Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Πατερικά άνθη στην Kοίμηση της Θεοτόκου


Πατερικά άνθη στην Kοίμηση της Θεοτόκου
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας μας. Όλοι οι πιστοί καταφεύγουμε με τις θαυμάσιες «Παρακλήσεις» στη Χάρη της και νοιώθουμε, ανάλογα με την πίστη μας, τη βοήθειά της και την παρουσία της στη ζωή μας.

Η φράση του Απολυτικίου της εορτής της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε» επαληθεύεται διαρκώς στη ζωή της Εκκλησίας και επιβεβαιώνεται καθημερινά από την προσωπική εμπειρία μας. Δεν μας εγκατέλειψε αναχωρώντας με τον θάνατο από τον κόσμο. Είναι μαζί μας, με τα θαύματα που επιτελεί με τη μεσολάβησή της στον Υιό και Θεό της χάριν εκείνων οι οποίοι ζητούν ταπεινά και με πίστη τις πανίσχυρες πρεσβείες της.

Ως έκφραση θερμής ευγνωμοσύνης για την πολυποίκιλη βοήθειά της στον καθένα μας προσωπικά, και γενικότερα στον φιλόχριστο και θεοτοκόφιλο λαό μας, παραθέτουμε λίγα πνευματικά άνθη από θαυμάσιες ομιλίες στην εορτή της κοιμήσεως ορισμένων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

«Ὤ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς πρός τήν ζωήν διά μέσου θανάτου μετάγεται», αναφωνεί ο ιερός Δαμασκηνός…

«Τί τοίνυν τό περί σέ τοῦτο μυστήριον ὀνομάσωμεν· θάνατον; ἀλλά καί φυσικῶς ἡ πανίερος καί μακαρία σου ψυχή τοῦ πανολβίου καί ἀκηράτου σου χωρίζεται σώματος, ὅμως οὐκ ἐναπομένει τῷ θανάτῳ οὐδ’ ὑπό τῆς φθορᾶς διαλύεται. Ἧς γάρ τικτούσης ἀλώβητος ἡ παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης ἀδιάλυτον τό σῶμα πεφύλακται καί πρός κρείττονα καί θειοτέραν σκηνήν μετατίθεται».
Ω πώς εκείνη που γέννησε την Πηγή της ζωής μεταφέρεται διά μέσου του θανάτου προς την ζωή! Να ονομάσουμε θάνατο αυτό το μυστήριο που συμβαίνει με σε; Αλλ’ εάν και εχωρίσθη η παναγία και μακαρία ψυχή σου από το πανευτυχές και αμόλυντο σώμα σου, όπως συμβαίνει με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, όμως το σώμα σου δεν παραμένει μόνιμα στον θάνατο, ούτε διαλύεται από την φθορά. Διότι αυτής της οποίας η παρθενία έμεινε άθικτη, όταν γεννούσε τον θεάνθρωπο, αυτής και το σώμα, όταν ήλθε η ώρα να αναχωρήσει από τον παρόντα κόσμο, φυλάχθηκε αδιάλυτο και μετετέθη προς καλυτέρα και θειοτέρα ζωή (PG 96, 713-716).

«Σέ τάφος ἔχειν οὐ δύναται», προσθέτει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης

«Ἅδης κρατεῖν οὐκ ἰσχύει σου… Ἄπιθι τοίνυν, ἄπιθι σύν εἰρήνῃ. Μεταναστεύου τῶν ἐν τῇ κτίσει μονῶν· ἐξιλάσκου τόν Κύριον ὑπέρ τοῦ κοινοῦ πλάσματος».

Δεν μπορεί να σε κρατήσει ο τάφος. Δεν έχει δύναμη να σε έχει φυλακισμένη ο Άδης… Φύγε λοιπόν, φύγε ειρηνική. Αναχώρησε από τις γήινες διαμονές και ικέτευε και εξιλέωνε τον Κύριο για όλους εμάς τους συνανθρώπους σου. (PG 97, 1100).

«Ὅν τρόπον καί ὁ σός Υἱός καί πάντων Θεός», συμπληρώνει ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, «… τοῦ ὁμοίου σαρκικῶς ἀπεγεύσατο θανάτου· παραδοξάσας δηλαδή, κατά τόν ἴδιον αὐτοῦ καί ζωοποιόν τάφον καί τό σόν τῆς κοιμήσεως ζωοπαράδεκτον μνῆμα· ὥστε ἀμφοτέρων σώματα μέν ἀφαντάστως ὑποδεξαμένων, διαφθοράν δέ μηδαμῶς ἐνεργησάντων. Οὐδέ γάρ ἐνεδέχετό σε θεοχώρητον οὖσαν ἀγγεῖον, τῆς ἀναλύσεως νεκροφθόρῳ διαρρυῆναι χοΐ: Ἐπειδή γάρ ὁ κενωθείς ἐν σοί, Θεός ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, καί ζωή προαιώνιος, καί τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς σύνοικον ἔδει τῆς Ζωῆς γεγονέναι…».

Όπως δηλαδή ο Υιός σου και Θεός των όλων εγεύθη κατά την σάρκα του τον ίδιο θάνατο και όπως δόξασε τον δικό του ζωοποιό τάφο, έτσι δόξασε και το δικό σου μνήμα, που εδέχθη κατά την κοίμησή σου Σε την Μητέρα της ζωής. Και οι δύο τάφοι δέχθηκαν μεν, χωρίς να φαντάζονται, κάτι ξεχωριστό, τα σώματα και των δύο, αλλά δεν ενήργησαν καμιά διαφθορά σ’ αυτά. Διότι δεν ήταν δυνατόν συ που ήσουν δοχείο που εχώρησε τον Θεό να διαλυθείς στο χώμα της νεκρώσεως. Επειδή Αυτός που εταπεινώθη και εκυοφορήθη μέσα σου ήταν εξ αρχής Θεός και ζωή προαιώνιος, έπρεπε και συ, η Μητέρα της Ζωής, να γίνεις σύνοικος με την Ζωή, με τον Υιό σου, στα ουράνια (PG 98, 345-8).

Το σώμα της υπεραγίας Θεοτόκου, σημειώνει και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «μικρόν παραμεῖναν τῇ γῇ καί αὐτό συναπῆλθε… Καί τοίνυν ἐδέξατο μέν ὁ τάφος ἐπί μικρόν, ἐξεδέχετο δέ καί ὁ οὐρανός τήν καινήν γῆν ἐκείνην, τό πνευματικόν σῶμα… τό ἁγιώτερον ἀρχαγγέλων».

Το ιερό σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γη, έφυγε κατόπιν κι αυτό στους ουρανούς με την ψυχή της. Δέχθηκε λοιπόν το σώμα της ο τάφος για μικρό χρονικό διάστημα, δέχθηκε δε τελικώς και ο ουρανός το σώμα της, την καινή εκείνη γη, που ανεκαινίσθη από τον Υιό και Θεό της που κατοίκησε μέσα της, το πνευματικό και άγιο εκείνο σώμα… που είναι αγιότερο από τους αρχαγγέλους («Η Θεομήτωρ», έκδοση Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Αθήναι 1968, σελ. 214-216).

