Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ο Δυσμάς και ο Γεστάς! (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)


Ένα περιστατικό από τη ζωή του Χριστού ως θείου Βρέφους: όταν η αγία οικογένεια διέφυγε από το ξίφος του Ηρώδη και πορευόταν στην Αίγυπτο, εμφανίστηκαν καθ’ οδόν κάποιοι ληστές, με πρόθεση να κατακλέψουν τους οδοιπόρους. Ο δίκαιος Ιωσήφ οδηγούσε το γαϊδουράκι, πάνω στο οποίο ήταν φορτωμένα τα λίγα υπάρχοντά τους και όπου επέβαινε η Υπεραγία Θεοτόκος, κρατώντας στο στήθος της τον Υιό της. Οι ληστές άρπαξαν το γαϊδουράκι με σκοπό να το οδηγήσουν μακριά, και ένας απ’ αυτούς πλησίασε τη Μητέρα του Θεού για να δει τι κρατούσε κατάστηθα. Μόλις αντίκρισε το Χριστό-νήπιο, εξεπλάγη από την ασυνήθιστη ομορφιά Του και τότε, μέσα στην έκπληξή του, αναφώνησε: «Και ο Θεός αν έπαιρνε σάρκα ανθρώπινη, δεν θα μπορούσε να είναι πιο όμορφος απ’ αυτό το Παιδί!». Κατόπιν ο ληστής πρόσταξε τους συνεργούς του να μην αρπάξουν τίποτα απ’ αυτούς τους οδοιπόρους.
Γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον γενναιόδωρο αυτό ληστή, η Παναγία Θεοτόκος του είπε: «Γνώριζε ότι το Παιδί αυτό θα σε ανταμείψει με ανταμοιβή μεγάλη, επειδή εσύ σήμερα Τον προστάτευσες». Τριάντα τρία χρόνια αργότερα ο ίδιος άνθρωπος κρεμόταν στο Σταυρό, για τα παραπτώματά του, σταυρωμένος στα δεξιά του Σταυρού του Χριστού. Το όνομά του ήταν Δυσμάς και το όνομα του άλλου, εξ αριστερών, ληστή ήταν Γεστάς. Βλέποντας ο Δυσμάς τον Δεσπότη, τον αθώο και αναμάρτητο Ιησού Χριστό, σταυρωμένο, μετανόησε για κάθε κακό που είχε κάνει στη ζωή του. Όταν ο Γεστάς βλασφήμησε εναντίον του Κυρίου, ο Δυσμάς Τον υπερασπίστηκε λέγοντας: ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε (Λουκ. 23, 41).
Ο Δυσμάς επομένως ήταν ο σοφός ληστής στον οποίον είπε ο Χριστός μας: αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω (Λουκ. 23. 43). Ο Κύριος χάρισε τον Παράδεισο σ’ αυτόν που Του χάρισε τη ζωή, όταν ήταν Παιδί!
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδας» – τ. 12, Δεκέμβριος, σ. 244-245)

