Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ "ΑΣΠΙΛΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ" ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου



Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.





Η ορθόδοξη άποψη

Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «αφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «άσπιλον σύλληψιν της Θεοτόκου».



Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.

Εμείς οι πιστοί, θα πρέπει να την έχουμε ως παράδειγμα και ως δίδαγμα και ως στόχο. Εκείνη κατόρθωσε να φθάσει σ’ αυτήν την αγιότητα και να υμνείται δι’ όλων των αιώνων· Εκείνη ήταν σκεύος εκλογής. Λόγω της αγιότητός της κατόρθωσε και είλκυσε την προσοχή του Θεού και έγινε η αγαπητή του Θεού: «Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Έδειξε με την άγια ζωή της, την άφθαστη υπακοή της, την πολλή ταπείνωση, την ανυπέρβλητη αγνότητα, μέχρι που μπορεί να υψωθεί ο άνθρωπος.

Προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί της Θεοτόκου



Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Η Υπεραγία Θεοτόκος προφητεύθηκε αιώνες πριν γεννηθεί. Γι’ αυτό η ζωή της βρίσκεται στο κέντρο των αιώνων και αποτελεί «το περιήχημα της προφητικής αγγελίας, την οπτασία των προφητικών οραματισμών, το κέντρο της μεσσιανικής προσδοκίας». Απειράριθμες είναι οι παλαιοδιαθηκικές προτυπώσεις, που αναφέρονται στην «απείρανδρον Μητέρα του Εμμανουήλ». Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε τις αντιπροσωπευτικότερες θεομητορικές παλαιοδιαθηκικές προφητείες.

Α) ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΣ

Στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την Γένεση, συναντούμε τον πρώτο συμβολισμό. Η Εδέμ προτυπώνει τη νοητή Εδέμ, που είναι η Παναγία, στους κόλπους της οποίας κατοικεί ο νέος  Αδάμ, ο Χριστός.

Μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, ο Χριστός, ως ο άσαρκος Λόγος, διαλέγεται με τους παραβάτες και λέγει στον αρχέκακο όφι, τον διάβολο: «Και έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής. Και αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού την πτέρναν»[1]. Δηλ. «Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ’ εσένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της. Εκείνος θα σου συντρίψει το κεφάλι κι εσύ θα του πληγώσεις τη φτέρνα». Η γυναίκα, της οποίας το σπέρµα θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, του διαβόλου, είναι η Παρθένος Μαρία και το σπέρµα της ο Χριστός. Πρόκειται για το γνωστό “πρωτευαγγέλιο”.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ "ΘΕΟΤΟΚΟΣ" ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Α. ΤΣΙΓΚΟΥ


Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς
Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ἕνας γέροντας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας ἔλεγε ὅτι θά πρέπει νά θέτουμε "φυλακήν τῷ στόματι ἡμῶν", ὅταν μιλοῦμε γιά τά "ὑπέρ ἔννοιαν" μυστήρια τοῦ Χριστοῦ. Πολύ δέ περισσότερο, ὀφείλουμε νά ἱστάμεθα μέ τόν προσήκοντα σεβασμό, ὅταν καλούμεθα νά μιλήσουμε γιά τό ὑπερφυές "μυστήριο τῶν μυστηρίων" τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν Ὑπερευλογημένη Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο Μητέρα Του. Ἀναφορικά μέ τό ὄντως "μέγα τῆς Θεοτόκου μυστήριον", θά μπορούσαμε, μαζί μέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐμεῖς μέ ζέουσα προσευχητική διάθεση νά ἐπαναλάβουμε τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: "Τείχισόν μου τάς φρένας Σωτήρ μου· τό γάρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τήν ἄχραντον Μητέρα σου· ἐν πύργῳ ρημάτων ἐνίσχυσόν με, καί ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με. Σύ γάρ βοᾷς τῶν αἰτούντων πιστῶς τάς αἰτήσεις πληροῦν. Σύ οὖν μοι δώρησαι γλῶτταν, προφοράν, καί λογισμόν ἀκαταίσχυντον· πᾶσα γάρ δόσις ἐλλάμψεως παρά Σοῦ καταπέμπεται Φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον".
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἐξαρχῆς παραλάβει καί διαφυλάσσει ἀκαινοτόμητη, ἑρμηνεύει αὐθεντικά καί βιώνει ἀδιαλείπτως μία ἀληθινή περί Θεοτόκου Μαρίας δογματική παράδοση καί διδασκαλία, ὅπως αὐτή ἔχει ἐκφρασθεῖ διά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν πολυπληθῶν συγγραμμάτων τῶν θεοφόρων Πατέρων της. Στίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν, θά συνεισφέρουμε καί ἐμεῖς τόν ὀβολό μας ἐπιχειρώντας νά ἀνατρέξουμε στά μνημεῖα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἔτσι ὥστε νά γίνουμε φορεῖς καί μεταδότες τῆς παρακαταθήκης τῆς πίστεως, πού παραλάβαμε γιά τά ἄρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα, μέσα στό προαιώνιο σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πραγματοποιήθηκαν ἐν χρόνῳ μέ τή συμβολή τῆς Θεοτόκου. Ἀρχικά θά μᾶς ἀπασχολήσουν οἱ δογματικές διεργασίες καί οἱ ἀπόψεις ἐκείνων τῶν προσώπων, πού ἔπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στή διαμόρφωση τοῦ ὅρου "Θεοτόκος" κατά τή διάρκεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νά διατυπώσει ἐπακριβῶς καί σαφῶς τή δογματική της διδασκαλία. Στή συνέχεια, θά ἀναπτύξουμε τή θέση ὅτι ὁ ὅρος "Θεοτόκος" εἶναι στήν πραγματικότητα χριστολογικός καί σωτηριολογικός ὅρος. Μέ ἄλλα λόγια, θά καταδείξουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου συνδέεται μέ ἀκατάλυτο δεσμό καί ὀργανική, ἀμφίδρομη σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί Σωτηριολογία, καί γι' αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα μόνο, πλήν ὅμως, ἀναπόσπαστο κεφάλαιο στή διαπραγμάτευση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Δογματικές διαφορές Εκκλησίας και παπισμού σχετικά με το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου





Δογματικές διαφορές Εκκλησίας και παπισμού σχετικά με το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου


Εν Πειραιεί 24-7-2013
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Βρισκόμαστε εν όψει της περιόδου του ιερού Δεκαπενταυγούστου και της μεγάλης Θεομητορικής εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Πάσχα του καλοκαιριού. Με την ευκαιρία αυτή κρίνεται πνευματικώς ωφέλιμο να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον τρόπο, που θα πρέπει να εορτάσουμε αυτή την μεγάλη εορτή οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ποιές είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις του εορτάζειν; Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μάς προτρέπει να εορτάσουμε όχι πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς και πνευματικώς˙ όχι κοσμικώς και φιληδόνως, αλλ’ υπερκοσμίως και Αγγελικώς. Και κυρίως οφείλουμε να εορτάσουμε με Ορθοδοξία (ορθή πίστη) και με ορθοπραξία (ορθή ζωή). Σε διαφορετική περίπτωση θα ακούσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του να μας λένε με αποστροφή και αγανάκτηση: «μεμίσηκα, ἀπῶσμαι ἑορτὰς ὑμῶν καὶ οὐ μὴ ὀσφρανθῶ θυσίας ἐν ταῖς πανηγύρεσιν ὑμῶν·» (Αμώς 5, 21).