«Μόνη αὕτη νῦν μετά τοῦ θεοδοξάστου σώματος σύν τῷ Υἱῷ τόν οὐράνιον ἔχει χῶρον», τονίζει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· «οὐ γάρ εἶχε κατέχειν εἰς τέλος γῆ καί τάφος καί θάνατος ζωαρχικόν σῶμα καί θεοδόχον».

Μόνη η Θεοτόκος τώρα, προ της Δευτέρας δηλαδή Παρουσίας, βρίσκεται με το θεοδόξαστο σώμα της μαζί με τον Υιό της στον ουράνιο Παράδεισο. Διότι δεν μπορούσαν να κρατούν παντοτινά η γη, ο τάφος και ο θάνατος το σώμα εκείνο, που έγινε δοχείο του Θεού και πηγή της Ζωής (PG 151, 465).

Ας την ικετεύουμε να ενθυμείται και εμάς εκεί στη δόξα της την ανέκφραστη και να πρεσβεύει και υπέρ ημών στον παντοκράτορα Υιό της.
Η Δράσις μας, 440

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας: «Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μας λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο».

Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης«Αληθινά, η Παναγία είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ' όνομά της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι' όλος ο ουρανός κι' όλη η γη χαίρονται με την αγάπη της. Αξιοθαύμαστο κι' ακατανόητο πράγμα. Ζει στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς κι' αγκαλιάζει με την ευσπλαγχνία της όλη τη γη κι' όλους τους λαούς».


επιμέλεια Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

«Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε»





«Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε»
Προοίμιον: Μέ ἰδιαίτερη χαρά γιορτάζει σήμερα o ὀρθόδοξος ἑλληνικός λαός τήν ἑορτή τῆς Παναγίας. Αὐτό, ἄλλωστε, φανερώνει καί τό γεγονός ὅτι ἀπό τούς 8000 περίπου ἐνοριακούς ναούς ποὺ ὑπάρχουν στή Χώρα μας, οἱ 2000 εἶναι ἀφιερωμένοι στήν Παναγία. Γεννᾶται ὅμως τό ἐρώτημα, γιατί ἑορτάζαμε μέ τόση χαρά, ἐνῶ τό γεγονός στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ σημερινή ἡμέρα δέν εἶναι χαρμόσυνο, ἀλλά λυπηρό, ὅπως εἶναι ὁ θάνατος τῆς Παναγίας;
α. Ὁ θάνατος-κοίμηση: Τό γεγονός στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ σημερινή μέρα, εἶναι ὄντως ὁ θάνατος τῆς Παναγίας. Διότι ἦλθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καί γιά τήν Παναγία. Τόσο ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας ὅσο καί ἡ εἰκονογραφία της παρουσιάζουν μέ ζωηρά χρώματα τό γεγονός αὐτό. Οἱ Ἀπόστολοι, ἐνῶ ἦσαν διασκορπισμένοι στά πέρατα τῆς γῆς, μέ εἰδικό θαῦμα, συγκεντρώνονται στό σπίτι τῆς Παναγίας στή Γεθσημανῆ καί κηδεύουν τό πανάχραντο καί πανάγιο σῶμα της.
Ἄλλ' ἐνῶ πρόκειται περί τοῦ θανάτου τῆς Παναγίας, ἡ σημερινή ἑορτή δέν λέγεται «ὁ θάνατος» τῆς Θεοτόκου ἀλλά ἡ «κοίμηση τῆς Θεοτόκου»! Γιατί; Διότι ὁ θάνατος, μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἶδε καί ἡ Θεοτόκος, δέν ἦταν πλέον παρά ἕνας ὕπνος, μία προσωρινή κοίμηση. Ἀπό τήν ἐποχή, μάλιστα, ἐκείνη, οἱ χριστιανοί ποὺ πεθαίνουν δέν λέγονται «νεκροί», ἀλλά «κεκοιμημένοι» καί οἱ χῶροι ὅπου τούς ἐνταφιάζουν δέν λέγονται πιά νεκροταφεῖα, ἀλλά «κοιμητήρια»!
β. Μετάσταση-ἀνάσταση: Ἀφοῦ οἱ Ἀπόστολοι κήδευσαν καί ἐνταφίασαν τό ἱερό σκήνωμα τῆς Θεοτόκου, ὑστέρα ἀπό τρεῖς μέρες, κατά τήν παράδοση, χρειάσθηκε νά ἀνοίξουν τόν τάφο. Καί ὦ τοῦ θαύματος! Τό σῶμα τῆς Παναγίας ἔλειπε. Τό πράγμα ἦταν συνταρακτικό καί ἄρχισε νά ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία: «τί ἔγινε τό σῶμα τῆς Παναγίας;» Τήν ἀπάντηση καί πίστη τῆς Ἐκκλησίας τήν διατύπωσε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: Τό σῶμα τῆς Παναγίας, μέ ἐνέργεια τῆς θείας Χάρης «μετέστη» στόν οὐρανό. Μέ ἄλλα λόγια, τό σῶμα τῆς Παναγίας, μέ θεϊκή ἐνέργεια, ἄλλαξε κατάσταση ὑπάρξεως καί πέρασε ἀπό τήν κατάσταση τοῦ θανάτου στήν κατάσταση τῆς ζωῆς. Ἡ «μετάσταση», ἑπομένως, τῆς Παναγίας εἶναι μιὰ πρώτη ἀνάσταση ποὺ ἐνήργησε ὁ Χριστός, τιμώντας ἰδιαίτερα τήν Θεοτόκο καί μητέρα του. Γι’ αὐτό, λοιπόν, χαίρεται ἡ Ἐκκλησία. Διότι στή «μετάσταση» τῆς Παναγίας προγεύεται τήν κοινή ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων. Μέ τόν τρόπον αὐτό, ἡ «μετάσταση» τῆς Θεοτόκου γίνεται τό δεύτερο Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἐπίλογος: Ὑπάρχει, ὅμως, καί κάτι ἄλλο, πολύ σημαντικό γιά μᾶς: ἐνῶ ἡ Παναγία «μετέστη» ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, ἐν τούτοις «τόν κόσμον οὐ κατέλιπε». Ὅπως ὁ Χριστός ὑποσχέθηκε πὼς θά εἶναι κοντά μας «πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη' 20), ἔτσι καί ἡ Παναγία εἶναι κοντά μας, ὅπως ἀποδεικνύουν τά ἄπειρα θαύματά της.

(1975)

Πηγή/Έκδοση:
Λόγος Ζωῆς, Ἐκδόσεις Ἄθως
Χρ.Έκδοσης:
2001

Παναγία, Θεοτόκος, Παρθένος Μαρία του π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

του π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία παραδέχεται την παρθένο Μαρία αληθινά Θεοτόκο και κηρύττει την αειπαρθενία της δηλαδή έμεινε παρθένος, όχι μόνο κατά τη γέννηση του Xριστoύ, αλλά και μετά από αυτήν.