Η Παναγία και ο Σταυρός

1. Αὔριο, μεθαύριο, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν πρώτη θεομητορική ἑορτή. Τό εἴπαμε καί ἄλλοτε ὅτι ὁ μήνας Σεπτέμβριος εἶναι ὁ πρῶτος μήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καί ἔτσι λοιπόν ἡ ἑορτή τῆς Παναγιᾶς μας τήν ἐρχόμενη Τρίτη, τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἶναι ἡ πρώτη θεομητορική ἑορτή. Εἶναι μεγάλη ἑορτή αὐτή, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Γλυκοχαράζει! Φεύγουν τά σκοτάδια καί ἔρχεται τό φῶς. Γιατί ἡ γέννηση τῆς Παναγιᾶς μας προμηνύει τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Τήν λύτρωση στήν ταλαίπωρη ἀνθρωπότητα ἀπό τήν ἁμαρτία τήν ἔφερε μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἔπρεπε νά γεννηθεῖ πρῶτα ἡ γυναίκα ἐκείνη, ἡ Ὁποία θά γινόταν ἡ κατάλληλη μητέρα, γιά νά δώσει σάρκα καί αἷμα στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ πού θά σαρκωνόταν. Ὅλη ἡ παλαιά ἐποχή, ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐργαζόταν γιά νά γεννηθεῖ ἡ γυναίκα Αὐτή, ἡ ὁποία θά γινόταν ἡ Μητέρα τοῦ Μεσσία. Καί γεννήθηκε τόν κατάλληλο καιρό, «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὅπως τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 4,4). Γεννήθηκε τότε πού ἡ ἁμαρτία εἶχε γίνει πολύ ἁμαρτία, «ἔτι ἁμαρτωλός», ὅπως τό λέγει πάλι ὁ ἀπόστολος, ἀλλά καί τότε πού ἡ ἀρετή τῶν ἀνθρώπων ἔφτασε στό κατακόρυφο, μέ τόν καλύτερο καρπό, Αὐτήν τήν Παναγία Γυναίκα.
2. Αὐτό τό μήνα πάλι, ἀδελφοί μου χριστιανοί, σέ λίγες μέρες, στίς 14 τοῦ μηνός, θά ἑορτάσουμε τήν ἑορτή τοῦ Σταυροῦ. Αὐτά τά δύο εἶναι τά πιό σημαντικά δόγματα τῆς πίστεώς μας: Ἡ Θεοτοκολογία, ὁ λόγος δηλαδή γιά τήν Παναγία μας, καί ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, ὁ σταυρικός δηλαδή θάνατος τοῦ Χριστοῦ, πού δέν χωρίζεται βέβαια ἀπό τήν Ἀνάστασή Του. Παναγία καί Σταυρός, Σταυρός καί Παναγία, αὐτά τά δύο, ξαναλέγω, εἶναι τά πιό ἐκφραστικά τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας. Ἄν ἕνας ἔχει πάνω του τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, αὐτό καί μόνο δέν εἶναι δεῖγμα ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξος χριστιανός, γιατί μπορεῖ νά εἶναι καί Προτεστάντης. Ἄν ὅμως πάνω του, στήν τσέπη του, ἔχει μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, αὐτό καί μόνον εἶναι δεῖγμα ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἀλλά θά ποῦν μερικοί ἐδῶ ὅτι καί οἱ Καθολικοί πιστεύουν τήν Παναγία, καί μάλιστα τήν εὐλαβοῦνται πολύ. Χριστιανοί μου, Ὀρθόδοξοι χριστιανοί μου, ἡ «Παναγία», πού δέχονται οἱ Παπικοί, εἶναι «φραγκοπαναγιά», δέν εἶναι ἡ Παναγία, πού τιμᾶμε καί ὑμνοῦμε ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία μας. Οἱ Καθολικοί πιστεύουν τήν Παναγία μας ὡς μή κανονική ἄνθρωπο, ὡς μή ἔχουσα κανονικό ἀνθρώπινο σῶμα, σάν τό δικό μας. Ἀλλά ἄν, κύριοι Παπικοί, ἡ Παναγία δέν ἔχει πραγματική ἀνθρώπινη φύση, τότε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού σαρκώθηκε στήν Παναγία, δέν ἔγινε πραγματικά ἄνθρωπος, δέν ἔλαβε τήν φύση μας καί ἄρα δέν τήν θεράπευσε. Γιατί «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
3. Ἀφοῦ λοιπόν, χριστιανοί μου, ἡ Παναγία καί ὁ Σταυρός εἶναι ἐκφραστικά τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας, σᾶς συνιστῶ αὐτά τά δύο νά τά ἔχετε πάνω σας, σάν ὁμολογία πίστεως, σάν ἱερά φυλακτά. Πάνω σας νά ἔχετε ἕναν Σταυρό κρεμασμένο στόν λαιμό καί μία εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς στήν τσέπη σας. Θά σᾶς πῶ, ἀδελφοί, καί ἕνα ἄλλο μυστικό, πού παρατηρεῖται στήν ὀρθόδοξη λατρεία μας. Ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτά τά δύο, ὁ Σταυρός καί ἡ Παναγία, εἶναι τά πιό σημαντικά καί ἐκφραστικά τῆς πίστης μας, γι᾽ αὐτό ὅ,τι λέγεται γιά τήν Παναγία, λέγεται καί γιά τόν Σταυρό. Καί ὅ,τι λέγεται γιά τόν Σταυρό, λέγεται καί γιά τήν Παναγία. Κρατῆστε το αὐτό πού σᾶς λέγω καί θά τό δεῖτε σέ πολλές ἐκφράσεις στήν θεία μας λατρεία. Ἔτσι, ὅπως ὁ Σταυρός εἶναι τό δένδρο τοῦ Χριστοῦ, πού ποτίστηκε μέ τό Αἷμα Του, καί γιά τήν Παναγία μας λέμε, «χαῖρε δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί». – Σᾶς εὔχομαι, ἀδελφοί μου χριστιανοί, νά εἶστε στόν κόρφο τῆς Παναγιᾶς, ὅπως τό ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, καί νά εἶστε κάτω ἀπό τήν σκιά τοῦ δένδρου τοῦ Σταυροῦ καί νά τρέφεστε ἀπό τόν γλυκό καρπό τοῦ δένδρου αὐτοῦ, πού εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία.
Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


