Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Νανούρισμα της Παναγιάς



 






Κοιμήσου τώρα που κανείς
δε θα ’ρθει να σε πάρει,
γιατί ’ναι προίκα ο σου ο καημός
μαζί με τόση χάρη.

Ένας καημός αβάσταχτος
η δύναμή σου, φως μου
που απ’ τη θωριά σου θα σκιαχτούν
οι δυνατοί του κόσμου.

Δε θα ’χει τόπο να κρυφτείς
απ’ το μεγάλο πόνο
σαν πέσεις να προσευχηθείς
θα σε πετύχουν μόνο.

Οι πραίτορες κι οι δικαστές
ο γύπας και το φίδι
οι φαρισαίοι κι οι γραμματείς
του Χάρου το λεπίδι.

Γιατί δεν πάτησες στη γη
στο φοβερό το βήμα
να δώσεις τόπο στην οργή
και άφεση στο κρίμα.

Ήρθες να διώξεις τ’ άδικο
τον φθόνο να γκρεμίσεις
για τη χλιδή του μαμωνά
φρικτά να μαρτυρήσεις.

Ποιος θρήνος, ποια κραυγή χωράει
Το που θα πιω και που θα πιεις
φαρμάκι στο ποτήρι;

Ποιος τρυγητής και ποιος κιοτής
απ’ τη ζωή σου θα γευτεί
το μέλι και τη γύρη;

Ποιος Βαρραββάς και ποιος ληστής
όταν εσύ θα σταυρωθείς
θα κάνει πανηγύρι;

Κώστα Βάρναλη, Οι πόνοι της Παναγίας


Ο θρήνος της Παναγίας
Ο θρήνος της Παναγίας
Οι πόνοι της Παναγίας
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…
Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν’αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν. 
Κώστας Βάρναλης

Θρήνος της Παναγίας (Lamentation of Virgin Mary) - NEKTARIA KARANTZI

Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ....( Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ) ΕΘΙΜΑ Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Θρήνος της Παναγιάς

 
 