Όταν γίνεται λόγος περί του Ορθοδόξως εορτάζειν, εννοείται ότι θα πρέπει να έχουμε σωστή, ορθή, ορθόδοξη και όχι διαστρεβλωμένη πίστη περί του προσώπου της Παναγίας και ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε την δογματική ιδίως διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί της Θεοτόκου έναντι των αιρέσεων. Γι’αυτό θά παρουσιάσουμε τίς δογματικές διαφορές της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της αιρέσεως του Παπισμού σχετικά μέ τήν Υπεραγία Θεοτόκο.

Μεταξύ των αιρέσεων, που διαστρέφουν την διδασκαλία της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Παναγίας μας, η αίρεση του Παπισμού είναι η μεγαλύτερη.

Κατ’αρχήν, οφείλουμε νά τονίσουμε ότι η δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας γιά τήν Θεοτόκο συνδέεται στενότατα μέ τήν διδασκαλία της γιά τόν Χριστό, μέ τό χριστολογικό δόγμα. Εξαιτίας του Θεανθρώπου Χριστού η Μαρία έγινε Θεοτόκος. Όλα τά έργα και τίς αρετές της τίς οφείλει η Παναγία στόν Γλυκύτατο Υιό της. Χριστός και Θεοτόκος δέν χωρίζονται˙ Μήτηρ και Υιός δέν διαιρούνται. Γι’αυτό και βλέπουμε σχεδόν πάντοτε στίς εικόνες της Παναγίας ότι αυτή δέν απεικονίζεται ποτέ μόνη της, αλλά πάντοτε κρατώντας στίς αγκάλες της ή φέροντας εντός της κοιλίας της τό παιδίον Ιησούν, ο οποίος είναι ο Σωτήρ του κόσμου. Ως εξ αυτού, στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δέν αναπτύχθηκε η διδασκαλία περί της Θεοτόκου ξεχωριστά και αυτόνομα από τήν διδασκαλία περί του Χριστού.

Ἅγιος Νεκτάριος Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου «Μελέτη περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας»


ἐκδοθὲν τὸ πρῶτον ἐν Ἀθήναις τὸ 1901


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β´

Περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν
καὶ περὶ τῶν ἁγίων αὐτῆς εἰκόνων καὶ περὶ τῶν ἱερῶν ναῶν τῶν τιμωμένων ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτῆς

Ἡ Θεοτόκος τοσούτου ἀπέλαυε σεβασμοῦ παρὰ τῶν πιστῶν, τοσαύτης τιμῆς καὶ ἀγάπης, ὥστε πρὸς ταύτην μετὰ Θεόν, πλὴν τῆς λατρείας, τὰ δευτερεῖα τῆς τιμῆς, τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης ἀπέδιδαν. Ὁ σεβασμὸς τῶν πιστῶν πρὸς τὴν παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ἀνέρχεται εἰς αὐτὸν τὸν Α´ καὶ Β´ αἰῶνα, καὶ ἐπεβάλλετο ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν Ἱερῶν Γραφῶν μνημονευουσῶν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς ὡς κεχαριτωμένης καὶ εὐλογημένης καὶ ὡς εὑρούσης χάριν παρὰ τῷ Θεῷ μόνης μεταξὺ πασῶν τῶν γυναικῶν.

*****

Αὕτη ἡ Θεοτόκος ἐν πνεύματι προφητικῷ ἤδη ἀναγγελεῖ τὴν περιωπὴν αὐτῆς μεταξὺ πασῶν τῶν γενεῶν, λέγουσα: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί κτλ.» (Λουκ. α´ 48). Καὶ ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἤρξατο ὁ μακαρισμὸς τῆς Θεοτόκου. Τὴν Θεοτόκον ἐμακάρισε πρώτη ἡ Ἐλισάβετ, ἥτις, πλησθεῖσα πνεύματος ἁγίου, ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. α´ 42-45).
Ἐπίσης αἱ σύγχρονοι γυναῖκες αἱ θεωροῦσαι τὴν παρθένον ἀγκαλοφοροῦσαν τὸ θεῖον βρέφος πάντως θὰ ἐμακάριζον αὐτήν.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει τὴν ἐπάρασαν φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου καὶ μακαρίσασαν τὴν γαλακτοτροφήσασαν τὸν Κύριον Μητέρα (ια´ 27).

Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;



 
Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;


Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Η πλάνη των αιρετικών

Τίθεται το ερώτημα: Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναί, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγια όποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.

Η Θεοτόκος στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας



 
Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ
ΣΤΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
    Ο Λόγος έγινε αληθινά άνθρωπος. Πήρε την πραγματική ανθρώπινη φύση, με μίαν όμως καινότητα που δεν είχε η παλαιωθείσα φύση τού Αδάμ. Ο Χριστός είχε μεν τη φύση τού Αδάμ (σώμα και ψυχή), χωρίς όμως το στοιχείο της φθοράς, που επικάθησε σ αυτήν με την παράβαση. Έπρεπε να ήταν η αυτή ανθρώπινη φύση, σε καινούργια όμως διάσταση. Γιατί μια οποιαδήποτε παλαιά φύση δεν μπορούσε να πετύχει το θαύμα της λυτρώσεως. Όπως το καινούργιο κρασί δεν το βάζουν σε ασκιά τριμμένα και παλαιά, διότι υπάρχει κίνδυνος να διαρραγούν αυτά από το βάρος τού νέου οίνου, έτσι και το ρεύμα της νέας ζωής δεν μπορούσε να διοχετευτεί σε αγωγούς σκιουργιασμένους και παλαιούς. Έπρεπε η φύση μέσω της οποίας θα διοχετευόταν στον κόσμον η νέα ζωή, να είναι και αυτή νέα, φύση αληθινή μεν και πραγματική, χωρίς όμως την φθαρμένη παλαιότητά της, το στοιχείο εκείνο που την έκανε να έχει ανάγκη λυτρώσεως, δηλαδή την αμαρτία.