    Το σημαντικό στη ζωή μιας μητέρας είναι η περίοδος της εγκυμοσύνης της. Την περίοδο αυτή μητέρα και βρέφος είναι ένα. Υπάρχουν δύο οργανισμοί, δύο σώματα, δύο ψυχές, αλλά σε μία τέλεια αλληλοπεριχώρηση και αλληλεξάρτηση. Πολλές λειτουργίες του βρέφους δεν υφίστανται, αλλά τις αναπληρώνει ο οργανισμός της μητέρας. Λήψη και επεξεργασία τροφής, αποβολή των υπολοίπων των τροφών, κίνηση, ένδυση, ενέργεια, δράση, φωνή δεν υφίστανται. Το μωρό είναι πλήρως ένα σωματικό εξάρτημα της μητέρας του.
    Μετά τη γέννηση πάλι το μωρό λαμβάνει την τροφή του μόνο από το μητρικό γάλα, για μεγάλο διάστημα. Είναι και πάλι ένα σωματικό εξάρτημα της μητέρας, εξωτερικό αυτή τη φορά.
    Κάποτε το μωρό απογαλακτίζεται και αρχίζει χειραφετείται σιγά-σιγά και ν’ αναπτύσσει τη δικιά του προσωπικότητα. Η μητέρα όμως δεν παύει να είναι ταυτισμένη με το παιδί της ψυχικά και συναισθηματικά και δεν παύει να το θεωρεί σπλάχνο της και επέκταση του εαυτού της. Γι’ αυτό είναι μια συνεχής συνοδοιπόρος του στη ζωή του, ακόμη κι αν απέχει τοπικά και ουσιαστικά από το παιδί της.
 
    Ας δούμε την περίπτωση της Παναγίας, μητέρας του Χριστού μας, και πως υπήρξε συνεχής συνοδοιπόρος του, όχι μόνο σαρκικά και συναισθηματικά αλλά και πνευματικά, θεολογικά. Και πως είναι όχι μόνο συνοδοιπόρος του Χριστού αλλά και συνοδοιπόρος δικιά μας. Η Παναγία μας λοιπόν υπήρξε·
 
    Α΄. Συνοδοιπόρος στη ζωή του Χριστού.
    Η Παναγία βρισκόταν σε τέλεια και συνεχή κοινωνία με τον υιό της· παντού και πάντοτε. Από τη στιγμή της ενσαρκώσεως έως τη στιγμή του θανάτου του. Δεν τον γέννησε μόνο, ούτε τον μεγάλωσε και τον ανέθρεψε, αλλά συνεχώς ήταν κοντά του. Τα ευαγγέλια δεν μας λένε λεπτομέρειες πολλές, γιατί ιστορούν κυρίως το πρόσωπο του Χριστού και τις ενέργειες του. Αλλά το ότι η Παναγία βρέθηκε μαζί του στον σταυρό, όταν ακόμη και οι μαθητές του τον είχαν εγκαταλείψει –εκτός του Ιωάννη του θεολόγου βεβαίως–, αυτό δείχνει ότι πορευόταν συνεχώς κοντά του. Συνώδινε και συνέπασχε μαζί του. Αυτό που έκανε την ημέρα της Υπαπαντής, που αφιέρωσε τον Χριστό ως άνθρωπο στον Θεό, το ολοκλήρωσε την ημέρα της σταυρώσεως.
    Ακόμα και όταν ήταν απούσα σωματικά  απ’ αυτόν, ήταν κοντά του με τη σκέψη της, την προσευχή της, το ενδιαφέρον της, την έννοια της γι’ αυτόν. Ο Χριστός ήταν το κέντρο της ζωής της. Τα πάντα έσβηναν μπροστά στη θύμηση του. Αυτό που είπε ο Χριστός στο δεκάλογο, στην πρώτη εντολή, «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου εξ’ όλης της ψυχής σου και εξ’ όλης ισχύος σου και εξ’ όλης της διανοίας σου» (Λουκ. 10,27), ίσχυε πλήρως για την Παναγία. Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει ο πλούσιος νεανίσκος (Ματθ. 19,16-27) και άλλοι πολλοί, το έκανε η Παναγία. Και ο Ιωάννης ο Θεολόγος βέβαια. Αυτοί ήταν που αγάπησαν πλήρως τον Χριστό και δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Γι’αυτό ο Χριστός εμπιστεύθηκε την μητέρα του στον Ιωάννη αλλά και τον Ιωάννη στην μητέρα του. Τα πρόσωπα που τον στήριξαν πλήρως, τώρα, έπρεπε να στηρίζονται μεταξύ τους.
 