Η παρθένος Μαρία δεν γέννησε βέβαια τη θεία φύση τού Χριστoύ. Όμως στα σπλάχνα της ενώθηκε πραγματικά ο Θεός με τον άνθρωπο, η θεία και η ανθρώπινη φύση. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε το εργαστήριo της θεανθρώπινης ένωσης και είναι αληθινά Θεοτόκος (Λουκ. α' 35. 43. 68. 76, πρβλ Μαλαχ. γ' 1).

Ο Xριστός δεν είχε δύο πρόσωπα, αλλά ένα. Γι' αυτό λέμε πώς αυτό πού συμβαίνει στη μία Του Φύση, συμβαίνει σε Αυτόν τον ίδιο. Ότι συμβαίνει στο σώμα Του συμβαίνει σε Αυτόν τον ίδιο, γιατί ήταν πραγματικά δικό Του σώμα (πρβλ Πράξ. κ' 28).

Έτσι λέμε πώς η παρθένος Μαρία έγινε πραγματικά «μήτηρ τού Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος (Λουκ. α' 43).

Αν η παρθένος Μαρία δεν είναι Θεοτόκος, αν δηλαδή δεν ενώθηκε στα σπλάχνα της ο Θεός με τον άνθρωπο, δεν συντελέσθηκε η σωτηρία τού ανθρώπου, γιατί «το απρόσληπτov και αθεράπευτον». Αν ο άνθρωπος δεν προσλήφθηκε ολοκληρωτικά από τη θεία φύση τού Xριστoύ, αν δεν ενώθηκε με τον Θεό «ασυγχύτως και ατρέπτως» στο ένα πρόσωπο τού Xριστoύ, τότε ο Xριστός δεν έσωσε τον άνθρωπο.

Γι' αυτό τον λόγο η Εκκλησία επιμένει στον όρο Θεοτόκος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία παραδέχεται ακόμη την Μαρία ως αειπάρθενο. Στο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται: «Διότι και εγώ εστάθην υιός τού πατρός μου, αγαπητός και μονογενής ενώπιον της μητρός μου» (Παροιμ. δ' 3). Βέβαια εδώ δεν αναφέρεται ο Σολομών στον εαυτό του, γιατί ο ίδιος δεν ήταν μονογενής (Β' Σαμ./Β' Βασιλ. ια' 27. ιβ' 24).

Ο προφήτης Ησαΐας την ονομάζει «η παρθένος» (Ήσ. ι' 14. Ματθ. α' 23) και ο Ιεζεκιήλ «πύλη», πού ήταν και έμεινε κλειστή: «ουκ άνοιχθήσεται, και ούδείς μη διέλθει δι' αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι' αυτής, και έσται κεκλεισμένη» (Ιεζ. μδ' 1-3). Αυτό πού χρησιμοποιεί ο Xριστός το θέλει σε απoκλειστική του χρήση (πρβλ Μαρκ, ια' 2. Ιω. ιθ' 41).

Ο δίκαιος Ιωσήφ δόθηκε στην παρθένο Μαρία με σκοπό να την πρoστατεύει για να είναι «ανήρ αυτής» κατά νόμο και εκείνη να είναι «γυναίκα» του σύμφωνα με τον νόμο (Ματθ. α' 19-20), όπως ακριβώς ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με τον νόμο και «πατήρ» τού Ιησού (Λουκ. β' 27.41. 48-49. Ιω. στ' 42). Όχι όμως φυσικός πατέρας (Ματθ. α' 18-20). Άλλωστε η παρθένος αναφέρεται ως «μνηστή» τού Ιωσήφ (Ματθ. α' 18. Λουκ. α' 27. β' 5). Mάλιστα μετά τη γέννηση τού Xριστoύ ο Ιωσήφ δεν ονομάζεται πλέον «άνδρας» της Μαρίας (Ματθ. β' 11-14. 19-21).

Όσοι αρνούνται την αειπαρθενία της Θεοτόκου επικαλούνται μερικά εδάφια της αγίας Γραφής, τα οποία όμως παρερμηνεύουν, δεν τα κατανοούν όπως τα ερμήνευσε η Εκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15).

Το «δεν εγνώριζεν αυτήν, εωσού εγέννησε τον υιόν αυτής» (Ματθ. α' 25) αναφέρεται σε ότι συνέβη πριν από τη γέννηση. Η αγία Γραφή θέλει εδώ να κατοχυρώσει την γέννηση τού Xριστoύ δια Πνεύματος Αγίου, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για το τι επακολούθησε μετά (πρβλ Ματθ. κη' 20. Α' Τιμ. δ' 13).

Ο όρος «πρωτότοκος» δεν σημαίνει πώς ακολούθησαν και άλλα τέκνα. Σημαίνει το πρώτο παιδί, πού «διανοίγει» την μήτρα της μητέρας του, άσχετα αν ακολουθούν άλλα παιδιά ή όχι (Έξοδ. ιγ' 2. Άριθ. η' 16. ιη' 15. Α' Βασιλ. στ' 7. 10. 14 κατά τούς 0'). Ακόμη η λέξη «Πρωτότοκος» σημαίνει και Ύψιστoς (Ψαλμ. πη' 28λπθ' 27).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί» τού Ιησού (Ματθ. ιβ' 46. ιγ' 55-56. Μάρκ. στ' 3. Λουκ. η' 19-21. Ιω. β' 12. ι' 3. 5. 10. Πράξ. α' 14. Α' Κορ. θ' 5. Γαλ. α' 19) ήσαν ασφαλώς «αδελφοί» σύμφωνα με τον νόμο, όπως και ο Ιωσήφ ήταν «πατήρ» κατά τον νόμο, όχι σαρκικοί αδελφοί του Χριστού. Άλλωστε η συμπεριφορά των έναντι του Ιησού αποδεικνύει πώς ήσαν μάλλον μεγαλύτεροι στην ηλικία, πράγμα πού αποκλείει την κατά σάρκα συγγένεια, αφού ο Χριστός αποκαλείται «πρωτότοκος».

Αλλά αν η Μαρία είχε τόσα παιδιά (τουλάχιστον έξι), θα δεχόταν να πάει στο σπίτι του μαθητή Iωάννη; (Ιω. ιθ' 26-27). Ασφαλώς ο Χριστός δεν θα επρότεινε κάτι τέτοιο. Ο Ιάκωβος και ο Ιούδας ονομάζουν τούς εαυτούς των «δούλους», όχι αδελφούς του Χριστού (Ιακ. α'1. Ιούδ. 1). Δεν ήσαν λοιπόν τέκνα της Μαρίας ήσαν «αδελφοί» του Ιησού σύμφωνα με τον νόμο. Άλλωστε η λέξη «αδελφός» στην αγία Γραφή έχει ευρύτερη έννoια (Γέν. ιβ' 5. ιγ' 8. κθ' 12. Α' Παραλ. Χρον. κγ' 21-22).

Ο άγιος Αμβρόσιος (339-397) λέγει πώς ο Ιωσήφ «ήταν αδύνατον να προσβάλει τον ναό του Αγίου Πνεύματος, την μητέρα του Κυρίου, τον κόλπο του μυστηρίου» (Άμβρ., Ύπόμν. είς Λουκ., 2, 6).

