε, εις δόξαν Θεού, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν».
 http://pgdorbas.blogspot.gr

Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ



Ἑορτὴ ὑπέρλαμπρη καὶ κοσμοχαρμόσυνη ἡ σημερινή, ἀγαπητοί πατέρες καὶ ἀδελφοί! Σήμερα, ἡ ἁγία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία τιμᾶ καὶ γεραίρει μὲ ᾄσματα πνευματικὰ καὶ ὕμνους θεοτερπεῖς τὸ πανευφρόσυνο γεγονὸς τῆς εἰσόδου τῆς πανυπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ νομικοῦ ναοῦ, τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος στὰ Ἱεροσόλυμα. Γεγονός, ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς συναθροισθήκαμε, γιὰ νὰ τῆς προσφέρουμε τὴν κατὰ δύναμη δοξολογία καὶ εὐχαριστία, στὸν παλαίφατο τοῦτο ναὸ στὸ ἅγιό της ὄνομα, τὸν ἐπονομαζόμενο τῆς Ποδίθου, τὸν ὁποῖο ἡ εὐλάβεια δύο ἀρχόντων κατοίκων τῆς εὐλογημένης Γαλάτας, τοῦ Δημητρίου ντὲ Κορὸν καὶ τῆς συζύγου του Ἑλένης, ἀνήγειρε τὸ ἔτος 1502, ὡς μοναστηριακὸ ναὸ μίας μικρῆς μονῆς τῆς περιόδου τῆς ἑνετοκρατίας. Κι ὁ ναὸς τοῦτος, ποὺ ἀφιερώθηκε στὴν Παναγία τὴν Ἐλεοῦσα, κοσμήθηκε -δυστυχῶς ὄχι ὁλόκληρος- μὲ ὑψηλῆς δυτικότροπης τεχνοτροπίας νωπογραφίες, ὥστε σήμερα νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ δέκα στὴν Κύπρο μνημεῖα παγκόσμιας κληρονομιᾶς τοῦ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ τῆς Unesco.
Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας μας δὲν καταγράφεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ διασώθηκε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα καὶ σημαντικότερα ἀπόκρυφα χριστιανικὰ κείμενα, τὸ λεγόμενο Πρωτευαγγέλιον Ἰακώβου, ποὺ πραγματεύεται τὰ σχετικὰ μὲ τὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου, τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ζαχαρία, πατέρα τοῦ Προδρόμου, πράγμα ποὺ τὸ ἀνέδειξε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον δημοφιλῆ λαϊκὰ ἀναγνώσματα τῆς πρωτοχριστιανικῆς/βυζαντινῆς περιόδου. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς εὐρείας διάδοσής του, ἦταν ἡ ἐπίδρασή του στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Ἡ σύγχρονη ἔρευνα καταλήγει ὅτι τὸ κείμενο τοῦτο γράφηκε μᾶλλον στὴν Αἴγυπτο περὶ τὸ ἔτος 175 μ.Χ. Ὁ συγγραφέας του χρησιμοποίησε βιβλικὲς πηγές, ἀλλὰ καὶ ζῶσες μέχρι τὴν ἐποχή του παραδόσεις. Καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, παραμερίζοντας τὰ ὅσα μὴ ὀρθόδοξα σημεῖα τοῦ ἀρχαιότατου τούτου βιβλίου, ξεχώρισε μὲ τὴ διακριτική της χάρη ἀπὸ πρώιμους χρόνους τὰ ὅσα θεολογικὰ καὶ ἱστορικὰ ἔκρινε ὅτι εὐσταθοῦν καὶ τὰ ἐνέταξε στὴ λειτουργική της ζωή. Γι᾽ αὐτό, στηριζόμενη στὴν ἀρχαία ζῶσα παράδοσή της, καθὼς καὶ τὴ γραπτὴ μαρτυρία τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου, ὅπου αὐτὴ καταγράφεται, θέσπισε ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς τὴ σημερινὴ ἑορτή, ἡ ὁποία, ἀπὸ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες, ἑορταζόταν μὲ μεγάλη λαμπρότητα στὶς 21 Νοεμβρίου, ἤδη ἀπὸ τὸν ἕκτο/ἕβδομο αἰῶνα.
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὰ ὅσα καταγράφει ἡ ἀρχαιότατη αὐτὴ παράδοση καὶ ἐξυμνοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ γονεῖς τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, πέρασαν πολλὰ χρόνια ἁγίου ἐγγάμου βίου, χωρὶς νὰ μπορέσουν νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ὁπόταν, ἀποφάσισαν νὰ κάνουν θερμὴ στὸν Κύριο προσευχή, ὁ καθένας χωριστά. Καὶ εἰσακούστηκε ἡ θεοφιλής τους δέηση, καὶ ἀξιώθηκαν νὰ γεννήσουν τὸ τελειότερο πλάσμα, «τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ», αὐτήν, ποὺ θὰ γινόταν μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἁγία Ἄννα εἶχε ὑποσχεθεῖ πώς, ἂν γεννοῦσε παιδί, θὰ τὸ ἀφιέρωνε στὸν Θεό, ὅταν ἔγινε τριῶν ἐτῶν ἡ Παναγία μας, ἀποφάσισαν οἱ θεοφόροι γονεῖς της νὰ ἐκπληρώσουν τὸ τάμα τους καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν στὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, στὴ μόνιμη λατρεία τοῦ Θεοῦ. Κάλεσε τότε ὁ Ἰωακεὶμ νεαρὲς παρθένες Ἑβραῖες κόρες, ποὺ μὲ ἀναμμένες λαμπάδες συνόδευσαν τὴ λαμπάδα τοῦ ἀΰλου φωτός, τὴ μικρὴ Μαρία, στὸν νομικὸ ναὸ στὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου Ἰωάννη, ποὺ τὴν ἀνέμενε στὴν πύλη τοῦ ναοῦ μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβύτερους, τὴν πῆρε στὶς ἀγκάλες του, τὴν ἀσπάσθηκε καὶ τὴν εὐλόγησε, προλέγοντας πὼς στὸ πρόσωπό της θὰ ἐκπληρώνονταν οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία στὴ γῆ. Καί, πράγμα παράδοξο καὶ ἀνήκουστο, ὁ Ζαχαρίας, μὲ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς ἐνδοιασμοὺς καὶ χωρὶς φόβο τολμᾶ κάτι δίκαιο, ποὺ ξεπερνᾶ τὸν Νόμο, μᾶλλον ξεπερνᾶ τὸν ἀνθρώπινο νόμο καθὼς καὶ τὴν ἀσάφεια τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου, καὶ ὁδηγεῖ καὶ ἀποθέτει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τὴ Μαρία, ὡς τὸ ἁγιώτερο ἀφιέρωμα. Δέχεται ὁ τόπος αὐτὸς τὴν κόρη· ὁ τόπος, ποὺ κανεὶς ἄλλος ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν πατήσουν οὔτε οἱ ἱερεῖς, παρὰ μόνος ὁ ἀρχιερέας, κι αὐτὸς μία μόνο φορὰ τὸν χρόνο. Τώρα ὅμως περνώντας τὴν αὐλή, διασχίζοντας τὸ δεύτερο καταπέτασμα καὶ φτάνοντας στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὁρίζεται νὰ μένει ἐκεῖ ἡ παρθένος Μαρία συνεχῶς μαζὶ μὲ τὸν Θεό· κι αὐτὸ ἦταν ἕνας ἀρραβώνας μεταξύ τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐμφανίζεται ἀργότερα. Δείχνει μ’ αὐτή της τὴν ἐνέργεια ἡ Θεοτόκος προφητικὰ σ’ ἐμᾶς καὶ ἀνοίγει τὸν δρόμο σ’ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος γιὰ τὴν ἄνοδο καὶ εἴσοδό του στὰ οὐράνια καὶ ἀληθινὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Καὶ ἔτσι, μετὰ ἀπ’ αὐτό, φαίνεται ὅτι καταργεῖ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο· ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ μᾶς δικαιώσει καὶ νὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σχεδὸν μᾶς ἐμπόδιζε ὅλους νὰ μετέχουμε σὲ κάθε μορφὴ ἁγιότητας.
Ἔχοντας ἔτσι ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο, τοὺς γονεῖς της καὶ κάθε δεσμὸ μὲ τὰ γήινα, ἡ ἁγία Παρθένος παρέμεινε γιὰ δώδεκα ἔτη στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, τρεφόμενη ἀπὸ θεῖο ἄγγελο μὲ οὐράνια τροφὴ καὶ διάγοντας βίο ἀγγελικό, ἀνώτερο τῶν παθῶν, ζῶντας μόνο γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ἀτενίζοντας μὲ νοῦ καθαρὸ τὸ θεῖο κάλλος. Ἔφθασε λοιπὸν ἡ Παναγία μας σὲ τέτοια τελειότητα βίου (εἶναι γνωστὸ, ὅτι δὲν ἁμάρτησε οὔτε καὶ μὲ τὸν λογισμό), ὥστε προσείλκυσε τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ Πατέρα, καὶ τὴν ἔκανε Νύμφη Του, Νύμφη ὅμως Ἀνύμφευτη, μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Καὶ ὅταν ἔφθασε στὰ δεκαπέντε της ἔτη, οἱ ἱερεῖς τὴν παρέδωσαν στὸν σώφρονα καὶ δίκαιο Ἰωσήφ, ὡς φύλακα τῆς Παρθενίας της.
Αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινή μας πανήγυρη, αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἑορτάζουμε σήμερα, τὴν προσαγωγὴ τῆς Παρθένου Μαρίας στὸν ναὸ καὶ τὴν εἰσαγωγή της στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ἂς προσφέρουμε τὰ ὅποια ἀφιερώματά μας στὸν Κύριο, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο προέρχεται «πᾶσα δόσις ἀγαθή», μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμό, ἔχοντας ἐπίγνωση, πὼς κάθε καλὸ ποὺ ἔχουμε, δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς κόπους μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δύναμη καὶ τὴ Χάρη Ἐκείνου. Καὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε ὅ,τι καλύτερο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά μας, μά, τὸ σπουδαιότερο, τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας, καθαρμένα καὶ ἁγιασμένα. Γιατί, χωρὶς «ἁγιασμὸ καὶ καθαρότητα κανεὶς δὲν θὰ ἀντικρύσει τὸν Κύριο», ὅπως λέει ὁ Παῦλος. Ἂς ἀγωνιζόμαστε πρὸς μίμηση τῆς ἰσάγγελης ἐκεῖνης ζωῆς τῆς Θεοτόκου στὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, μὲ ἐγκράτεια, σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, εὐλάβεια, προσευχή, ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας.
Ἔτσι ἑορτάζουμε πραγματικά, ἀδελφοί! Μακάρι ἔτσι νὰ ἑορτάζουμε πάντοτε, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν πιὸ τέλεια εἴσοδο, στὰ οὐράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, παρθένες ψυχές, καθαρὲς ἀπὸ κάθε κακό, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ παρθενία. Ἡ ψυχή μας, νὰ κρατᾶ λαμπρὲς τὶς λαμπάδες ποὺ καῖνε τὸ ἔλαιο τῆς φιλανθρωπίας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε ἐκεῖ, «ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπό ἐμᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ Χριστός», ἔχοντας γιὰ βοηθό μας αὐτὴν τὴν ἴδια τὴ Θεοτόκο καὶ στὶς προθέσεις καὶ στοὺς λόγους καὶ στὶς πράξεις μας. Αὐτὴ μᾶς ἀξίωσε νὰ δεχτοῦμε τόσες πολλαπλὲς χάριτες ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ αὐτὴ τώρα μὲ τὴν ἑορτή της μᾶς ἁγιάζει, μὲ τὸ ἔλεος τῆς Παναγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου Εκτύπωση

ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ † Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

 

Την 21η του μηνός Νοεμβρίου, αδελφοί χριστιανοί, η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την Είσοδο στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μετά την Γέννηση της Παναγίας μας που εορτάσαμε στις 8 Σεπτεμβρίου, έχουμε τώρα στην δεύτερη θεομητορική εορτή, τα Εισόδιά Της στον Ναό. Είναι μεγάλη η εορτή αυτή. Δεν λέγεται μεν γι᾽ αυτήν στην Καινή Διαθήκη, αλλά η Αγία Γραφή συμπληρώνεται από την Ιερή μας Παράδοση. Ή, για να το πω καλύτερα, η πρώτη και μεγάλη πηγή της πίστης μας είναι η Ιερή Παράδοση. Η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη, είναι το γραπτό μέρος της Ιερής Παράδοσης. Η εορτή, λοιπόν των Εισοδίων της Παναγίας μας στον Ναό αναφέρεται από την Ιερή μας Παράδοση και έχουμε λόγους και ομιλίες και ύμνους των αγίων Πατέρων μας, που αναφέρονται στην γιορτή αυτή.

Στο σημερινό μου κήρυγμα, αδελφοί, θα σας πω ολίγα από μία ομιλία του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεοφυλάκτου, ομιλία αναφερομένη στην εορτή των Εισοδίων στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είναι πολύ καλός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής ο Θεοφύλακτος, γιατί έχει μελετήσει τον μέγαν, τον καλύτερο ερμηνευτή της Αγίας Γραφής, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και τον μεταδίδει με απλότητα στα Ερμηνευτικά του συγγράμματα.Στην αρχή της ομιλίας του ο Θεοφύλακτος λέγει ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να ομιλήσει για την Θεοτόκο. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παρουσιάζει κάπου την Ίδια την Παναγία να λέγει στον καθένα μας: «Μη ερεύνα τα βάθη της θεοτοκολογίας μου»! Αφού η αγιωσύνη της Παναγίας είναι ανώτερη από όλη την κτίση, δεν θα βρεθεί κανένα κτίσμα, ούτε και άγγελοι, για να υμνήσουν επάξια την Παναγία: «Ης γαρ η αγιωσύνη την κτίσιν πάσαν εκβέβηκεν, ουκ αν λόγος κτίσματος ταύτην αξίως υμνήσαι δύναιτο»! Αλλά στην συνέχεια ο σοφός πατήρ λέγει ότι δεν μπορούμε να αντιπαρέλθουμε «αλόγως», χωρίς ομιλία, δηλαδή, «την του Λόγου Μητέρα» και την «κατά λόγον ζωής» πρόξενο σε μας!
Γι᾽ αυτό λοιπόν και στην συνέχεια ξεχύνεται σε ύμνο προς την Θεοτόκο ο ερμηνευτής Θεοφύλακτος. Είπα ότι ολίγα μόνο από την ομιλία του θα σας αναφέρω, αδελφοί χριστιανοί, και παρακαλώ πολύ να τα προσέξετε.(α) Κατά πρώτον ο ομιλητής αρχίζει από την πτώση. Γιατί για να δούμε πόσο ψηλά μας ανέβασε ο Θεός, πρέπει να δούμε πόσο χαμηλά μας κατέβασε η αμαρτία, η πτώση μας. Και την πτώση μας ο Θεοφύλακτος την παριστάνει σαν ένα λίθο, που αποκόπηκε από ένα βράχο και στο κατρακύλισμά του όλο και έσπαγε σε μικρότερα κομμάτια! Ωραία εικόνα αυτή για την πτώση του ανθρώπινου γένους. Αποκοπήκαμε πραγματικά από τον Θεό και γι᾽ αυτό κομματιαστήκαμε και πέσαμε σε γκρεμούς και ρέματα. Και για την πτώση μας πάλι αναφέρει μια άλλη εικόνα ο Θεοφύλακτος. Την εικόνα όμως αυτή την δανείζεται από τον προφήτη Ησαία. Σ᾽ αυτήν ο προφήτης παριστάνει την κοινωνία των ανθρώπων σαν ένα ανθρώπινο σώμα, το οποίο από το κεφάλι μέχρι τα πόδια είναι καταπληγιασμένο (βλ. Ησ. 1,6) και δεν ξέρει κανείς πως να το θεραπεύσει. Ο Θεός όμως ξέρει!(β) Ο ποιητής Θεός, αγαπητοί μου, ο Θεός που είναι αγάπη, και μετά την πτώση δεν εγκατέλειψε το ποιηθέν πλάσμα Του και προνόησε για την ανόρθωσή του. Το πως προνόησε το γράφει η Παλαιά Διαθήκη. Με ποικίλλους τρόπους ο Θεός φρόντισε για μας. Όπως λέγει ο Θεοφύλακτος, «ούκουν απρονοήτους ημάς ο Κτίστης κατέλιπεν· αλλά και ομιλίαις και επιφανείαις συνετίζων και συμβιβάζων και ενυπνίοις σοφίζων και παντοίως ευεργετών και νόμον διδούς εις βοήθειαν»! Αλλά, χριστιανοί μου, με την αμαρτία χάλασε η φύση μας. Μπήκε ο θάνατος σ᾽ αυτήν. Και λοιπόν, όπως λέει ο Θεοφύλακτος, «φύσεως ην ανάγκη τους τικτομένους και φθείρεσθαι». Γι᾽ αυτό και είχαμε ανάγκη από ένα άλλο τρόπο θεραπείας, τρόπο που να επαναφέρει την φύση μας στην πρώτη της ροπή.
Ένα τρόπο που να αγιάσει και την γέννησή μας και να σταματήσει το ισχυρό ρεύμα του θανάτου. Όπως το λέγει ο ερμηνευτής Θεοφύλακτος, «έδει αγιασθήναι και την γέννησιν και στήναι τον του θανάτου χειμάρρουν διά της κοιλάδος της των αμαρτωλών γεννήσεως ρέοντα, τω μεγάλω της αγιωσύνης ανακοπέντα ερύματι». Ο τρόπος αυτός ήταν η σάρκωση του Υιού του Θεού, η γέννησή Του από γυναίκα. Αλλά έπρεπε να γεννηθεί πρώτα αυτή η γυναίκα, για να υπηρετήσει στον τόκο αυτό. Και γεννήθηκε από τους γονείς Ιωακείμ και Άννα, από την βασιλική φυλή του Ιούδα καταγωμένους. Η γέννησή Της ήταν θαυμαστή, γιατί η Άννα ήταν στείρα. Συμβαίνει στον Θεό, λέγει ο Θεοφύλακτος στην ομιλία του αυτή, «στους δυνατώτερους να δίνει τα βαρύτερα, ώστε και αυτοί να αμείβωνται λαμπρότερα και να γίνονται παράκληση και δίδαγμα για τους μετά από αυτούς»! Έτσι, λοιπόν, ο Ιωακείμ και η Άννα για να αποκτήσουν τέκνο κατέφυγαν σε προσευχή προς τον Θεό, «τον ποιητήν της κτίσεως, τον απ᾽ αρχής δόντα τον πληθυσμόν και την αύξησιν», και από την προσ­ευχή τους αυτή ζωοποιήθηκε η νενεκρωμένη μήτρα της Άννας και εγεννήθη θυγάτριον, η Παναγία!