    Β΄. Συνοδοιπόρος στο φρόνημα του Χριστού.
    Η Παναγία δεν ήταν μόνο συνοδοιπόρος του Χριστού στη ζωή του και στα προβλήματά του αλλά και συνοδοιπόρος στη σκέψη του, στο φρόνημά του, στη θέληση του να θυσιασθεί για τη σωτηρία του κόσμου. Η Παναγία ήθελε ότι ήθελε ο Χριστός, όπως και ο Χριστός ως άνθρωπος ήθελε ό,τι ήθελε ο ουράνιος πατέρας του. Δεν φαίνεται πουθενά η Παναγία  να εμποδίζει τον Χριστό να σταυρωθεί, όπως ο Πέτρος. Πράγμα που θα ήταν πολύ φυσικό για μια μητέρα. Δεν φαίνεται πουθενά να φρονεί τα των ανθρώπων και όχι τα του Θεού (Ματθ. 16,24). Αντιθέτως  συμπορεύεται μαζί του. Απαρνείται τον εαυτό της, αίρει τον σταυρό της και τον ακολουθεί. Δεν τον εγκαταλείπει, μαζί με το Ιωάννη βέβαια, όπως ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές. Το περίεργο είναι ότι ο Πέτρος και ο Ιάκωβος είδαν τη μεταμόρφωση του Χριστού και έπρεπε να μην κλονισθούν. Η Παναγία δεν την είδε -είχε δει βέβαια άλλα θαύματα- κι όμως δεν κλονίσθηκε. Πέρασε η ρομφαία μέσα στην ψυχή της, όπως προείπε ο Συμεών ο πρεσβύτης την ημέρα της Υπαπαντής, αλλά δεν λύγισε και δεν κάμφθηκε ούτε στιγμή. Το ίδιο και ο Ιωάννης. Αυτοί που αγαπούν πολύ δεν κάμπτονται ποτέ. Γι’αυτό λέγει ο άγιος Αυγουστίνος·  «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις». Όταν αγαπάς τελείως τον Θεό, ούτε κάμπτεσαι ούτε τον αρνείσαι ούτε τον προδίδεις ούτε αμαρτάνεις. Γι’αυτό η πρώτη εντολή του δεκάλογου αυτό επιζητεί. Αγάπη τέλεια στον Θεό και αγάπη στον συνάνθρωπο.
 
    Γ΄. Συνοδοιπόρος των ανθρώπων.
    Η Παναγία και ο Ιωάννης αγάπησαν τέλεια το Χριστό αλλά και τους συνανθρώπους τους. Ακόμη και τους σταυρωτές. Όπως ο Χριστός τους συγχώρεσε και είπε· «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34), έτσι και αυτοί δεν στρέφονται εναντίον τους. Το ίδιο κάνουν όλοι οι άγιοι μετά την πεντηκοστή. Δεν φαίνεται πουθενά η Παναγία να καταριέται τους σταυρωτές του υιού της, πράγμα πολύ συνηθισμένο για μια μητέρα, όταν το παιδί της άδικα βασανίζεται. Ακολουθούν τον Χριστό στο πάθος αλλά και στο φρόνημα. Η Παναγία και ο Ιωάννης συμπάσχουν με τον Χριστό αλλά και συμπνευματίζονται με αυτόν. Αφήνουν τον Χριστό να άρει το σταυρό του, εφ’ όσο ο ίδιος θέλει και το επιθυμεί, και αυτοί μένουν κοντά του· συμπαραστάτες του και συσταυρούμενοι μ’ αυτόν. Η Παναγία και ο Ιωάννης συσταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό. Τόσο ενεργά συμμετείχαν στο πάθος του. Ίσως γι’ αυτό δεν μαρτύρησαν σωματικώς στο τέλος της ζωής τους. Γιατί ήδη είχαν μαρτυρήσει. Ο Πέτρος έκοψε το αυτί του υπηρέτη κι όμως αρνήθηκε τον Χριστό. Ο Ιωάννης και η Παναγία δεν έκαναν καμμία βίαια πράξη εναντίων των σταυρωτών του Χριστού και δεν αρνήθηκαν το Χριστό.
    Η αγάπη μας κάνει ένα με το αντικείμενο της αγάπης μας. Μας κάνει να κοινωνούμε ανεπιφύλακτα όχι μόνο στο πάθος του αγαπημένου προσώπου μας, αλλά και στους τρόπους που αντιμετωπίζει το πρόσωπο αυτό το πάθος των δημίων του. Όπως αντιμετώπισε ο Χριστός το πάθος των σταυρωτών του, έτσι το αντιμετωπίζουν η Παναγία και ο Ιωάννης και όλοι οι μάρτυρες ανά τους αιώνες. Οι μάρτυρες βοηθούσαν ο ένας τον άλλο. Συμπαραστεκόταν με σιωπηλή ηρεμία και θάρρος και χαρά και αισιοδοξία. Δεν εξαντλούσαν τον δυναμισμό τους σε κατάρες και βρισιές και απειλές εναντίον των δημίων τους.
    «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πραξ. 7,60), προσευχόταν ο πρωτομάρτυρας Στέφανος την ώρα του μαρτυρίου του. Η μόνη αντίδραση εναντίων των διωκτών ήταν η προσευχή· να φωτισθούν και οι κακούργοι δήμιοι και να σωθούν, όπως σώθηκε ο ληστής πάνω στο σταυρό. Όπως σώθηκε κι ο Παύλος με την προσευχή του αγίου Στεφάνου. Ο άγιος Στέφανος πήρε την εκδίκησή του, κάνοντας των αρχηγό των λιθοβολούντων Ιουδαίων μέγιστο απόστολο των εθνών, με τη χάρη του Θεού βέβαια. Η μέγιστη εκδίκηση των χριστιανών είναι η προσευχή υπερ των διωκτών τους.
    «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Έτσι προσεύχεται σίγουρα η Παναγία μας και ο Ιωάννης ο θεολόγος και όλοι οι άγιοι που συμπορεύτηκαν με τον Χριστό και συμπνευματίστηκαν μ’ αυτόν και απόκτησαν «νούν Χριστού». Βάσει αυτής της συμπορεύσεως και του συμπνευματισμού τους με τον Χριστό, δέονται και πρεσβεύουν υπέρ ημών των αμαρτωλών. Εφ’όσον ο Χριστός είναι «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. 1,29), η Παναγία και οι άγιοι πρεσβεύουν να εξακολουθήσει να τη σηκώνει και να συγχωρεί τους αμαρτωλούς και να τους φωτίζει προς μετάνοια. Και ο Χριστός δεν μπορεί να παραβλέψει αυτές τις πρεσβείες, αυτές τις ικεσίες, αφού αυτός τις δίδαξε και τις ενέπνευσε.
 