Το ίδιο υπογραμμίζει και ο Χρυσόστομος (Ύπόμν. είς Ματθ., Λόγος ε' 3).
Ο Ιερώνυμος χαρακτηρίζει την άρνηση του αειπάρθενου «ύβριν» κατά του Θεού και γράφει ιδιαίτερο σύγγραμμα κατά του αιρεσιάρχη Ελβιδίου. Ο Αυγουστίνος τονίζει πώς η παρθένος Μαρία ήταν «παρθένος κατά τη σύλληψη, παρθένος και κατά τη γέννηση, παρθένος και μέχρι θανάτου» (Κατηχ. 11, κεφ. 22,40).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την παρθένο Μαρία. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη προφητεύτηκε η ιδιαίτερη θέση της (Παροιμ. κθ/λα' 29). Είναι «ευλογημένη εν γυναιξίν» και «εύρε χάριν παρά τω Θεώ». Επισκιάσθηκε από Πνεύμα Άγιο και από δύναμη Υψίστου, είναι «μητέρα του Κυρίου» και γι' αυτό όλοι πρέπει να την τιμούν και να την μακαρίζουν (Λουκ. α' 28-48).

Στην Αποκάλυψη του Iωάννη παρουσιάζεται μία γυναίκα ντυμένη τον ήλιο, δοξασμένη με την ύψιστη δόξα. Αυτή είναι ασφαλώς η Εκκλησία, αλλά ταυτόχρονα συμβολίζει και την παρθένο Μαρία (Άποκ. ιβ' 1-6. 13-17). Αυτή είναι η «τιμιωτέρα των χερουβείμ και ενδοξοτέρα των σεραφείμ». Γιατί η ίδια έγινε θρόνος του Κυρίου, ενώ τα Σεραφείμ «ειστήκεισαν κύκλω αυτού», δηλαδή ίσταντο γύρω από το θρόνο Του (Ήσ. στ' 2).

Δίκαια η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλεί την παρθένο Μαρία Παναγία, όχι βέβαια σε σχέση με τον Θεό («εις άγιος, εις Κύριος...»), αλλά σε σύγκριση με τούς ανθρώπους και τούς αγγέλους. Η ίδια επροφήτευσε πώς όλες οι γενεές θα της απονέμουν τιμή (Λουκ. α' 48). Όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδίδει στην παρθένο Μαρία λατρεία. Αυτή ανήκει μόνο στον Θεό.

Ο άγιος Επιφάνιος συγκαταλέγει μεταξύ των αιρετικών, εκείνους πού αρνούνται το αειπάρθενο της Μαρίας και τούς ονομάζει αντιδικομαριανίτες. Από το άλλο μέρος καταφέρεται και εναντίον εκείνων πού προσέφεραν «κολλυρίδα,, ένα είδος πίπας (κολλυριανοί) και λάτρευαν την παρθένο Μαρία, «αντί Θεού ταύτην παρεισάγειν εσπουδακότες» (Έπιφ., Κατά αντιδικομαριανιτών ιδ-κγ').

Αυτοί οι αιρετικοί, λέγει ο Επιφάνιος, επιχειρούσαν «στο όνομα της αγίας παρθένου υπέρ το μέτρον, πράγμα ανεπίτρεπτο και βλάσφημο» και ιερουργούσαν «εις το όνομά της δια γυναικών, πράγμα πού είναι εντελώς ασεβές και ανεπίτρεπτον... διαβολικόν ενέργημα και πνεύματος ακαθάρτου διδασκαλία» (Κατά άντιδ. κγ').

Οι απόψεις λοιπόν του αγίου Επιφανίου δεν είναι δυνατόν να στραφούν εναντίον της τιμής στην παρθένο Μαρία και στους αγίους. Μάλιστα ο Πολύβιος, πού ήταν βιογράφος του Επιφανίου, αναφέρει πώς συνήθιζε να επισκέπτεται την νύκτα τούς τόπους πού βρίσκονταν τα λείψανα των αγίων μαρτύρων «και να παρακαλεί τον Θεόν περί ενός εκάστου των θλιβομένων» (Βίος Επιφ., νγ'). Ο Επιφάνιος υπογραμμίζει πώς «πέρα του δέοντος ου χρή τιμάν τούς άγίους, αλλά τιμάν τον αυτών Δεσπότην» (Κατά αντιδικομ. κδ'). Ετάσσετο κατά της αντικαταστάσεως της λατρείας τού Θεού με τη λατρεία της παρθένου Μαρίας και των αγίων, αυτό έκαναν οι σύγχρονοί του αιρετικοί!

Ο λόγος τού Χριστού, πώς μητέρα και αδελφός του είναι όποιος κάνει το θέλημα τού Πατρός Του (Ματθ. ιβ' 50. Μάρκ. γ' 35) δεν είναι προσβλητικός για την παρθένο Μαρία, γιατί ήταν πιστή στο θέλημα τού Θεού. Το «μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τόν λόγον τού Θεού καί φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. ια' 28) σημαίνει «αληθινά, βεβαίως» (Ρωμ. ι' 18). Η παρθένος Μαρία ήταν μακαρία και μ' αυτή την έννοια (Λουκ. β' 51), γιατί ήταν πιστή στο θέλημα τού Θεού. Αν η παρθένος δεν ήταν θεοσεβής, τότε ασφαλώς δεν θα ήταν μακαρία, γιατί δεν θα την ωφελούσε καθόλου το γεγονός ότι εγέννησε τον Χριστό. Το «γύναι» (Ίω. β' 4) δεν είχε εκείνη την εποχή μειωτική σημασία (Ίω. δ' 21. κ' 15).

Πολλές προτεσταντικές ομάδες ισχυρίζονται πώς ο όρος Θεοτόκος και το αειπάρθενον είναι πράγματα ασήμαντα και επουσιώδη. Όμως, όπως αναφέραμε, η Εκκλησία των πρώτων αιώνων δεν συμμερίζεται τις απόψεις αυτές. Γι' αυτό και στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο (431 μ-Χ.) κατοχύρωσε τον όρο Θεοτόκος και χαρακτήρισε τη διδαχή τού Νεστορίου αιρετική. Δεν παρέλειψε να αναθεματίσει τον ίδιο και τους οπαδούς του.

Η ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει την άσπιλη σύλληψη της Παρθένου Μαρίας, γιατί πιστεύει πώς η μόνη οδός σωτηρίας είναι ο Χριστός (Ιω.. α' 12-13, ιδ' 6. Πράξ. δ' 12. Α' Κορ. α' 30-31). Ό Χριστός έγινε η «απαρχή» (Α' Κορ. ιε' 21) και η «καινή κτίσις» πραγματoπoιείται μόνο «εν Χριστώ» (Β' Κορ. ε' 17. Τίτ. v' 4-7).