(γ) Κατά πρώτον θέλω να σας πω, χριστιανοί μου, ότι, όπως το είπαμε παραπάνω, η Παναγία γεννήθηκε κατά φυσικό τρόπο, από πατέρα και μητέρα. Και παρέμεινε εννέα μήνες στην κοιλία της μητέρας της Άννας, όπως συμβαίνει κανονικά με όλους τους ανθρώπους. Όπως λέγει ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος, αντικρούοντας τους αιρετικούς, «η γαρ Παρθένος και θεόπαις Μαρία τέλειον τον χρόνον των εννέα μηνών εν τη της Άννης κοιλία εξετέλεσεν, ως η φύσις η ανθρωπίνη δηλοί». Γιατί πρέπει να φανεί ότι η Παναγία είναι κανονική γυναίκα, ότι είχε κανονικό ανθρώπινο σώμα, και όχι, όπως το λέγουν οι Καθολικοί, ότι είχε ένα αιθέριο τρόπον τινά σώμα. Γιατί, αν η Παναγία δεν είχε πραγματικό ανθρώπινο σώμα, τότε ο Υιός του Θεού, που σαρκώθηκε σ᾽ Αυτήν, δεν έλαβε πραγματική ανθρώπινη φύση και άρα δεν την έσωσε, γιατί «το απρόσληπτον, αθεράπευτον», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος.
Η Παναγία, λοιπόν είναι κανονική άνθρωπος. Αλλά πρέπει να πούμε ότι η γέννησή Της δεν ήταν από σαρκική όρεξη, αλλά κατ᾽ επιταγήν Θεού, γι᾽ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το σπέρμα Ιωακείμ, από το οποίο έγινε η Παναγία, το ονομάζει «πανάμωμον σπέρμα»! Και το μυστήριο του γάμου σ᾽ αυτό αποβλέπει, χριστιανοί μου. Σκοπεύει τα πτωτικά να τα κάνει παραδείσια. Πτωτική είναι η όρεξη του γάμου, γιατί έχει σαρκικότητα. Αν δεν αμάρταναν οι πρωτόπλαστοι, θα πολλαπλασιάζονταν μεν, αλλά κατά παρθενικό τρόπο, που θα υπεδείκνυε η σοφία του Θεού, αλλά χωρίς σαρκικότητα. Και στην περίπτωσή μας βλέπουμε ότι η γέννηση της Παναγίας έγινε χωρίς καθόλου σαρκικότητα και γι᾽ αυτό το σπέρμα του Ιωακείμ καλείται «πανάμωμον» σπέρμα!
Οι ευσεβείς γονείς Ιωακείμ και Άννα αφιέρωσαν την θεόπαιδα Μαριάμ στον Θεό, ως ανταπόδομα προς Αυτόν για την θαυμαστή γέννησή Της. Την πρόσφεραν σε ηλικία τριών ετών στον Ναό. «Δώρον δωρούνται Θεού το θεόσδοτον αυτοίς αγαθόν», λέγει ο Θεοφύλακτος. Αυτό εορτάζουμε σήμερα, αδελφοί χριστιανοί. Τα εισόδια της Θεοτόκου! Έτσι έπρεπε να γίνει! Ο Ναός Θεοτόκος, ο καθαρώτατος Ναός, να πάει στον Ναό! «Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος… σήμερον εισάγεται εν τω οίκω Κυρίου»! Και εκπληρώνεται εδώ το ψαλμικόν, ότι «επιλανθάνεται η Παίς του οίκου του πατρικού, τω βασιλεί δε προσάγεται του κάλλους αυτής επιθυμήσαντι» (βλ. Ψαλμ. 44,11.12)! Και βέβαια η προσαγωγή και αφιέρωση της Παναγίας στον Ναό δεν ήταν απλή, αλλά έγινε με λαμπρή πομπή και δόξα, όπως λέγει ο Θεοφύλακτος. Μαζί με τους γονείς ήταν το «συγγενικόν» και το «γειτονικόν» και «όσον κατά φιλίας δεσμόν». «Συνέχαιρον πατέρες περί τον πατέρα» Ιωακείμ, «μητέρες περί την μητέρα» Άννα «και κόραι και νεάνιδες λαμπαδηφόροι». Και ακόμη, όπως λέγει ο Θεοφύλακτος, «πάσα εξηχείτο Ιεροσόλυμα την καινήν ταύτην πομπήν θεώμενοι»! Μεγαλοπρεπέστατον θέαμα, λοιπόν. Αλλά εδώ πολύ σύντομα θέλω να θίξω δύο θέματα και τελειώνω τον ταπεινόν μου λόγον:
(α) Πως ο αρχιερεύς δέχθηκε μίαν νεάνιδα στον Ναό και την τοποθέτησε μάλιστα στα Άγια των Αγίων; Αυτό δεν επιτρεπόταν από τον Νόμον, γιατί στον τόπο αυτό δεν επιτρεπόταν να εισέλθουν ούτε οι ιερείς παρά μόνο ο Αρχιερεύς και αυτός μια φορά μόνο τον χρόνο. Σ᾽ αυτό απαντάμε μαζί με τον Θεοφύλακτο ότι ο αρχιερεύς είδε κατά φώτιση Θεού τις λάμπουσες αρετές και την μελλοντική δόξα της τριετούς Παιδός, ερώτησε δε και ποιο είναι το θέλημα του Θεού από τα θεία μέταλλα, την «δήλωση» και την «αλήθεια», και, όπως λέγει, λοιπόν, ο Θεοφύλακτος, «χωρίς φόβο και χωρίς συστολή ετόλμησε να υπερβεί τον νόμον, να διαβεί τον γνόφον του γράμματος και να φέρει το αφιέρωμα στα Άγια των Αγίων και να το αποθέσει εκεί»! «Ω καινόν μεν πράγμα, καινόν δε άκουσμα! Θήλυ Παιδίον τοις του Θεού αδύτοις και αθεάτοις ενδιαιτώμενον»!(β) Το δεύτερον θέμα, σχετικό με την εορτή, είναι το πως ζούσε η Παναγία εκεί. Τι έτρωγε; Η Παναγία εις τα Άγια των Αγίων ζούσε ένα παραδείσιο βίο, όπως ο Αδάμ και η Εύα πριν από την πτώση τους. Ο άγγελός Της, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, της έφερε μία ουράνιο τροφή, για την οποία δεν ξέρουμε ποια ήταν, σαν το «Μάννα» εκείνο που έτρωγαν οι Ισραηλίτες στην έρημο. Εκεί η Παναγία άκουε από τις κάθε Σάββατο ακουόμενες διδασκαλίες των Νομοδιδασκάλων για την πτώση του ανθρωπίνου γένους και προσευχόταν για την ανόρθωσή του, για την σωτηρία του. Το λέγουμε αυτό στο Θεοτοκίον «Σε την μεσιτεύσασαν την σωτηρίαν του γένους ημών…». Ναί! Όταν η Παναγία βρισκόταν στον Ναό, από τριών έως δεκαπέντε ετών, προσευχόταν για την σωτηρία των ανθρώπων. Και τώρα το ίδιο κάνει η Παναγία μας. Προσ­εύχεται για μας η «εν πρεσβείαις ακοίμητος Θεοτόκος». Σώσε μας, Κύριε Ιησού Χριστέ, διά πρεσβειών της παναχράντου Σου Μητρός.
† Ο  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