Και η φύση αυτή δόθηκε από το Πνεύμα τού Θεού και την Παρθένο Μαρία. Το πρώτο στοιχείο καινότητος της νέας φύσεως ήταν η δημιουργική ενέργεια τού Πνεύματος τού Θεού. Στη γέννηση τού Λόγου δεν μπορούσε να έχει θέση ο ρόλος τού φυσικού γεννήτορα. Με τον τρόπο αυτό δουλεύει η παλαιά φύση στη διαιώνιση τού ανθρωπίνου γένους. Είναι ο φυσικός τρόπος συλλήψεως τού ανθρώπου στη μήτρα της γυναίκας. Η φυσική συνέργεια τού πατέρα είναι απαραίτητη σε κάθε ανθρώπινη γέννηση. Με τη γέννηση δε αυτή κάθε γεννώμενο μπαίνει στον κύκλο της φυσικής φθοράς, την οποίαν κληρονομεί από τη φύση τού προπάτορα. Αυτός ο κύκλος ο φθαρμένος και παλαιός έπρεπε να σπάσει στην περίπτωση τού Θεανθρώπου, η σύλληψη και η γέννηση τού οποίου έπρεπε να ήταν έξω από τα κοινά μέτρα της φύσεως. Ο Χριστός δεν έπρεπε να έχει φυσικό πατέρα, γιατί αλλιώτικα θα ήταν ένας κοινός άνθρωπος. Φυσική του αρχή έπρεπε να ήταν κάποια πέρα από τη λειτουργικότητα της παλαιάς γεννήσεως. Η αρχή δε αυτή ήταν το Πνεύμα τού Θεού, η ενέργεια τού οποίου ανεπλήρωσε τη θέση τού πατέρα στη σύλληψη τού Υιού τού Θεού. Την ανθρώπινη σπορά αντικατέστησε η δύναμη τού θείου Πνεύματος, η οποία επεσκίασε τη μήτρα της Παρθένου και εμόρφωσε σ αυτήν το έμβρυο της ανακαινισμένης φύσεως. Με τον τρόπο αυτό καταβλήθηκε η νέα φύση η ξεκομμένη από τη ρίζα τού Αδάμ, η φύση χωρίς τη φθορά τού προπάτορα. Τώρα υπάρχει η νέα ρίζα τού κόσμου, φυτρωμένη στα σπλάχνα της Απειρογάμου, από την οποίαν θα βλαστήσουν οι νέοι άνθρωποι, θα προέλθει η καινούργια κτίση στο νέο θαύμα της χριστοποιημένης ζωής. Το συλληφθέν στη μήτρα της Παρθένου είναι -κατά τη δήλωση τού αγγέλου- «άγιον», φύση καθαρή, γεμάτη φώς και διαφάνεια, που καμιά σχέση δεν είχε με την παλαιά φύση, που οδηγούσε στη φθορά και το θάνατο. Από τη φύση τού Χριστού απορρέει η καινότητα της νέας ζωής. Η παλαιά φύση ενοφθαλμίζεται στο Δέντρο τού χριστολογικού θαύματος, απ όπου παίρνει τη χάρη τη λυτρωτική και αυξητική στο απαστράπτον σώμα της θείας βασιλείας. Όλα, λοιπόν, καινά στον ξένο και καινό τόκο της Παρθένου, επί τού οποίου αυγάζει η θεσπέσια μαρμαρυγή τού Πνεύματος τού Θεού!
Το δεύτερο στοιχείο καινότητος της φύσεως ήταν η θέση της Μαρίας, ως μητέρας τού Χριστού. Μία παρθένος επελέγη από τον Θεόν ως λειτουργός στο καινοποιητικό θείο μυστήριο. Ο Λόγος έπρεπε να έχει μητέρα για να είναι πραγματική η ανθρώπινη φύση του. Αφού δε δεν ήταν δυνατόν να έχει πατέρα (ήταν «απάτωρ εκ μητρός»), η Μητέρα του έπρεπε να είναι παρθένος, δηλαδή κόρη απείρανδρος. Τον παρθενικό τόκο της Μαρίας προείδεν ο Ησαΐας στην παλαιά εποχή, φωτιζόμενος από το Πνεύμα τού Θεού· «ιδού η παρθένος έξει εν γαστρί και τέξεται υιόν...». Η προφητική φωνή προεμήνυε την απόρρητη θεία βουλή. Η Μαρία υπήρξε «παρθενομήτωρ», συνταιριασμένη στον καινούργιο ρυθμό της νέας φύσεως. Ο ρόλος της δε αυτός ήταν απαραίτητος για την οικονομία της λυτρώσεως. Ήταν η ταπεινή συνεισφορά τού ξεπεσμένου γένους στο έργο της σωτηρίας του. Η ανθρωπότητα παρείχε την Κόρη της, για να έχει μέσω αυτής τον Σωτήρα της. Η πεσμένη φύση έπρεπε να συμβάλει και αυτή στο έργο της σωτηρίας της. Η συνεισφορά δε αυτή ήταν η θεόπαις Μαρία, η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η γυναίκα η άσπιλη και καλή, που θα εδάνειζε τη σάρκα της για να προέλθει απ αυτήν η ανθρώπινη φύση τού Εμμανουήλ, το απαστράπτον δοχείο τού Δεσπότου, η «Κεχαριτωμένη», της οποίας η καθαρότητα και η πνευματική καλλονή οδήγησαν σε έκσταση το λειτουργικό πνεύμα τού Θεού· ο θρόνος τού Παμβασιλέως, η πλατυτέρα των ουρανών, η βασίλισσα τού ουρανού και της γης. Η παρθενία της Μαρίας δεν λειτούργησε μονάχα στη σύλληψη τού Υιού της, αλλά και στη γέννησή του. Η Μαρία όντως έτεκε, παραμείνασα παρθένος. Ο τόκος της δεν κατέλυσε τα σήμαντρα της παρθενίας της. Όπως παρθένος συνέλαβε, έτσι και παρθένος έτεκε. Αλλά και μετά τον τόκο δεν έχασε την παρθενία της, παραμείνασα εσαεί παρθένος, αειπάρθενος. Όπως δε λέγει ο ιερός Αυγουστίνος· «παρθένος συνέλαβε, παρθένος έτεκε και μετά τόκον παρθένος διέμεινεν». Τέλος, ένα άλλο σημείο συναφές με τα πιο πάνω είναι ο ανώδυνος και αλόχευτος τόκος της Παρθένου. Η Μητέρα τού Θεού δεν ένιωσε πόνους κατά τη γέννα της. Οι πόνοι είχαν επιβληθεί σαν κατάρα από τον Θεό στην Εύα για το μοιραίο ρόλο της στο τραγικό δράμα της Εδέμ. Η επώδυνη γέννηση ακολουθούσε την ενήδονη σύλληψη. Τέτοια όμως σύλληψη δεν έγινε στη Θεοτόκο. Ο τόκος της συνεπώς ήταν έξω από την κατάρα. Ήταν ο τοκετός που θα γινόταν, αν η Εύα έμενε πιστή στην εντολή τού Θεού. Αλλά και τα φυσικά λόχεια δεν είχε ο τόκος της Μαρίας. Ήταν τόκος αλόχευτος. Τίποτε, λοιπόν, δεν γνώρισε η Μαρία από την παλαιά φυσική γέννηση, γιατί σαν μητέρα λειτουργούσε ως απαρχή στην ανακαινισμένη ανθρωπότητα, στους καινούργιους ρυθμούς στους οποίους μπήκε η φύση των ανθρώπων με την καινοφανή γέννηση τού τόκου της.