Έξω από το Σώμα τού Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία (Έβρ. β' 14-15). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει το δόγμα της άσπιλης σύλληψης της Παρθένου Μαρίας, δηλαδή τη διδασκαλία πώς η Παρθένος Μαρία από τη σύλληψή της ήταν απαλλαγμένη από τις συνέπειες της αμαρτίας τού Αδάμ. Η Εκκλησία μας μένει σταθερή στη βασική σωτηριολογική αλήθεια, πού διατυπώνεται με τη φράση: «το απρόσληπτον και αθεράπευτον».




Θεοτόκος η Μεσίτρια του γένους των Χριστιανών

Η Παρθένος, έχοντας αφιερωθεί τελείως στο Θεό, παρόλο που απώθησε κάθε παρόρμηση προς αμαρτία, ένιωσε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης πολύ περισσότερο από άλλους και επιθυμούσε διακαώς την έλευση του Σωτήρα.

Μέσα στην ταπείνωσή της θεωρούσε τον εαυτό της ανάξιο ακόμη και να διακονήσει την Παρθένο που θα τον κυοφορούσε.

Για να μην την αποσπά τίποτα από την προσευχή και την εγρήγορση, η Μαρία έδωσε στο Θεό όρκο να μην νυμφευθεί, έτσι ώστε να ευχαριστεί μόνον Αυτόν σε όλη της τη ζωή. Ήταν αρραβωνιασμένη με τον ηλικιωμένο Ιωσήφ. Όταν η ηλικία της δεν Της επέτρεπε να παραμείνει στο Ναό, εγκαταστάθηκε στην οικία του στη Ναζαρέτ.
Εδώ η Παρθένος συγκατατέθηκε στον αρχάγγελο Γαβριήλ που της έφερε τα χαρμόσυνα νέα της γέννησης του Υιού του Υψίστου απ’ αυτήν· «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξί… Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού».
Η Μαρία αποδέχθηκε την αγγελική χαρμόσυνη είδηση ταπεινά και υποτακτικά. «Τότε ο Λόγος, με τρόπο γνωστό σε αυτόν, κατήλθε και, όπως Αυτός ο ίδιος θέλησε, εισήλθε στη Μαρία και κατοίκησε μέσα σε αυτή». «Όπως η αστραπή φωτίζει ό,τι είναι κρυμμένο, έτσι και ο Χριστός εξαγνίζει ό,τι είναι κρυμμένο στη φύση των πραγμάτων. Εξάγνισε και τη Μαρία και ύστερα γεννήθηκε, έτσι ώστε να δείξει ότι εκεί που είναι ο Χριστός, είναι εμφανής η αγνεία σε όλη της τη δύναμη. Εξάγνισε την Παρθένο, έχοντας ετοιμάσει αυτή με το Άγιο Πνεύμα, και τότε η κοιλία, έχοντας γίνει αγνή, Τον συνέλαβε.
Εξάγνισε την Παρθένο όταν αυτή ήταν άθικτη διότι, έχοντας γεννηθεί, την άφησε Παρθένο. Δεν λέω ότι η Μαρία έγινε αθάνατη, αλλά ότι όντας φωτισμένη με τη χάρη, δεν ενοχλείτο από αμαρτωλές επιθυμίες». «Το Φως κατοίκησε σε αυτή, εξάγνισε το νου της, έκανε τις σκέψεις της καθαρές , αγνές τις ανησυχίες της, καθαγίασε την Παρθενία της». «Εκείνη που ήταν αγνή σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, Αυτός την έκανε αγνή κατά χάρη».
Η Μαρία δεν είπε σε κανένα για την εμφάνιση του αγγέλου, αλλά ο ίδιος ο άγγελος αποκάλυψε στον Ιωσήφ τη θαυμαστή σύλληψη της Μαρίας από το Άγιο Πνεύμα μετά τη γέννηση του Χριστού με πλήθος επουρανίων στρατιών των αγγέλων, το ανήγγειλε στους ποιμένες. Οι ποιμένες, ερχόμενοι να προσκυνήσουν το νεογέννητο, είπαν πως είχαν ακούσει γι’ Αυτό.
Έχοντας προηγουμένως υπομείνει την υποψία με σιωπή, η Μαρία και τώρα άκουσε με σιωπή και συντήρησε στη καρδιά Της τα ρήματα σχετικά με τη μεγαλοσύνη του Υιού της. Σαράντα ημέρες αργότερα άκουσε τη δοξαστική προσευχή του Συμεών και την προφητεία σχετικά με τη ρομφαία πού θα διαπερνούσε τη ψυχή της. Αργότερα είδε πώς ο Ιησούς προόδευε στη σοφία· τον άκουσε σε ηλικία δώδεκα ετών να διδάσκει στο Ναό, και όλα τα συντήρησε στη καρδιά της.
Παρ’ όλο που ήταν κεχαριτωμένη, δεν είχε ακόμα καταλάβει σε τί θα συνίστατο το λυτρωτικό έργο και η μεγαλοσύνη του Υιού της. Οι Εβραϊκές αντιλήψεις για το Μεσσία τής ήταν οικείες και φυσιολογικά συναισθήματα την έκαναν να ανησυχεί γι’ Αυτόν, προστατεύοντάς τον από εργασίες και κινδύνους που μπορούσαν να φανούν υπερβολικοί. Επομένως, στην αρχή ακουσίως ευνοούσε τον Υιό της κάτι που προκάλεσε την υπόδειξή του για την ανωτερότητα της πνευματικής συγγένειας από τη σαρκική. «Ανησυχούσε βέβαια για την τιμή της Μητέρας του, αλλά πιό πολύ για τη σωτηρία της ψυχής της και τη σωτηρία των ανθρώπων, για τους οποίους είχε ενδυθεί τη σάρκα».
Η Παναγία το κατανοούσε αυτό και άκουσε το λόγο του Θεού και τον φύλαξε. Όπως κανείς άλλος άνθρωπος, είχε τα ίδια αισθήματα με το Χριστό· αγόγγυστα σηκώνοντας τον πόνο μιας μητέρας, όταν έβλεπε τον Υιό της να διώκεται και να υποφέρει συναγαλλόμενη την ημέρα της Αναστάσεως, ενδεδυμένη την ημέρα της Πεντηκοστής με «δύναμη εξ ύψους».
Το Άγιο Πνεύμα που κατήλθε σε Αυτήν .Την δίδαξε τα πάντα, και «Την οδήγησε εις πάσαν την αλήθεια». Όντας φωτισμένη, ξεκίνησε να εργάζεται όλο και περισσότερο ενθουσιωδώς για να εκτελέσει ό,τι είχε ακούσει από τον Υιό της και Σωτήρα, έτσι ώστε να ανέλθει σ’ Αυτόν και να είναι μαζί Του.
Το τέλος της επίγειας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου ήταν η αρχή της μεγαλοσύνης της. «Όντας κεκοσμημένη με θεία δόξα» στέκεται και θα στέκεται και την ήμερα της Κρίσεως και στον μέλλοντα αιώνα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού της. Βασιλεύει μαζί με Αυτόν και έχει παρρησία προς Αυτόν ως η κατά σάρκα Μητέρα του και ως ένα πνεύμα με Αυτόν ως μία που έκανε το θέλημα του Θεού και δίδαξε άλλους. Ελεήμων και γεμάτη αγάπη, επιδεικνύει την αγάπη της προς τον Υίό της και Θεό, από αγάπη για το ανθρώπινο γένος. Μεσιτεύει γι’ αυτό ενώπιον του Ελεήμονος, και ασχολούμενη με τον κόσμο, βοηθάει τους ανθρώπους.
Έχοντας ζήσει όλες τις δυσκολίες της επίγειας ζωής, η Μεσίτρια του γένους των χριστιανών βλέπει κάθε δάκρυ, ακούει κάθε στεναγμό και ικεσία απευθυνόμενη προς Αυτή. Ιδιαίτερα κοντά της είναι όσοι εργάζονται στη μάχη κατά των παθών και ποθούν ένθερμα μια θεάρεστη ζωή. Αλλά ακόμα και για τις επίγειες έγνοιες είναι αναντικατάστατη βοηθός. «Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικούμενων προστάτις και πενομένων τροφή , ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων, σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, συ υπάρχεις Άχραντε»· «Η ελπίς και μεσιτεία και καταφύγιο των Χριστιανών». «Η εν πρεσβείαις ακοίμητη Θεοτόκος», «η κραταιά βοήθεια του κόσμου»· «ημέρας γαρ και νυκτός πρεσβεύεις υπέρ ημών και τα σκήπτρα της βασιλείας ταις σαις ικεσίαις κρατύνονται».
Δεν υπάρχει νους ή λόγια για να εκφραστεί το μεγαλείο Αυτής που γεννήθηκε στην αμαρτωλή ανθρώπινη φυλή αλλά έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».
Πηγή: Αγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος, σ. 83-91