21 Νοεμβρίου, τα εισόδια της Θεοτόκου – Ιωάννου Φουντούλη, αειμήστου καθηγ. του Α.Π.Θ


Την 21η Νοεμβρίου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας τα Εισόδια της Θεοτόκου ή όπως αναλυτικώτερα γράφει το συναξάριο της ημέρας: «την μνήμην της εν τω ναώ εισόδου της Θεομήτορος». Κατά την εορτή της Κοιμήσεως είχαμε την ευκαιρία να μιλήσωμε για την επίδρασι των αποκρύφων ευαγγελίων στην σύστασι και ανάπτυξι των θεομητορικών εορτών, στην υμνογραφία και εικονογραφία των. Και στην προκειμένη περίπτωσι έχομε ένα από τα χαρακτηριστικώτερα παραδείγματα των επιδράσεων αυτών. Ο βίος της Θεοτόκου, εκτός από τις αφηγήσεις των αυθεντικών Ευαγγελίων για τον ευαγγελισμό, την επίσκεψι στην Ελισάβετ και τα άλλα περιστατικά της ζωής της, που άμεσα συνδέονται με τον βίο και το έργο του Κυρίου, δεν μας είναι γνωστός παρά μόνο από τις διηγήσεις των αποκρύφων, που ανέλαβαν να συμπληρώσουν τα υπάρχοντα κενά. Την είσοδό της στον ναό, που εορτάζομε, μας την περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Το άτεκνο ζεύγος του Ιωακείμ και της Άννης αποκτούν κατά θεία επαγγελία τέκνο, την Μαρία, και τώρα, τριετίζουσα, την αφιερώνουν στον ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα, κατά την υπόσχεσί των, για να ανατραφή εκεί και να διακονή σ΄αυτόν. Την υποδέχεται ο αρχιερεύς Ζαχαρίας, ο κατόπιν πατήρ του Προδρόμου, και προφήτης αυτός, γνωρίζοντας τον θείο προορισμό της κόρης, την εισάγει κατά μοναδική εξαίρεσι στα άγια των αγίων, όπου και ανατρέφεται με τροφή που της έφερναν οι άγγελοι. Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα της σημερινής εορτής. Έτσι το βλέπομε αποτυπούμενο στις εορτολογικές εικόνες και έτσι το ακούομε υμνούμενο από την ιερά υμνογραφία της εορτής.
Μεγάλη βασιλική προς τιμήν της Θεοτόκου έκτισε ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός στην θέσι του παλαιού ιουδαϊκού ναού των Ιεροσολύμων, στον λόφο Μορία. Τα εγκαίνιά του έγιναν την 21η Νοεμβρίου του έτους 543. Ο ναός αυτός ωνομάζετο «Αγία Μαρία η Νέα» ή «Νέα Εκκλησία». Από τον τόπο όπου είχε κτισθή, όπου πριν ήσαν τα «άγια των αγίων», ήταν εύκολο να συνδυασθή με την διήγησι του Πρωτευαγγελίου. Έτσι η εορτή των εγκαινίων του ναού αυτού, συνεδέθη με την διήγησι εκείνη και διεδόθη στον χριστιανικό κόσμο σαν εορτή, όχι πια των εγκαινίων της «Νέας Εκκλησίας», που είχε καθαρώς τοπικό χαρακτήρα, αλλά σαν μνήμη της εισόδου της Παναγίας στα άγια των αγίων, σαν «Εισόδια της Θεοτόκου». Κάτι παρόμοιο είδαμε να συμβαίνη και με την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που βρήκε και αυτή την θέσι της στο εορτολόγιο την ημέρα των εγκαινίων του ναού της Γεσθημανή, που είχε κτισθή επάνω στον τάφο της.
Στο θέμα της σημερινής εορτής συναντάται και παραλληλίζεται ο ναός της Παλαιάς Διαθήκης με τον ναό της Καινής. Το παλαιό σκήνωμα του Θεού, με το νέο. Ήταν εκείνος ναός του μόνου αληθινού Θεού. Σκήνωμά Του μεταξύ των ανθρώπων. Ναός καθαρός, άγιος, αμίαντος. Σ΄αυτόν ετελεσιουργείτο το μυστήριο της πνευματικής παρουσίας του Θεού στο μέσον του λαού Του. Αυτός που ο ουρανός του ουρανού δεν Τον χωρούσε, κατοικούσε στο ιερό αυτό κτίσμα. Πολύ χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Σολομών στην προσευχή που ανέπεμψε κατά την μεγάλη ημέρα των εγκαινίων του: «ότι ει αληθώς κατοικήσει Θεός μετά ανθρώπων επί της γης; Ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι, και τίς ο οίκος ούτος, ον ωκοδόμησα;» 1 . Και όμως ο αχώρητος Θεός αυτόν τον τόπον ηγάπησε και εξέλεξε. «Αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος, ώδε κατοικήσω ότι ηρετησάμην αυτήν», ψάλλει για την Σιών ο ιερός ποιητής του 131ου ψαλμού. Προς αυτόν τον ναό και μόνο συνέτρεχε ο Ισραήλ και ανέφερε την μόνη δεκτή και ευάρεστο στον Θεό λατρεία. Ήταν ο μόνος ναός, του μόνου αληθινού Θεού.
Σ΄αυτόν τον ναό τώρα προσφέρεται η Παρθένος. Τριετής αυτή, προσάγεται σαν καθαρά και άμωμος θυσία του ανθρωπίνου γένους προς τον Θεό, όπως ο γενάρχης Αβραάμ προσέφερε τριετίζουσα δάμαλι θυσία στον Θεό 2 . Και η λογική αυτή ζώσα θυσία γίνεται αποδεκτή από τον Θεό και εισάγεται σ΄αυτά τα άγια των αγίων, στο άδυτο ενδιαίτημα του Θεού. Το επίγειο κατοικητήριο του παντάνακτος Θεού, γίνεται κατοικία της πιο εκλεκτής και πιο αγνής υπάρξεως που παρήγαγε ποτέ το ανθρώπινο γένος. Αυτό θριαμβευτικά ψάλλει το δοξαστικό των αίνων του όρθρου της εορτής, ποίημα Λέοντος του μαϊστορος του β΄ ήχου, που θα ακούσωμε:
Σήμερον, τω Ναώ προσάγεται, Δοξαστικόν των αίνων των Εισοδίων, ήχος Β. –
«Σήμερον τω ναώ προσάγεται
η πανάμωμος Παρθένος,
εις κατοικητήριον του παντάνακτος Θεού
και πάσης της ζωής ημών τροφού.
Σήμερον το καθαρώτατον αγίασμα,
ως τριετίζουσα δάμαλις,
εις τα άγια των αγίων εισάγεται.
Ταύτη εκβοήσωμεν, ως ο άγγελος ˙
Χαίρε, μόνη εν γυναιξίν ευλογημένη».