Το ζήτημα της παρθενίας και αειπαρθενίας της Μαρίας είναι πολύ σημαντικό στην ορθόδοξη παράδοση, γιατί εκφράζει όσο κανένα άλλο την πνευματικότητα και το σωτηριολογικό ήθος της Ορθοδοξίας. Παρόμοιες ιδέες είναι ανήκουστες σε συμπαγείς κύκλους της ετερόδοξης Δύσεως. Τα περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδάγματα της Ορθόδοξης Ανατολής δεν αγγίζουν την ψυχή ορθολογιστών θεολόγων τού Προτεσταντισμού με το φιλελεύθερο υποκειμενισμό και τη λογοκρατία που τους διακρίνουν. Την παρθενία της Μαρίας την βλέπουν εξ απόψεως εξωτερικής. Δεν έχουν τη δύναμη να εισδύσουν στο βάθος τού θεομητορικού θαύματος, να πιάσουν τα βαθύτερα μηνύματά του και να νιώσουν τους τόσο πλούσιους μυστηριακούς του κραδασμούς. Και δέχονται μεν την παρθενική σύλληψη τού Υιού τού Θεού· όχι όμως και την αειπαρθενία της Πανάγνου. Το δόγμα αυτό το απορρίπτουν -για να μην πούμε το περιφρονούν- αποκομμένοι από το σώμα της αρχαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως και ερμηνεύοντας αυθαίρετα όσα χωρία παρέχει σχετικώς η αγ. Γραφή. Έτσι, ερμηνεύοντες κακώς όσα λέγονται περί αδελφών τού Κυρίου και απορρίπτοντες τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής παραδόσεως που εξηγεί τη Γραφή συμπληρώνοντας τα κενά της διηγήσεώς της, ισχυρίζονται ότι η Μαρία, μετά τή γέννηση τού Κυρίου, είχε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποίαν απέκτησε τους αδελφούς τού Ιησού!