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Προστρέχω σε Σένα, Παρθένε των Παρθένων Μητέρα μου

Προστρέχω σε Σένα, Παρθένε των Παρθένων Μητέρα μου
Θυμήσου, Κεχαριτωμένη Παρθένε Μαρία,
ότι ποτέ δεν έμεινε αβοήθητος,
όποιος προσέτρεξε στη δική Σου προστασία,
ικέτεψε τη δική Σου βοήθεια,
ή αναζήτησε τη δική Σου μεσιτεία.

Εμπνευσμένος από αυτήν την εμπιστοσύνη,
προστρέχω σε Σένα, Παρθένε των Παρθένων,
Μητέρα μου, σε Σένα έρχομαι,
μπροστά Σου στέκομαι,
αμαρτωλός και μετανοημένος.
Ω, Μητέρα του Ενσαρκωμένου Λόγου!
Μην περιφρονήσεις τις παρακλήσεις μου,
αλλά κατά το έλεός Σου, εισάκουσέ με.
Αμήν.

Παναγία ἡ Πορταΐτισσα

Παναγία ἡ Πορταΐτισσα
«Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος»
Ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα, ἡ ἐξέχουσα μεταξύ τῶν θεομητορικῶν εἰκόνων τοῦ Ἄθω, ἦταν ἀρχικὰ φυλαγμένη, καθώς διασώζει ἡ παράδοση, στὴ μικρασιατικὴ Νίκαια. Μιὰ εὐσεβής γυναίκα μέ τὸν μοναχογιό της τὴν εἶχαν τοποθετήσει μέσα στὴν ἰδιόκτητη ἐκκλησία τους καὶ τὴν τιμοῦσαν.