Ο ναός αυτός, ο νομικός, ήταν ο τύπος της Παρθένου Μαρίας, η προφητική εικών και η προτύπωσις του υπερφυούς μυστηρίου που συνετελέσθη μέσα στα σπλάχνα της αγνής κόρης. Γιατί μόνο σ΄αυτήν κατώκησε ο μόνος Θεός. Η μητρική κοιλία της έγινε τα άγια των αγίων, στα οποία εσκήνωσε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή ανεδείχθη η αληθής σκηνή του μαρτυρίου του Θεού, ο επίγειος άχραντος και ακατάλυτος ναός Του , η έμψυχος και άψαυστος κιβωτός της διαθήκης του Θεού. Αυτήν παραδόξως προδιετύπωσαν η στάμνος με το μάννα, τον άρτον των αγγέλων που έφαγαν οι άνθρωποι του παλαιού νόμου, και η ξηρά ράβδος του Ααρών που εβλάστησε, για να σημάνη την θεία εκλογή και πρόκρισι του παλαιού ιερατείου, τα ιερά δηλαδή αντικείμενα που εφυλάσσοντο μέσα στην κιβωτό της διαθήκης, σαν μαρτύρια της διαθήκης του Θεού με τον λαό Του τον Ισραήλ 1 . Αυτήν ακριβώς την Θεοτόκο εξεικόνιζε και η κατά ανατολάς πύλη του ναού, που είδε στο όραμά του ο προφήτης Ιεζεκιήλ. Η πύλη, από την οποία εμπήκε στον κόσμο ο Θεός και έμεινε για πάντα «κεκλεισμένη» 3 . Αυτήν προφητικά εσυμβόλιζε και το καταπέτασμα του ναού, που εκρέμετο μεταξύ Θεού και ανθρώπων και εχώριζε, αλλά και ήνωνε, τα άγια του ιουδαϊκού ναού προς τα άγια των αγίων 4 . Ακριβώς τις προφητικές αυτές εικόνες χρησιμοποιεί ο υμνογράφος Γεώργιος για να ψάλη την δόξα της Θεοτόκου και για να υμνήση την αγνή παρθένο, την ανωτέρα πάντων των ποιημάτων. Δύο χαρακτηριστικά τροπάρια της θ΄ ωδής του πρώτου κανόνος της εορτής, τον ειρμό και το τρίτο τροπάριο, θα ακούσωμε να ψάλλωνται. Προτάσσεται και των δύο το μεγαλυνάριο, που εισάγει όλα τα τροπάρια της ωδής αυτής:
Ο ειρμός της Θ. Ωδής του Α. Κανόνος των Εισοδίων –
«Άγγελοι την είσοδον της Παρθένου
ορώντες εξεπλήττοντο,
πώς η Παρθένος εισήλθεν
εις τα άγια των αγίων».
«Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ
ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμυήτων ˙
χείλη δε πιστών τη Θεοτόκω ασιγήτως
φωνήν του αγγέλου αναμέλποντα,
εν αγαλλιάσει βοάτω ˙
Όντως ανωτέρα πάντων
υπάρχεις, Παρθένε αγνή».
«Άγγελοι και άνθρωποι της Παρθένου
την είσοδον τιμήσωμεν,
ότι εν δόξη εισήλθεν
εις τα άγια των αγίων».
«Παραδόξως προδιετύπου, αγνή,
ο νόμος σε σκηνήν και θείαν στάμνον,
ξένην κιβωτόν και καταπέτασμα και ράβδον,
ναόν ακατάλυτον και πύλην Θεού ˙
όθεν εκδιδάσκει σοι κράζειν ˙
Όντως ανωτέρα πάντων
υπάρχεις, Παρθένε αγνή».
Πώς ο αχώρητος Θεός εχώρησε μέσα στα σπλάχνα της Παρθένου; Πώς η αγνή κόρη του Ιωακείμ και της Άννης έγινε επουράνιος σκηνή του Λόγου του Θεού; Πώς από την παρθενική της σάρκα έλαβε το ανθρώπινο φύραμα ο Υιός του Θεού; Πώς το πεπερασμένο σώμα της έγινε πλατύτερο από τους ουρανούς; Αυτό είναι το μυστήριο του νέου εμψύχου ναού του Θεού. Σ΄αυτόν συνηντήθη ο άνθρωπος με τον Θεό, γιατί μέσα της ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνη ο άνθρωπος Θεός. Εκείνο που προετύπωνε ο σκιώδης ναός, που την δέχθηκε σήμερα στα άδυτά του, έγινε πραγματικότης σ΄αυτήν. Δι΄αυτής εισήχθη η χάρις και δι΄αυτής το Πνεύμα το άγιον ανεκαίνισε την καταφθαρείσα φύσι. Αυτό ακριβώς θα ακούσωμε να μελωδή ο ιερός ποιητής του κοντακίου της εορτής:
Ο Καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος –
«Ο καθαρώτατος ναός του Σωτήρος,
η πολυτίμητος παστάς και παρθένος,
το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού,
σήμερον εισάγεται εν τω οίκω Κυρίου,
την χάριν συνεισάγουσα
την εν Πνεύματι θείω,
ην ανυμνούσιν άγγελοι Θεού ˙
Αύτη υπάρχει σκηνή επουράνιος».
«Καθαρώτατος ναός», λοιπόν, η Θεοτόκος. «Σκηνή επουράνιος». Αυτό είναι το θεολογικό νόημα της σημερινής εορτής. Δεν είναι απλώς ανάμνησις της αποκρύφου διηγήσεως, αλλά κάτι το βαθύτερο και ουσιαστικώτερο. Η έξαρσις της θεομητορικής ιδιότητος της Μαρίας. Η υπογράμμισις του δόγματος της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ο πανηγυρισμός και η λειτουργική εξύμνησις της Μητρός του Θεού, της Θεοτόκου, του ζώντος ναού και του αχράντου κατοικητηρίου του Θεού. «Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων» 1 .
Αλλά η εορτή αυτή έχει και μία εκκλησιολογική θεολογική διάστασι. Η Θεοτόκος είναι και τύπος της Εκκλησίας. Του νέου λαού του Θεού, μέσα στον οποίον κατοικεί ο Θεός και εμπεριπατεί 2 . Όλων ημών, που δια της σαρκώσεως του Θεού Λόγου σ΄αυτήν και από αυτήν, εγίναμε ναοί του Θεού του ζώντος , επίγεια κατά χάριν σκηνώματα και αχειροποίητοι οίκοι του επουρανίου Θεού. Το γράφει ρητώς ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ, και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν ημίν;… Ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστίν, οίτινες εστέ υμείς» 3 .
(21 Νοεμβρίου 1970)
Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
1. Αποκ. 21, 3.
2. Β΄Κορ. 6, 16.
3. Α΄Κορ. 3, 16 – 17.
(Από το βιβλίο του αειμνήστου Καθηγητού του Α. Π. Θ., Ιωάννου Φουντούλη“Λογική Λατρεία”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984).