    Ας γίνουμε συνοδοιπόροι του Χριστού κι εμείς κι ας αποκτήσουμε νου Χριστού και ζωή Χριστού, όπως η Παναγία και όλοι οι άγιοι. Αμήν.
 
 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Αφιέρωμα στην "Κοίμηση της Θεοτόκου"



Α΄ Μέρος












Β΄ Μέρος
Στο β΄ μέρος του αφιερώματος αναρτούμε κάποιες ομιλίες, οι οποίες δεν έχουν άμεση σχέση με την εορτή της "Κοιμήσεως της Θεοτόκου", αλλά αφορούν τον πνευματικό μας αγώνα κατά την διάρκεια της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου. Άλλωστε είναι ομιλίες που εξεφωνήθησαν κατά την διάρκεια των παρακλήσεων.  Πιστεύω ότι θα σας βοηθήσουν πολύ.


Ομιλία που εξεφωνήθη το 2001 στην πρώτη παράκληση εις την Παναγία.


Ομιλία που εξεφωνήθη το 2001 στην δεύτερη παράκληση εις την Παναγία. 


Ομιλία που εξεφωνήθη στις 03/08/01, στην τρίτη κατά σειρά παράκληση εις την Παναγία. 

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Δεν μπορούμε να παίζουμε 

Ομιλία που εξεφωνήθη στις 07/08/01, στην πέμπτη κατά σειρά παράκληση εις την Παναγία. 

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Δεν βιώνουμε την χριστιανική αλήθεια όπως τη βίωναν οι άγιοι 

Ομλία η οποία εξεφωνήθη στις 08/08/01, 6η κατά σειρά παράκληση την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Για την ελεημοσύνη

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Πρωτοπρεσβύτερου Αλέξανδρου Σμέμαν Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Πρωτοπρεσβύτερου Αλέξανδρου Σμέμαν


Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  Πρωτοπρεσβύτερου Αλέξανδρου Σμέμαν