Στὰ χρόνια τῆς δεύτερης εἰκονομαχίας βασιλικοὶ κατάσκοποι ἀνακάλυψαν τὴν εἰκόνα καὶ ἀπείλησαν τὴ γυναίκα πὼς θὰ τὴν σκοτώσουν ἂν δὲν τοὺς δωροδοκήσει. Ἐκείνη ὑποσχέθηκε ὅτι τὴν ἑπομένη θὰ τοὺς ἔδινε τὰ χρήματα. Καὶ τὴ νύχτα, ἀφοῦ προσευχήθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα, τὴ σήκωσε μέ εὐλάβεια, κατέβηκε στὴν παραλία καὶ τὴν ἔριξε στὴ θάλασσα λέγοντας:
– Δέσποινα Θεοτόκε, ἐσύ ἔχεις τὴ δύναμη κι ἐμᾶς νὰ διασώσεις ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκόνα σου ἀπὸ τὸν καταποντισμό.
Τότε πραγματικὰ ἔγινε κάτι θαυμαστό. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα στάθηκε ὄρθια στὰ κύματα καὶ κατευθύνθηκε πρός τὴ δύση. Συγκινημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸ γεγονὸς γυρίζει στὸν γιό της καὶ τοῦ λέει:
–Ἐγώ, παιδί μου, γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς Παναγίας εἶμαι ἕτοιμη νὰ πεθάνω. Ἐσύ νὰ φύγεις. Νὰ πᾶς στὴν Ἑλλάδα.
Χωρὶς ἀργοπορία τὸ παιδὶ ἑτοιμάστηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, κι ἀπὸ κεῖ γιὰ τὸν Ἄθωνα, ὅπου ἐμόνασε. Σὰν μοναχὸς ἀσκήτεψε στὸν τόπο πού ἀργότερα ἱδρύθηκε ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατὶ ἔτσι πληροφορήθηκαν οἱ ἄλλοι μοναχοὶ τὸ ἱστορικὸ τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας.
Πέρασε καιρός. Ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὴ Νίκαια πέθανε, καὶ τὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων ἱδρύθηκε καὶ ὁλοκληρώθηκε. Ἦταν βράδυ, ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀντίκρυσαν ἕνα παράξενο θέαμα: Ἕνα πύρινο στῦλο πού ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴ θάλασσα κι ἔφθανε στὸν οὐρανό.
Τὸ ὅραμα συνεχίστηκε ἡμέρες καὶ νύχτες. Κατεβαίνουν οἱ ἀδελφοὶ στὴν παραλία καὶ βλέπουν μέ θαυμασμὸ στὴ βάση τοῦ πύρινου στύλου μιὰ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ὅσο ὅμως τὴν πλησίαζαν ἐκείνη ἀπομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στὴν ἐκκλησία καὶ παρακάλεσαν μέ δάκρυα τὸν Κύριο νὰ χαρίσει στὸ μοναστήρι τους τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ θησαυρό.
Μεταξύ τῶν μοναχῶν ὑπῆρχε ἕνας εὐλαβής ἀσκητής, πού λεγόταν Γαβριήλ. Σ᾿ αὐτὸν παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ τοῦ λέει:
– Νὰ πεῖς στὸν ἡγούμενο καὶ στοὺς ἀδελφούς ὅτι θὰ σᾶς παραδώσω τὴν εἰκόνα μου, γιὰ νὰ σᾶς προστατεύει. Θὰ μπεῖς κατόπιν στὴ θάλασσα, θὰ περπατήσεις πάνω στὰ κύματα, κι ἔτσι θὰ καταλάβουν ὅλοι τὴν εὔνοιὰ μου γιὰ τὸ μοναστήρι σας.
Ἔτσι κι ἔγινε. Ὁ π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ στερεὰ γῆ, παρέλαβε μέ εὐλάβεια τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ ἐπέστρεψε στὴν παραλία. Ἐκεῖ συγκεντρωμένοι ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς ἐπιφύλαζαν τιμητικὴ ὑποδοχή. Ὕστερα τὴν παρέλαβαν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ.
Ὅταν τὴν ἑπομένη ὁ ἐκκλησιαστικός πῆγε ν᾿ ἀνάψει τὰ καντήλια, ἡ εἰκόνα ἔλειπε. Ἐρεύνησε παντοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψε στὸ τεῖχος, πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μονῆς. τὴν ἐπανέφεραν στὸ καθολικό, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα ἔφυγε καὶ πάλι. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος ἡ Παναγία παρουσιάζεται στὸν γέροντα Γαβριήλ καὶ τοῦ λέει:
– Νὰ πεῖς στοὺς ἀδελφούς νὰ μὴ μ᾿ ἐνοχλοῦν. Δέν ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ φυλάγομαι ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ νὰ σᾶς φυλάω. Ὅσοι ζεῖτε στὸ Ὄρος τοῦτο ἐνάρετα, νὰ ἐλπίζετε στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Υἱοῦ μου. Γιατί, ὅσο ὑπάρχει ἡ εἰκόνα μου μέσα στὴ μονὴ σας, ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεός Του θὰ σᾶς ἐπισκιάζουν πάντοτε.
Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν παρεκκλήσι κοντὰ στὴν πύλη κι ἐκεῖ τοποθέτησαν τὴν ἱερὴ εἰκόνα.
Πράγματι ἡ Πορταΐτισσα, καθώς ὑποσχέθηκε, προστατεύει τὴ μονὴ καὶ οἰκονομεῖ κάθε της ἀνάγκη.
Ἡ θεραπεία τῆς πριγκίπισσας
Τὸ 1651 οἱ 365 Ἰβηρίτες μοναχοὶ δοκίμαζαν οἰκονομικὴ στενότητα, γι᾿ αὐτὸ ἀνέθεσαν στὴ Θεοτόκο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴ συντήρησή τους. Ἀμέσως ἡ φιλόστοργη Μητέρα ἔτρεξε γιὰ ἐξεύρεση πόρων μέ τὸ ἀκόλουθο χαριτωμένο θαῦμα.
Ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν βαριὰ ἄῤῥωστη ἡ κόρη τοῦ τσάρου τῆς Ρωσίας Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τὰ πόδια της ἦταν παράλυτα καὶ γιὰ τοὺς γιατροὺς ἀθεράπευτα.
Τὴ θλίψη τῆς πριγκίπισσας καὶ τῶν βασιλέων γονέων της ἔρχεται τώρα νὰ μεταβάλει σέ χαρὰ ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μιὰ νύχτα στὸν ὕπνο της, κι ἀφοῦ τῆς ἔδωσε θάῤῥος καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τὴ θεραπεύσει τῆς λέει:
– Νὰ πεῖς στὸν πατέρα σου νὰ φέρει ἀπὸ τὴν μονὴ τῶν Ἰβήρων τὴν εἰκόνα μου τὴν Πορταΐτισσα.
Τὸ πρωὶ ἡ ἄῤῥωστη διαβίβασε τὴν ἐντολὴ κι ἀμέσως ξεκίνησε ἔκτακτη ἀποστολή, γιὰ νὰ μεταφέρει στοὺς Ἰβηρίτες μοναχούς τὴν ἐπιθυμία τοῦ τσάρου. Ἐκεῖνοι φοβήθηκαν μήπως ἡ εἰκόνα δὲν ἐπιστραφεῖ, καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν ἕνα πιστὸ ἀντίγραφο μὲ τιμητικὴ συνοδεία τεσσάρων ἱερομονάχων.
Μόλις μαθεύτηκε ὁ ἐρχομός τῆς σεπτῆς εἰκόνας στὴ Μόσχα, ἡ πόλη ἄδειασε. Ὅλοι, βασιλεῖς καὶ λαός, ἔτρεξαν νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Στ᾿ ἀνάκτορα ὅμως ἡ πριγκίπισσα κοιτόταν στὸ κρεβάτι, χωρίς νὰ γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμὴ ζήτησε τὴ μητέρα της καὶ τότε πληροφορήθηκε τὸ μεγάλο γεγονός.
– Τί; φώναξε. Ἔρχεται ἡ Παναγία, κι ἐμένα μέ ἄφησαν ἐδῶ;
Πηδᾶ ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ντύνεται καὶ τρέχει νὰ ὑποδεχθεῖ κι ἐκείνη τὴν Παναγία. Ὁ κόσμος εἶδε την παράλυτη πριγκίπισσα καὶ τὰ ἔχασε. Ἡ συγκίνηση κορυφώθηκε, ὅταν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔφθασε ἡ ἁγία εἰκόνα κι ἔγινε ἡ τελετὴ τῆς ὑποδοχῆς καὶ τῆς προσκυνήσεως.
– Μεγαλειότατε, εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι, προσφέρουμε τὴ σεπτὴ αὐτὴ εἰκόνα σάν δῶρο στὸ εὐσεβές ρωσικὸ ἔθνος.
– Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε συγκινημένος ὁ τσάρος. Σέ ἔνδειξη τῆς εὐγνωμοσύνης μου σᾶς παραχωρῶ μία ἀπὸ τὶς καλύτερες μονές τῆς πρωτεύουσας, τὸν ἅγιο Νικόλαο. Ἐπίσης ἐτήσιο ἐπίδομα ἀπὸ 2.500 ρούβλια, ἀτέλεια σέ ὅ,τι εἰσάγετε ἀπὸ τὴν χώρα μου, καθώς καὶ δωρεάν μετακίνηση τῶν ἀπεσταλμένων σας.
Τὸ μετόχι αὐτὸ παρέμεινε στὴν κυριότητα τῆς μονῆς Ἰβήρων μέχρι τὸ 1932 καὶ τῆς ἐξασφάλιζε τόσες προσόδους, ὥστε κάλυπτε ὅλες σχέδον τίς ὑλικές της ἀνάγκες.
Ὁ πεινασμένος ὁδοιπόρος
Ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων εἶναι πολὺ φιλόξενο μοναστήρι. Αὐτὸ ἀποδίδεται καὶ στὸ ἀκόλουθο περιστατικό:
Ἕνας φτωχὸς ἐργάτης, κουρασμένος ἀπὸ τὸν δρόμο, ἔφθασε τὸ μεσημέρι πεινασμένος στὴν πύλη τῆς μονῆς. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμὶ ἀπὸ τὸν πορτάρη, γιατὶ βιαζόταν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του.
Ὁ πορτάρης, ἄγνωστο γιατί, δὲν τοῦ ἔδωσε, ὁπότε ὁ φτωχὸς ἀναστέναξε βαθιὰ κι ἔφυγε νηστικός.
Ἀνεβαίνοντας πρός τίς Καρυές, σταμάτησε γιὰ λίγο στὴ σκιὰ ἑνός δέντρου. Λυπημένος καὶ κουρασμένος καθώς ἦταν, ξάπλωσε καταγῆς. Ξεφνικὰ ἀκούει βήματα νὰ πλησιάζουν. Ἀνασηκώνεται καὶ βλέπει κοντά του μιὰ γυναίκα μ᾿ ἕνα βρέφος στὴν ἀγκαλιά. Μέ ὕφος συμπαθητικὸ καὶ φωνὴ γλυκειὰ τὸν ἐρωτᾶ:
– Τί ἔχεις; Μήπως εἶσαι ἄῤῥωστος;
– Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλὰ πεινῶ. Παρακάλεσα τὸν θυρωρὸ τῆς μονῆς Ἰβήρων νὰ μοῦ δώσει ψωμί, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔδωσε.
– Ἄκου, παιδί μου. Δέν πρέπει νὰ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν θυρωρό. Θυρωρὸς τῆς μονῆς αὐτῆς εἶμαι ἐγώ. Νὰ ἐπιστρέψεις ἀμέσως καὶ νὰ ζητήσεις ψωμὶ ἐκ μέρους μου. Κι ἂν δὲν σοῦ δώσουν, πλήρωσέ το μ᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα. Σὲ περιμένω ἐδῶ.
Λέγοντας αὐτὰ ἔδωσε στὸν ἐργάτη τρία φλουριά. Ἐκεῖνος, ἀνύποπτος γιὰ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἄκουγε, ξεκίνησε γιὰ τὸ μοναστήρι. Χτύπησε τὴν πύλη καὶ κρατώντας ἐπιδεικτικὰ τὰ χρήματα ζήτησε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θυρωρὸ ψωμί, χωρὶς νὰ παραλείψει ν᾿ ἀναφέρει τὴ συνομιλία μὲ τὴ γυναίκα.
Ὅταν ἄκουσε ὁ μοναχός γιὰ γυναίκα καὶ εἶδε τὰ σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ θαῦμα. Χτύπησε τὴν καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἄκουσαν μέ θαυμασμὸ τὸ παράδοξο γεγονός.
Διαπίστωσαν μάλιστα ὅτι τὰ νομίσματα ἐκεῖνα ἦταν ἀφιερωμένα πρίν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα. Βλέποντας ὅμως ἡ Παναγία τὴν ἀνάγκη τοῦ φτωχοῦ, τὰ παρέλαβε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε μέ μητρικὴ εὐσπλαγχνία.
Οἱ μοναχοὶ μέ φόβο καὶ εὐλάβεια τὰ ἐπανέφεραν στὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας, ἡ ὁποία μέ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοὺς δίδαξε τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΣ, ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ ΤΟΝ ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΔΙΑ ΤΑΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΜΑΣ

Νὰ ἔχετε εὐλάβειαν εἰς ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ περισσότερον εἰς τὴν Δέσποιναν Μαρίαν, διότι ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶναι δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ἡ δὲ Θεοτόκος εἶναι Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἥτις παρακαλεῖ τὸν εὔσπλαγχνον Χριστὸν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Διὰ τοῦτο πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ τιμῶμεν τὴν Δέσποινάν μας μὲ νηστείας καὶ ἐλεημοσύνας.
Ἕνας ἄνθρωπος ὀνομαζόμενος Ἰωάννης ἐνικήθη καὶ ἔγινε κλέπτης, ἔγινε καὶ καπετάνιος εἰς 100 κλέπτας· ἀλλὰ εἶχε πολλὴν εὐλάβειαν εἰς τήν Θεοτόκον καὶ κάθε πρωΐ καὶ ἑσπέρας ἔλεγε τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Θέλων ὁ πανάγαθος Θεὸς νὰ τὸν σώσῃ διὰ τὴν εὐλάβειαν ὁποὺ εἶχεν εἰς τὴν Θεοτόκον, ἔστειλεν ἕνα ἅγιον ἀσκητήν, τὸν ὁποῖον ἅμα εἶδον οἱ κλέπται τὸν ἔπιασαν. Τοὺς λέγει ὁ ἀσκητής: Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὲ ὑπάγετε εἰς τὸν καπετάνιον σας, διότι ἔχω νὰ σᾶς εἰπῶ λόγον διὰ τὸ καλόν σας. Τὸν ὑπῆγαν εἰς τὸν καπετάνιον καὶ τοῦ λέγει: Κράξε μου ὅλα τὰ παλληκάρια νὰ ἔλθουν νὰ σᾶς εἰπῶ ἕνα λόγον. Τοὺς κράζει ὁ καπετάνιος καὶ ἦλθαν. Λέγει ὁ ἀσκητής: Δὲν ἔχεις ἄλλον; Ἔχω, λέγει, ἕνα μάγειρον. Λέγει του ὁ ἀσκητής: Κράξε τον νὰ ἔλθη. Καὶ ἅμα ἦλθε, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰδῆ τὸν ἀσκητὴν ὁ μάγειρος, ἀλλ᾿ ἐγύριζε τὸ πρόσωπόν του εἰς ἄλλο μέρος. Τότε λέγει ὁ ἀσκητὴς εἰς τὸν μάγειρον: Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ προστάζω νὰ μὲ εἰπῆς ποῖος εἶσαι καὶ τὶς σὲ ἔστειλε καὶ τί κάμνεις ἐδῶ ποὺ κάθεσαι; Ἀπεκρίθη ὁ μάγειρος καὶ λέγει: Ἐγὼ εἶμαι ψεύστης καὶ πάντοτε τὸ ψεῦδος λαλῶ· ἀλλὰ τώρα, ἐπειδὴ μὲ ἔδεσες μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ εἰπῶ τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ λοιπὸν εἶμαι διάβολος, καὶ μὲ ἔστειλεν ὁ μεγαλύτερός μου νὰ δουλεύω τοῦτον τὸν καπετάνιον καὶ νὰ τὸν φυλάγω νὰ τὸν εὕρω καμμίαν ἡμέραν ὁποὺ νὰ μὴ διαβάζη τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, νὰ τὸν βάλω εἰς τὴν κόλασιν. Καὶ ἔχω τώρα 14 χρόνους ὁποὺ τὸν φυλάγω, καὶ δὲν εὗρον καμμίαν ἡμέραν ὁποὺ νὰ μὴ διαβάζη τὸ «Ἄγγελος πρωτοστάτης». Τότε λέγει ὁ ἀσκητής: Σὲ προστάζω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ γίνης ἄφαντος καὶ πλέον νὰ μὴ πειράξης τοὺς χριστιανούς. Καὶ εὐθὺς ἔγινεν ἄφαντος ὁ διάβολος ὡσὰν καπνός.
Τότε ἐδίδαξεν ὁ ἀσκητὴς τοὺς κλέπτας καὶ ἄλλοι ἔγιναν καλόγηροι καὶ ἄλλοι ὑπανδρεύθηκαν καὶ ἔκαμαν καλὰ ἔργα καὶ ἐσώθησαν. Διὰ τοῦτο σᾶς συμβουλεύω ὅλους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νὰ μάθετε τὸ «Ἄγγελος πρωτοστάτης», νὰ τὸ λέγετε εἰς τὴν προσευχήν σας.
Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ
(Ἀπὸ τὶς “Διδαχές” του)