Λόγος πανηγυρικός εις τα Εισόδια της Θεοτόκου [κείμενο]


 «Και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο Οίκος Κυρίου». (Ιεζεκ. Κεφ. μα')

Ηλία Μηνιάτη, (1669-1714) Επισκόπου Κερνικης και Καλαβρύτων

Ιδού η μεγαλύτερα θυσία, όπου να έγεινε προς τον Θεόν, αφού εκτίσθη ο κόσμος. Μαρία, η αειπάρθενος κόρη, εις την ηλικίαν τριών χρόνων προσφέρεται να αφιερωθή προς τον Κτίστην, εις τον ναόν της Ιερουσαλήμ. Καθώς δεν εστάθη άλλο ένα τελειότερον πράγμα, έτσι δεν εστάθη άλλη μία τιμιωτέρα προσφορά και εις τον Θεόν πλέον ευπρόσδεκτος. Όθεν, όταν εγώ με ευλαβητικήν θεωρίαν στοχάζομαι την σεβάσμιον ταύτην είσοδον, φαίνεται μοι να βλέπω ένδοξον αλη­θινά και λαμπράν πανήγυριν εδώ κάτω εις την γην, μέσα εις την αγίαν πάλιν άλλ' όμως και άλλην ενδοξοτέραν και λαμπροτέραν φαν­τάζομαι εκεί επάνω εις τον ουρανόν, μέσα εις τον παράδεισον. Βλέ­πω εδώ να προπορεύωνται λαμπαδηφόροι παρθένοι, πανηγυρίζουσαι χαρμασύνως την αειπάρθενον και εκεί αστραπομόρφων αγγέλων ταξιαρχίαι να χορεύουσιν, υμνολόγουσαι φαιδρώς την εν σώματι καθαρωτέραν των Ασωμάτων.

Εδώ ο μέγας αρχιερεύς απλώνει τας ευλαβητικάς χείρας και, θεία επιπνοία εμφορηθείς, εισάγει μέσα εις τα άγια των αγίων την έμψυχον κιβωτόν τού αγιάσματος˙ και εις τον ίδιον καιρόν ανοίγει τους μακαρίους κόλπους ο προαιώνιος πατήρ και δέχεται εκ δεξιών τού θρόνου της θείας μεγαλειότητος τού υιού αυτού την προορισθείσαν μητέρα. Διπλή είναι η είσοδος της κεχαριτωμένης Θεόπαιδος· μία μεν ορατή εδώ εις το ιερόν, και άλλη νοερά εκεί εις τας λαμπρότητας των αγίων και δια τούτο, εδώ πλήρης θείας φωτοφανείας ακτινοβολεί ο ναός τού Σολομώντος, και εκεί διπλούν αστράπτει της τρισηλίου θεαρχικής αίγλης το τρισόλβιον φως· όθεν ίσως εις τούτο αφεώρα ο Ιεζεκιήλ, όταν έλεγε˙ «και είδον, και ιδού πλή­ρης δόξης ο οίκος Κυρίου»· ο οίκος Κυρίου, και επίγειος δηλαδή και ουράνιος. Όμως εγώ, φιλέορτοι ακροαταί, δεν θέλω σήμερον να στοχασθώ άλλο, ούτε εις την γην ούτε εις τον ουρανόν, παρά αυτήν την θοοχαρίτωτον Κόρην, την οποίαν, βλέποντας να εμβαίνη εις τον ναόν τού Θεού, την στοχάζομαι αληθινά ένα έμψυχον ναόν της Θεότητας, περί τού οποίου ημπορώ να ειπώ αρμοδιώτερον «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου».

Και ο ναός τού Σολομώντος και ο,τι ευρίσκετο μέσα εις τον ναόν ιερόν και σεβάσμιον, όλα ήτον τύπος των προνομίων της παρθένου Μαρίας, η οποία αληθινά είναι ναός έμψυχος τού Θεού. Και πρώτον μεν αυτός ο Σολομών, οπού μεθερμηνεύεται βασιλεύς ειρήνης, ο κτί­στης τού ναού, εις τού οποίου την οικοδομήν έβαλεν όλον του τον πλούτον και σοφίαν, δια να κάμη το μεγαλοπρεπέστατον και ωραιότατον έργον, οπού να εφαίνετο εις την γην, είναι εικών τού ουρανίου δημιουργού και παμβασιλέως Θεού, οπού λέγεται εν ταις Γραφαίς «άρχων ειρήνης», οπού, δά να πλάση την παρθένον Μαρίαν, επεχειρίσθη όλον τον πλούτον της θείας του παντοδυναμίας, της θείας του σοφίας, της θείας του αγαθότητος, δια να κάμη το τελειότερον και ευγενέστερον ποίημα εις την φύσιν των όντων.

Αυτή η Παρθένος το ομολογεί: «εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός· εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού»· οπού θέλει να ειπή: δια να την πλάση ο Θεός, έκαμε τόσον, όσον εδύνατο να κάμη ένας Θεός παντοδύναμος. Την έπλασε με ένα κάλλος σωματικόν, οπού παραβαλλόμενον, αυξάνει πολύ αυτό το κάλλος των άυλων πνευμάτων. Με μίαν ψυχήν, σκεύος δεκτικόν όλων ομού των υπερφυών χαρισμάτων τού πνεύματος· Με ένα νουν, φωτισμένον προς την γνώσιν της αληθείας, με όλας τας ακτίνας των θείων εκλάμψεων. Με θείαν θέλησιν, αναμμένην προς την έφεσιν τού αγαθού, με όλας τας φλόγας τού θείου έρωτος, οπού εστάθη ακατά­παυστα ενεργούν και συνεργούν το πανάγιον Πνεύμα. Ο Ιερός Αυ­γουστίνος ονομάζει την πλάσιν της παρθένου: «έργον αϊδίου βουλής». Τούτος ο κόσμος, οπού βλέπομεν.......................

Πράγμα εξαίσιον εστάθη εις την οικοδομήν τού ναού˙ διατί λέ­γει «και ο οίκος εν τω οικοδομείσθαι αυτόν, λίθοις ακροτόμοις ολοκλή-ροις ωκοδομήθη˙ και σφύρα και πέλεκυς και παν σκεύος σιδήρου ουκ ηκούσθη», και τα εξής... Αλλά διατί τόση έξοδος και τόση επιμέλεια εις την οικοδομήν; διατί· και τα εξής...................