Τον Αύγουστο η Εκκλησία τιμά το τέλος της επίγειας ζωής της Παρθένου Μαρίας, τον θάνατο της, την κοίμηση της όπως είναι πια γνωστή και σε αυτή τη λέξη περικλείονται το όνειρο, η ευλογία, η ειρήνη, η ηρεμία και η χαρά.
 Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τις συνθήκες της κοίμησης της Παναγίας, της Μητέρας του Κυρίου. Διάφορες ιστορίες και διηγήσεις, γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από την εποχή της πρώτης Εκκλησίας, ακριβώς όμως λόγω της ποικιλότητας τους, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε την «ιστορικότητα» καμιάς από αυτές. Με τη γιορτή της Κοιμήσεως η μνήμη και η αγάπη της Εκκλησίας επικεντρώνονται όχι στην ιστορικότητα και πραγματικότητα του γεγονότος, την ήμερα και τον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, η Μητέρα όλων των μητέρων συμπλήρωσε την επίγεια ζωή της. Όπου και όποτε και αν συνέβη, η Εκκλησία αντίθετα τονίζει την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας τον θάνατο αυτής της οποίας ο Υιός, σύμφωνα με την χριστιανική μας πίστη, νίκησε τον θάνατο, αναστήθηκε εκ των νεκρών και υποσχέθηκε σε μας την τελική ανάσταση και τη νίκη της αιώνιας ζωής.
 Ο θάνατος της ερμηνεύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως που τοποθετείται στα προσκυνητάρια των εκκλησιών μας εκείνη την ημέρα, ως το κέντρο της όλης γιορτής. Η Μητέρα του Θεού έχει πεθάνει και βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συγκεντρωμένοι γύρω της και πάνω ψηλά, στο κέντρο, βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος κρατά στα χέρια του τη Μητέρα του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ βλέπουμε μαζί τον θάνατο και αυτό που ξεπεράστηκε με τον συγκεκριμένο θάνατο της Θεοτόκου: όχι το διχασμό αλλά την ένωση· όχι τη λύπη αλλά τη χαρά και κυρίως όχι τον θάνατο αλλά τη ζωή. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…»., ψάλλει η Εκκλησία ατενίζοντας αυτή την εικόνα.
 Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του βαθύτερου και πιο ωραίου ύμνου που απευθύνεται στην Θεοτόκο: «Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας!» (Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που εκχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς από αυτή την ατελεύτητη, μυστική ήμερα. Μελετώντας αυτό τον θάνατο και βλέποντας αυτό το νεκροκρέβατο καταλαβαίνουμε ότι πλέον δεν υπάρχει θάνατος, ότι το γεγονός του θανάτου ενός προσώπου έγινε γεγονός ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύει η ζωή. Αυτή που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Χριστό, που τον αγάπησε μέχρι τέλους, συναντιέται μαζί του μπροστά στις λαμπρές πύλες του θανάτου και τότε ο θάνατος μετατρέπεται σε ευφρόσυνο συναπάντημα, η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω σε όλα.
 Για αιώνες η Εκκλησία ατενίζει και εμπνέεται από το θάνατο εκείνης που στάθηκε η μητέρα του Ιησού, που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά σ’ εκείνον μέχρι το τέλος, μένοντας μόνη κάτω από το σταυρό. Μελετώντας την Κοίμηση της η Εκκλησία ανακαλύπτει και βιώνει τον θάνατο όχι πλέον ως φόβο και τρόμο και τέλος, αλλά λαμπρή και αυθεντική αναστάσιμη χαρά «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος…». Εδώ, σ’ ένα από τους πρώτους ύμνους του όρθρου της γιορτής, βλέπουμε να εκφράζεται η ουσία αυτής της χαράς: «νέκρωσις άφθορος». Ποιό είναι όμως το νόημα αυτής της αντίθεσης των λέξεων; Κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, αποκαλύπτεται σε μας και γίνεται δική μας χαρά όλο το ευφρόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου, διότι η Παναγία, η Παρθένος Μαρία είναι μια από μας.
 Αν θάνατος είναι ο φόβος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην απαίσια μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτα από όλα αυτά δεν τα συναντούμε στο θάνατο της Παναγίας, αφού η Κοίμησή της, όπως και ολόκληρη η ζωή της ήταν συνάντηση, αγάπη, κίνηση προς το αμάραντο και άδυτο φως της αιωνιότητας και είσοδος μέσα σ’ αυτό. Η τελεία αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον», γράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο ευαγγελιστής της αγάπης (Α’ Ιωάν. δ’ 18). Συνεπώς δεν υπάρχει φόβος στην άφθορο και αθάνατο κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ, ο θάνατος κατέρρευσε εκ των ένδον, απαλλάχτηκε από όλα αυτά που τον γεμίζουν με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος μετατρέπεται σε θρίαμβο ζωής. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Γι’ αυτό η γιορτή δεν έχει καθόλου πόνο, νεκρώσιμους θρήνους και θλίψη, αλλά μόνο φως και χαρά. Είναι σαν να πλησιάζουμε τις θύρες του δικού μας αναπόφευκτου θανάτου και ξαφνικά τις βρίσκουμε ορθάνοικτες, γεμάτες φως από τη νίκη που πλησιάζει, από την ανατολή της βασιλείας του Θεού που είναι εγγύς.
 Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου εόρτιου φωτός, σ’ αυτές τις αυγουστιάτικες μέρες που ο φυσικός κόσμος φτάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας, σημείο του ερχομού ενός άλλου κόσμου, αντηχούν τα λόγια από τους ύμνους της Κοίμησης. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου» (Ωδή θ’). Ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος. Ο θάνατος καταυγάζεται από την αιωνιότητα και την αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πια διχασμός αλλά ένωση, όχι λύπη αλλά χαρά, όχι ήττα αλλά νίκη. Αυτό λοιπόν γιορτάζουμε την ήμερα της Κοίμησης της πανάχραντου Μητέρας, αληθινή προτύπωση και πρόγευση και σκίρτημα χαράς για την ανατολή της μυστικής και ατελεύτητης ημέρας.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ομιλία στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός


ΧΑΙΡΕ ΔΙ’ ΗΣ ΕΓΥΜΝΩΘΗ Ο ΑΔΗΣ, ΧΑΙΡΕ ΔΙ’ ΗΣ ΕΝΕΔΥΘΗΜΕΝ ΔΟΞΑ

Ο φόβος του θανάτου αποτελεί τον μεγαλύτερο και ίσως τον πιο δυσκολοκατάβλητο φόβο που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος. Υπαρξιακό άγχος ονομάζεται από τους επιστήμονες. Δεν είναι μόνο το γεγονός του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, το οποίο γεννά μία ασυνήθιστη, ανοίκεια κατάσταση. Είναι και η αγωνία για το επέκεινα. Για το τι πρόκειται να συμβεί μετά από αυτόν τον χωρισμό. Για το αν υπάρχει συνέχεια στην ύπαρξη ή αν ο θάνατος καταπίνει το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι θρησκείες προσπαθούν να δώσουν απάντηση επικαλούμενες έναν παράδεισο, είτε με υλικά στοιχεία, είτε με πνευματικά, είτε ακόμη και με την ευτυχία του να γινόμαστε μηδέν, αφού περάσουμε κύκλους μετενσαρκώσεων, γιατί η ζωή και ο χρόνος θεωρούνται ο φυσικός τόπος και χρόνος παρουσίας μας, ώστε δεν μπορεί παρά να επανερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο, παρότι θεωρούμε ότι έχουμε προβλήματα, βάσανα, απογοητεύσεις.
                Η Εκκλησία μας μιλά για μία άλλη πραγματικότητα μετά τον θάνατο. 
Πρώτα απ’ όλα, όπως αναφέρει ο ιερός υμνογράφος απευθυνόμενος στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, «εγυμνώθη ο Άδης». Χάρις στην Υπεραγία Θεοτόκο ο θάνατος δεν γίνεται πλέον τρόπος απελπισίας, δεν εξουσιάζει τον άνθρωπο, «βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει». 
Κι αυτό διότι η Υπεραγία Θεοτόκος γέννησε τον Κύριό μας, έφερε στον κόσμο Εκείνον που επρόκειτο να καταπατήσει τον Άδη και τον θάνατο και να συντρίψει το κράτος του επάνω στον άνθρωπο. Ο Άδης εγυμνώθη.  Ο θάνατος δεν είναι ούτε τέλος, ούτε απελπισία, ούτε είσοδος στο άγνωστο, αλλά Πάσχα, πέρασμα στη ζωή. Την σχέση του ανθρώπου με το Θεό στο πρόσωπο του Χριστού, η οποία δεν είναι σχέση πλέον που θα νικηθεί από τον χρόνο, δεν είναι σχέση ανάγκης, δεν είναι σχέση υποταγής, αλλά αφετηρία ενδύσεως του ανθρωπίνου προσώπου με την δόξα του Θεού, μετοχής του ανθρώπου στο Φως του Προσώπου του Χριστού, χαράς αιωνίου και ακαταλύτου. Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Άδης εγυμνώθη διότι φάνηκε ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου και του κόσμου: η μετοχή των πάντων στη θεία δόξα. Η αποκατάσταση του ανθρώπου στην τιμή την οποία έλαβε από τον Θεό κατά την Δημιουργία και την αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο.
                Εγυμνώθη ο Άδης διότι δεν έχει δύναμη επάνω στον άνθρωπο. Οι τρόποι του Άδη έχουν να κάνουν με την ελευθερία που μας εδόθη. Είναι η συνεχής επιλογή μας να ζούμε διαφορετικά από το θέλημα του Θεού, διαφορετικά από την αγάπη. Είναι η συνεχής μας επιλογή να ζούμε με εγωκεντρισμό, να αυτοειδωλοποιούμαστε, να έχουμε ως κριτήριο της ζωής μας τον εαυτό μας, τα θελήματά μας, τις επιθυμίες μας, την χρήση του κόσμου και των ανθρώπων όχι ευχαριστιακά, δοξολογικά, αλλά με γνώμονα το συμφέρον. Τρόπος του Άδη είναι η παρείσφρηση του διαβόλου και ο συνεχής διάλογός μας μαζί του. Είναι η αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς τον Θεό. Είναι η αδιαφορία μας για την χαρά όλων. Είναι η καθυπόταξή μας στην ασθένεια, την φθορά, την ήττα εξ αιτίας του τρόπου ζωής μας. Είναι το