Στους Ρωμαιοκαθολικούς αντίθετα έχουμε δογματικές εκκεντρικότητες γύρω από το μαριολογικό δόγμα της πίστεως. Έχοντες την αίσθηση ότι είναι κύριοι της παραδόσεως (ο Πάπας) και ανέκαθεν επιρρεπείς σε καινοτομίες και νεωτερισμούς, έπλασαν δόγματα που καμιά σχέση δεν έχουν με τη διδασκαλία της Γραφής και την αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. Έτσι εδογμάτισαν την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, ότι δηλαδή η Μαρία, ενόψει τού μεγάλου θεομητορικού ρόλου της, αξιώθηκε από τον Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα. Θεωρία φυσικά εσφαλμένη, διότι η Μαρία, σαν αληθινή απόγονος τού Αδάμ και γεννηθείσα κατά τους νόμους της φυσικής γεννήσεως (είχε γονείς τον Ιωακείμ και την Άννα), δεν μπορούσε να μείνει έξω από τη φυσική συνέχεια τού Αδάμ, φέρουσα και αυτή το αμάρτημα τού προπάτορα, από το οποίο την εκαθάρισε η τελειωτική χάρη τού Πνεύματος τού Θεού, όταν την επεσκίασε την ώρα τού Ευαγγελισμού και κατέβαλε στη μήτρα της την ανθρώπινη φύση τού Σωτήρος. Όμοια εδίδαξαν, ότι η Μαρία δεν γεύτηκε το φυσικό θάνατο, αλλά λίγο πριν έλθει το φυσικό τέλος της, ο Θεός τη μετέθεσε ένσωμη στον ουρανό. Και το δόγμα αυτό είναι εσφαλμένο, γιατί ξεχωρίζει απότομα τη Μητέρα τού Θεού από το φυσικό κύκλο της αλήθειάς της, αφού γνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος, απόγονος τού Αδάμ, δεν εξαιρείται από το θάνατο, ο οποίος είναι το καθολικό τίμημα της αμαρτίας. Είναι φανερόν ότι με τα διδάγματα αυτά οι Παπικοί έχουν χάσει τη δογματική ισορροπία τους και έχουν περιπέσει σε δογματικές εκκεντρικότητες, απομακρυνθέντες από τή γνήσια περί Θεοτόκου διδασκαλία της αρχαίας παραδόσεως της Εκκλησίας. Θέλοντες δε να τονίσουν υπέρμετρα το Πρόσωπο της Θεοτόκου, στο τέλος το αμαυρώνουν με κακόηχα διδάγματα και θεωρήματα, αντικείμενα στο πνεύμα της ορθής πίστεως.

Το δόγμα περί Θεοτόκου κατέχει ασφυκτική θέση στην ευσέβεια και τη ζωή της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια θα μας δοθεί ευκαιρία να δούμε και άλλα στοιχεία τού σημαντικού αυτού δόγματος. Οι Ορθόδοξοι τιμούν υπερβαλλόντως την Παναγία τους, τη Μητέρα τού Θεού, της Εκκλησίας και τού γένους των ανθρώπων. Την τιμούν πιο πάνω από τους αγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ. Στη δόξα της βλέπουν τη δόξα τού ανάρχου Τόκου της. Την νιώθουν πολύ κοντά τους σαν μητέρα στοργική, που, πονεμένη από το μαρτύριο τού Υιού της, μπορεί να νιώσει το δικό τους πόνο και να βοηθήσει στη δική τους περίσταση. Την νιώθουν σαν προστάτιδα και βοηθόν· σαν τείχος τού γένους προστατευτικό και απροσμάχητο ενάντια στους πολυποίκιλους εχθρούς του· σαν σύμμαχο στον αγώνα τους κατά των δαιμονικών δυνάμεων και σαν πρέσβειρα στον Θεό και μεσίτριαν υπέρ της σωτηρίας των πνευματικών τέκνων της. Τιμούν πολυειδώς την Παναγία τους και φυλάσσουν το δόγμα της σαν κόρην οφθαλμού, δείχνοντες εξαιρετική ευαισθησία στις όποιες απόπειρες αιρετικής διαστροφής του. Το δόγμα, τέλος, της Θεοτόκου κατέχει περίοπτη θέση στην ορθόδοξη λατρεία και την ασματική ακολουθία της Εκκλησίας μας.