Αλλά πλέα εξαίσιον πράγμα εστάθη εις την Παρθένον, η οποία, επειδή και έμελλε να είναι (καθώς ψάλλει η Εκκλησία) ο καθαρώτα-τος ναός τού Σωτήρος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης τού Θεού, το κατοικητήριον της σεσαρκωμένης Θεότητος, το έμψυχον παλάτιον τού ουρανίου Βασιλέως, ήτον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν—λέγει ο θεολόγος — προετοιμασμένη, προκαθαρμένη, τετελειωμένη, κεχαριτωμένη. «Άνθρωπος Θεός κυηθείς εκ Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι»· εις τρόπον ότι η Παρθένος Μαρία, όταν έγεινεν από τον Θεόν, υπερέβη την φύσιν τού νόμου, και όταν εγέννησε τον Θεόν, υπερέβη τον νόμον της φύσεως. 1

Εννέα πράγματα ήτον μέσα εις τον ναόν τού Σολομώντος, τα ιερώτερα και σεβασμιώτερα· πρώτον η Επτάφωτος λυχνία· δεύτερον η τράπεζα της προθέσεως των άρτων τρίτον το χρυσούν θυμιατήριον τέταρτον, η στάμνος η χρυσή, όπου είχε το μάννα· πέμπτον, αι πλά­κες της Διαθήκης, όπου ήτον γραμμένος ο δεκάλογος· έκτον, η ράβδος τού Ααρών, όπου εβλάστησεν εβδομον, η κιβωτός· όγδοον τα Χερουβίμ, όπου επεσκίαζον το Ιλαστήριον και έννατον τα άγια των άγιων όλα τύπος, όλα αινίγματα και σκιαί των προνομίων της Θεομήτορος. Αυτή ήτον όντως η επτάφωτος λυχνία των επτά χαρισμάτων τού α­γίου Πνεύματος, με τα οποία έλαμπε — λέγει ο μέγας Αθανάσιος — από τους πρώτους χρόνους της ηλικίας. Αυτή ήτον η ζωηφόρος τρά­πεζα του άρτου της ζωής. Αυτή το χρυσούν θυμιατήριον όπου εκράτησεν αφλέκτως το πυρ της Θεότητος. Αυτή η στάμνος η χρυσή, οπού εβάσταξε το ουράνιον μάννα. Αυτή η πλάκα, οπού έφερε σωματούμενον τον ενυπόστατον Λόγον. Αυτή η ράβδος, όπου εβλάστησε παραδό­ξως το άνθος της αφθαρσίας. Αυτή η κιβωτός, οπού έσωσεν εκ τού κα­τακλυσμού της αμαρτίας το ανθρώπινον γένος. Αυτή το θείον ιλαστήριον, οπού επεσκίαζεν, όχι τα Χερουβίμ, άλλ' αυτή η δύναμις τού Υψίστου. Αυτή η θεοδόχος γαστήρ, τα όντως άγια των αγίων, οπού άπαξ εισήλθεν ασπόρως και εξήλθεν αφθόρως ο αθάνατος Αρχιερεύς, όταν ο Λόγος σαρξ εγένετο.

Και ιδού η Παρθένος Μαρία, ναός έμψυχος τού Θεού, τον οποίον επροεικόνιζε τυπικώς εκείνος τού Σολομώντος· όθεν και η δό­ξα εκείνη, οπού επλήρωσε μετά την καθιέρωσιν τον ναόν τού Σολο­μώντος, αίνιγμα μόνον αμυδρόν ήτον της απειρουσίου δόξης, οπού επλήρωσε την Θεομήτορα, περί της οποίας προφητικώς το Πνεύμα το άγιον προανεφώνησε˙ «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυ­ρίου». Διατί, τριών χρόνων ούσα η Παρθένος, εισήλθεν εις τον ναόν; εις τους τρεις χρόνους, γνωρίζεται το μέγεθος της ηλικίας τού ανθρώπου˙ όστις, όσος είναι εις τους τρεις χρόνους, δύο φοραίς τόσον ακόμη αυξάνει και όχι περισσότερον ή ολιγώτερον το σημειώνει ο μέγας Βα­σίλειος εις την εξαήμερον: «όσος εν τη τριετία, δις τοσούτος έσται».2 Τριών χρόνων ήτον η Παρθένος και είχε τόσην αγιότητα οπού ενομίσθη αξία να εισέλθη εις τα άγια των αγίων, όπου δεν εισέβαινε τινάς άλλος, παρά μόνος ο Αρχιερεύς, και τούτος μίαν φοράν τον χρόνον λοιπόν από τούτο απεικάζομεν, πως η Παρθένος με τον καιρόν έμελλε να αυξήση δύο φοραίς τόσον ακόμη εις την αγιότητα˙ ήγουν, καθώς ούσα τριών χρόνων υπερέβαινεν εις την αγιότητα όλους τους δικαίους και προφήτας και πατριάρχας τού παλαιού νόμου· έτσι έμελ­λε να αυξήση άλλο τόσον εις την αγιότητα, άλλο τόσον να υπερέβη όλους τους Αποστόλους και μάρτυρας και οσίους και διδασκάλους της Εκκλησίας· Και πάλιν άλλο τόσον να υπερέβη όλους και Αγγέλους και Αρχαγγέλους και Σεραφείμ και Χερουβείμ του ουρανού. Όθεν, αν τριών χρόνων έφθασεν έως εις τα άγια των αγίων τού ναού, έως τέλους θέλει φθάσει έως εις τα άγια των αγίων τού παραδείσου˙ Έως δηλαδή εις αυτόν τον θρόνον της τρισηλίου Θεότητός. Και εδώ αλη­θινά την προείδεν ανεβασμένην ο προφητάναξ Δαυίδ: «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου»· και τούτο είναι το σωστόν μέγεθος της αγιότητας, οπού έλαβεν η Παρθένος, ο έμψυχος ναός τού Θεού˙ πλήρης χάριτος εδώ εις την γην, πλήρης δόξης εις τον ουρανόν «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου».

Αλλά εσύ, δεδοξασμένη Παρθένε, εσύ εμβαίνεις σήμερον εις τον ναόν τού Θεού, ο έμψυχος ναός τού Θεού· εμβαίνεις εις τα άγια των αγίων, το ηγιασμένον σκήνωμα τού Υψίστου· εμβαίνεις εις το ιλαστήριον τού Κυρίου, ο ιλασμός των ψυχών ημών˙ και ημείς, ωσάν αι λαμπηδοφόροι Παρθένοι, με καρδίας αναμμένος από ευλάβειαν, σε δορυφορούμεν νοερώς και πανηγυρίζομεν εν αγαλλιάσει πνευματική τα ένδοξά σου εισόδια.3

1. Λογ. κβ', εις τον Ευαγγελ.
2. Ομιλ. Γ.
3. Επειδή ο λόγος ούτος δεν είναι κυρίως ειμή σημειώσεις τινές του συγγραφέως, δια τούτο ετέθησαν εν τω μεταξύ αι φαινόμεναι στιγμαί προς δείξιν των ελλείψεων,
Πηγή: engolpion