ξόδεμα του χρόνου μας όχι στην αγάπη αλλά στην θεραπεία των παθών μας. Χάρις στο πρόσωπο του Χριστού νιώθουμε και βιώνουμε το γεγονός ότι δεν είμαστε μόνοι στον αγώνα εναντίον των τρόπων του Άδη. Ότι μπορούμε να διαχειριστούμε την ελευθερία μας με υπακοή στο θέλημα, να την εμπιστευθούμε στα χέρια Του και στο Ευαγγέλιο, στη ζωή της Εκκλησίας, και να την επαναπροσλάβουμε ως δωρεά ζωής και ελπίδας. Να διαχειριστούμε την ελευθερία μας εν αγάπη και εν σχέσει και με τον Θεό και με τον πλησίον, όχι ανίκητοι από τον Άδη, αλλά με την δύναμη της μετάνοιας ως του όπλου εκείνου που μας θεραπεύει από την πτώση και το κακό.
                Εγυμνώθη ο Άδης διότι σκοπός της ζωής μας δεν είναι ο θάνατος, αλλά η Ανάσταση. Αυτός είναι ο τελικός μας προορισμός. Ανάσταση που περιλαμβάνει και το σώμα μας. Που θα γίνει, εφόσον πιστεύουμε και αγαπούμε, Ανάσταση ζωής. Στην οποία ο κόσμος θα ανακαινιστεί και εμείς μαζί του. 
Και προγευόμαστε τα σημεία της Ανάστασης στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου και στις μορφές των Αγίων. Σε όσους πριν από εμάς έζησαν την σχέση με το Χριστό ως αφετηρία της αιωνιότητας και που έγιναν μάρτυρες του τρόπου της ήττας και της απογύμνωσης του Άδη. Δεν θα επιστρέψουμε σ’ αυτόν τον ίδιο της φθοράς και του χρόνου κόσμο, αλλά στον ανακαινισμένο, αναστημένο , ίδιο και ταυτόχρονα διαφορετικό, πνευματικά μεταστοιχειωμένο, στον οποίο η Ανάσταση θα είναι η αφετηρία μιας ζωής στην οποία «ουκ έσται τέλος». Μέχρι τότε θα προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού, στον παρόντα χρόνο μέσα από την συνάντηση με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο στη ζωή της Εκκλησίας και κατά την έξοδό μας με την διαγραφή από τα μάτια της ψυχής μας της επίδρασης των αισθήσεων, της υλικότητας, των βιοτικών μεριμνών, κάθε υπαρξιακού άγχους και την συνεχή βίωση της κοινωνίας με τον Χριστό, η οποία θα συνοδεύεται από την προσμονή και το σώμα μας να πάρει μέρος στην πανήγυρη του φωτός.
                Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου εγυμνώθη ο Άδης. Η ίδια επέλεξε την δόξα του Θεού ως σκοπό της ζωής της. Εργάστηκε ώστε το θέλημα του Θεού να γίνεται πράξη. Πίστεψε στην Ανάσταση τόσο του Υιού της, όσο και την δική της και την βίωσε ακολουθώντας τον Χριστό μέχρι τέλους και ζώντας την χαρά της Ανάστασης, αλλά και την ζωή της Εκκλησίας πάσας τας ημέρας της ζωής της. Και έχοντας μετάσχει στην αγάπη, έγινε η ίδια Αγάπη και προσευχή και μεσιτεία για όλους. 
Γι’ αυτό και εγυμνώθη ο Άδης στο πρόσωπό της. Διότι η ίδια έβαλε την προαίρεση, την πίστη, τον αγώνα, την δίψα για χάρη και αρετή και ο Θεός την δόξασε δια της παρουσίας Του εντός της. Γι’ αυτό και ο θάνατος για εκείνη δεν ήταν λύπη, αλλά η χαρά της αιώνιας συνάντησης και κοινωνίας με τον Υιό της και την ίδια στιγμή με παγγενές το ανθρώπινο γένος, του οποίου είναι η μεσίτρια, η οδηγήτρια, η   χαρά και η αφετηρία της ζωής. Αφού εκείνη πέτυχε αυτόν τον δρόμο και τρόπο, κι εμείς μπορούμε να την ακολουθήσουμε. Και θα μας βοηθήσει να αντέξουμε κάθε υπαρξιακό φόβο, να νικήσουμε με γενναιότητα τον θάνατο και να  μην αφήσουμε τους τρόπους του Άδη να μας υποτάξουν, ακόμη κι αν εκείνος κάνει θόρυβο και δείχνει ακατανίκητος, ιδίως στην εποχή μας.