Σήμερον ναός ο έμψυχος" Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφειμ


Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφειμ
Είναι παράδοση της Εκκλησίας μας, όταν αναφερόμαστε στο πρόσωπο του Χριστού, να θέτουμε «φυλακή» στο στόμα μας κατά τον ιερό ψαλμωδό: «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου». Και τούτο, γιατί είμαστε άγευστοι της χάριτος του Θεού και, συγχρόνως, δεν διαθέτουμε και την καρδιακή καθαρότητα.
Εξίσου, επίσης, σημαντικό είναι να περιφρουρούμε το στόμα μας και τα χείλη μας, όταν πρόκειται να μιλήσουμε περί του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αν ο Μωυσής άκουσε τη φωνή του Θεού που του έλεγε: «λύσε το υπόδημα των υποδημάτων σου μπροστά στην φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο», πόσο μάλλον οφείλουμε προσοχή για το πως θα σταθούμε και θα μιλήσουμε για το πρόσωπο, το οποίο ουράνωσε το γεώδες ημών φύραμα!
Γι’ αυτό και παρακαλούμε μαζί με τους αγίους υμνωδούς της Εκκλησίας μας, κάθε φορά που γιορτάζουμε ένα θεομητορικό γεγονός, να μας δώσουν «γλώσσαν και προφοράν και λογισμόν ακαταίσχυντον», προκειμένου να μιλήσουμε για Κείνη που μας έδωσε την δυνατότητα, κατά την έκφραση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, «ταις αισθήσεσιν οράν εν σχήματι», να βλέπουμε τον Μονογενή Υιό του Θεού που έγινε άνθρωπος στα πανάχραντα σπλάχνα της, προκειμένου να ανακαινίσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Κι αν ακόμα διαθέταμε την καθαρότητα των Αγγέλων, την ομολογία και το αίμα των Μαρτύρων, αν ακόμη ήμασταν στολισμένοι με τα δάκρυα των Οσίων, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα μεγαλεία της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός».
«Ταύτην ουκ ανθρωπίνη γλώττα, ουκ αγγέλων νους υπερκόσμιος κατ' αξίαν ευφημήσαι δύναται, δι' ης ημίν δέδοται την δόξαν Κυρίου τηλαυγώς κατοπτρίζεσθαι». Αληθινά δεν υπάρχει γλώσσα ανθρώπου, ούτε υπερκόσμιος αγγελικός νους, που να μπορεί επάξια να υμνήσει Εκείνη με την οποία μας δόθηκε η δυνατότητα να θεωρούμε καθαρά την δόξα του Κυρίου...Ενώνοντας όμως τον πόθο με τον φόβο και πλέκοντας κι από τα δυό διπλό στεφάνι με ιερή ευλάβεια και τρεμάμενο χέρι και ψυχή όλο πόθο, ας προσφέρουμε με ευγνωμοσύνη στην Μητέρα του Βασιλέως, Αυτήν που ευεργέτησε όλη την κτίση1.
Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας στο πρόσωπο της Παναγίας βλέπουν την εκπλήρωση όλων των ιερών προτυπώσεων, των προφητειών και των προεικονίσεων της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι η αποκορύφωση και ο καρπός όλης της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής2, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα το ανθρώπινο γένος για την υποδοχή του Σαρκωθέντος Χριστού. Γι' αυτό, γεμάτος θαυμασμό θα γράψει ο θεοφόρος Νείλος της Δαμασκού: «Και ποιά είναι η Παρθένος, την οποία προείδε ο Ησαΐας εν γαστρί έξειν και τέξεσθαι Θεόν; ... Ποιό είναι ακόμη το βουνό του Δανιήλ εξ ούπερ ο ακρογωνιαίος ετμήθη λίθος Χριστός ουχ υποστάς ανδρός εγχειρίδιον; Ας έλθει γεμάτος πνεύμα Θεού ο Ιεζεκιήλ για να μας δείξει την κλειστή πύλη που διάβηκε ο Κύριος ουκ ανοιγομένην, καθώς προφητικώς προεκήρυξε»3.
Πόσο θαυμαστά θα ψάλλουν ακόμη οι υμνογράφοι της Εκκλησίας: «Άνωθεν οι Προφήται σε προκατήγγειλαν• στάμνον, ράβδον, πλάκα, κιβωτόν, λυχνίαν, όρος αλατόμητον, χρυσούν θυμιατήριον και σκηνήν, πύλην αδιόδευτον, παλάτιον και κλίμακα, και θρόνον του Βασιλέως»4.
Τι είναι όμως η Παναγία; Ένας ύμνος βγαλμένος από την εμπειρία και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος αλλά και την γραφίδα του Σαββαΐτου Μοναχού και Πρεσβυτέρου Ιωάννου, μας ερμηνεύει «όσον εφικτόν το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου» : «Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος, ηγιασμένε Ναέ». Η Θεοτόκος είναι ο Ηγιασμένος Ναός.
Ναός η Παναγία, αφού δέχθηκε στα παρθενικά της σπλάχνα, όχι απλώς την ουράνια βροχή, αλλά Αυτόν τον Κύριο των νεφελών, κατά την έκφραση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Ο Θεός βρήκε στο πρόσωπό της τον έμψυχο ναό που αναζητούσε για να κατοικήσει σωματικά. Έτσι, διακονεί το σχέδιο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, χορηγώντας «τω Κτίστη τω κτισθήναι και Πλάστη το πλασθήναι και τω Υιώ του Θεού και Θεώ το σαρκωθήναι και ανθρωπισθήναι»5. Είναι η μόνη, η εκ του αιώνος κατάλληλη, για να γίνει κατοικία του ενανθρωπήσαντος Θεού. Είναι η κατεξοχήν εκλελεγμένη6, η οποία συνείργησε στο μυστήριο της οικονομίας και της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Γι' αυτήν την διακονία προετοιμάζεται εις τα Άγια των Αγίων. Εκεί, «η ιερωτάτη περιστερά, η ακεραία και άκακος ψυχή και τω Θείω καθιερωμένη Πνεύματι ως αγνή και φίλαγνος γίνεται κατ' άμφω παρθένος, και παρθένος άχραντος»7. «Γηΐνοις μη ομιλήσασα πάθεσι, αλλ' ουρανίοις εντραφείσα νοήμασι»8. «Εκεί, στα Άγια των Αγίων έζη μίαν ζωήν, ωσάν εις τον παράδεισον˙ η αληθέστερον ειπείν, ωσάν μέσα στους ουρανούς ... έζη μίαν ζωήν αφρόντιστον, απερίσπαστον, λύπης αμέτοχον ... έζη μόνω τω Θεώ˙ εβλέπετο από μόνον τον Θεόν˙ ετηρήτο δια μόνον τον Θεόν, όστις έμελλε δια λόγου της να ενωθή με ημάς»9. Γι' αυτό και την ημέρα του Ευαγγελισμού, δεν ονομάζεται από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, απλώς χαριτωμένη, αλλά Κεχαριτωμένη.
Η Παναγία είναι ένα δώρο της ανθρώπινης φύσεως στο Θεό, αλλά και δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο και σέ όλόκληρο τον κόσμο. Και, όπως ένα δώρο μας γεμίζει με χαρά, έτσι και η Θεοτόκος, μας γεμίζει με πνευματική ευφροσύνη και χαρά, γιατί απλούστατα γέννησε την πηγή της χαράς, που είναι ο Χριστός.
Ας την παρακαλέσουμε να πρεσβεύει στον Υιό και Θεό της για τη σωτηρία του καθενός μας, για την παρουσία της χάριτος του Θεού στην καρδιά μας και την είσοδό μας στην Βασιλέια των Ουρανών.
«Πανηγυρίσωμεν φιλέορτοι, και συνευφρανθώμεν τω πνεύματι, εν τη αγία Εορτή, ευωχούμενοι σήμερον, θυγατρός του Βασιλέως, και Μητρός του Θεού ημών»10.

1 Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος – Τέσσερις θεομητορικές ομιλίες» –, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Αθήνα 1990, «Εγκώμιον Πρώτον εις την Κοίμησιν» σελ. 102.
2 ὅ.π. σελ. 30.
3 ὅ.π. σελ. 126 – 128.
4 Καλοφωνικός ειρμός
5 Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1,482.
6 Του ιδίου, «Εγκώμιον Πρώτον εις την Κοίμησιν» 3,15 ένθ’ ανωτ. σελ. 106.
7 Του ιδίου, ο.π. σελ. 45.
8 Του ιδίου, «Εγκώμιον Δεύτερον εις την Κοίμησιν» 2,38, ο.π. σελ. 150.
9 Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου (νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου), Οσμή γνώσεως, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1985, σελ. 210.
10 Ωδή γ΄, β΄Κανόνος Όρθρου Εορτής