 Πώς να τ’ αντέξει ο λογισμός, χωρίς να μαρτυρήσω;
Τον γιο μου πάνω στο Σταυρό βλέπω όπου γυρίσω.
Στον Λυτρωτή το βλέμμα μου στρέφω, μήπως προφτάσω,
τις ύαινες και τα σκυλιά με ’μένα να χορτάσω.
Το σκύμνο μου, σαν λέαινα, με δόντια και με νύχια,
να τους αρπάξω θα 'θελα, απ' της ψυχής τα μύχια.
Αλαφιασμένη κίνησα, να βρω τα μονοπάτια,
τα δύσβατα κι ανήλιαγα, στου Άδη τα παλάτια.
Πέφτω στα πόδια, προσκυνώ, εμένα ν' αγαπήσει
ρομφαία του Αρχάγγελου, το σπλάχνο μου ν' αφήσει.
Τι να την κάνω τη ζωή, παιδί μου, δίχως άνθη;
Της άνοιξης το λούλουδο και ο καρπός μαράνθη.
Έδυσες, άστρο λαμπερό, που φώτιζες την πλάση,
αηδόνι μου γλυκόλαλο, για πάντα έχεις σωπάσει.
Λιγοθυμώ, μα πού νερό; Σταγόνες από αίμα
μού δίνουνε να δροσιστώ. Μακάρι να 'ταν ψέμα
η μάστιγα, κι αν την πλευρά σου κέντησαν με λόγχη,
στα όνειρά τους να ζητούν του Παραδείσου κόγχη.
Σκόνη κι ιδρώτα σ' έλουσαν, μα διόλου δε με νοιάζει,
το ξύδι που σε πότισαν δικό μου είναι μαράζι.
Η αντοχή μου στέρεψε, έτσι να σ' αντικρίζω,
κι όταν το συλλογίζομαι, τα στήθη μου ξεσκίζω.
Αχ, να μπορούσα, γιόκα μου, και ν' άρμεγα τον πόνο,
την πίκρα που ξεχείλισε, ριγώ, που βλέπω μόνο.
Τι θα 'δινα, τα χείλη σου λίγο να ξεδιψάσω,
που τρέμουν με παράπονο, σφιχτά να σ' αγκαλιάσω;
Ροδόσταμο, βασιλικού μόσχο, για ν' ανασάνεις,
να πλύνω τις λαβωματιές, σου φέρνω, και να 'γιάνεις.
Καθώς τα κρινοδάχτυλα το σώμα σου θα ραίνουν,
κρυφά θα βγάλω τα καρφιά και όσ' αγκάθια μένουν.
Με άσπρα ροδοπέταλα την όψη θα στολίσω,
και γάλα απ' τον κόρφο μου, ξανά, θα σε ποτίσω,
'τί έχεις ταξίδι μακρινό κι ανηφοριά στο δρόμο,
κουράγιο, με τη σκέψη μου θα σου βαστώ τον ώμο.
Μη μ' απαρνιέσαι, αγόρι μου μονάκριβο, στα ξένα,
αν βουληθώ, στ' ορκίζομαι, θ' ακολουθήσω εσένα.
Να μην ξεχάσεις να μου πεις, με το στερνό αντίο,
αν μ' αγαπάς, όπως κι εγώ μοιράζομαι στα δύο.
Σπαράζουν, μ' αναφιλητά οδύνης, φυλλοκάρδια,
μισεύεις, και ως το πουρνό θάν' η ψυχή μου άδεια.
Τα σύγνεφα βουρκώσανε και συνοδειά μου κλαίνε,
με σιγανό-ψιχάλισμα τα μοιρολόγια λένε.
Καθώς ρανίδες πέφτουνε, αργά, πάνω στο χώμα,
κρίνα ο τόπος γέμισε με λυπημένο χρώμα.
Σβήνει ο ήλιος ξαφνικά, το τέλος σου ζυγώνει,
χορό θανάτου έσυρες, στου Γολγοθά τ' αλώνι.
Άνοιξε ο ουρανός στα δυο, βροντά κι αστράφτει γύρω,
μα στις πληγές σου άρχισε και αναβλύζει μύρο.
Παρήγγειλα και μου 'στειλε, το μυρωμένο αγέρι,
μαντάτο για του Χάροντα το φοβερό λημέρι.
Με τ' αγγελούδια συντροφιά, προλάβαμε το χρόνο,
και θα σε δούμε Βασιλιά, σε δοξασμένο θρόνο.
Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά, η ελπίδα περιμένει
της σωτηρίας, άσβεστη, στα σωθικά κρυμμένη.
Το φως απ' τον Αχέροντα, σαν μια μεγάλη λάμψη,
θα φέρει την Ανάσταση κι ανέσπερο θ' ανάψει.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗΣ
ΕΘΙΜΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Στην Αθήνα, οι νοικοκυρές πριν βγει ο επιτάφιος, πριν πολλά χρόνια, σκούπιζαν τους δρόμους και όταν περνούσε η πομπή, έβγαιναν στις πόρτες με ένα κεραμίδι, που είχε πάνω του αναμμένο καρβουνάκι με λιβάνι.
Στην Κίο, τη Μεγάλη Παρασκευή που γυρίζουν τον Επιτάφιο, σταματούν στις διασταυρώσεις και μνημονεύουν. Επίσης οι πόρτες των σπιτιών τους μένουν ανοιχτές, για να μπει μέσα η Θεία Χάρη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν νωρίτερα και τοποθετούν χώμα στα σημεία που θα σταματήσει ο επιτάφιος. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, πηγαίνουν και παίρνουν από εκείνο το χώμα και το σκορπούν στο σπίτι για να χαθούν οι κοριοί.
Στη Σπάρτη, όταν γυρίσουν τον Επιτάφιο, τον ξεστολίζει ο καντηλανάφτης, ο οποίος παίρνει τα κεριά και τα φυλάει. Την άλλη μέρα, τα βάζει ο παπάς σε ένα δίσκο με τα σταυρολούλουδα και τα μοιράζει στις γυναίκες. Τα λουλούδια αυτά, οι γυναίκες τα κρατούν ως φυλαχτό και όταν αρρωστήσει ένα παιδάκι βάζουν στα κάρβουνα λίγο νερό και μερικά σταυρολούλουδα και το λιβανίζουν.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πολλοί πίνουν ξύδι, ενώ στην Κρήτη, βράζουν σαλιγκάρια και πίνουν το ζουμί τους, που είναι ιδιαίτερα πικρό. Στην Κορώνη δεν βάζουν τίποτα στο στόμα τους. Επίσης, σε πολλά χωριά οι άντρες δεν ασχολούνται με μαστορέματα και ιδιαίτερα με καρφώματα που παραπέμπουν στον τρόπο θανάτου του Χριστού. “Μάστορης-ξεμάστορης καρφί δεν εκάρφωνε”, λέει η λαϊκή παροιμία.
Στη Μυτιλήνη, αν τελειώσει η περιφορά, “αρπάζουν” τα λουλούδια, γιατί πιστεύουν πως κλεμμένα έχουν πιο θαυματουργές ιδιότητες. Τα “Χριστολούλουδα” τα φυλάνε για το καλό. Με αυτά γιατρεύουν τον πονοκέφαλο, τα κάνουν φυλαχτά και με αυτά γαληνεύουν τη θάλασσα όσοι ταξιδεύουν, σύμφωνα με την παράδοση.
Στην Υδρα υπάρχει το “έθιμο της δέησης”. Ο Επιτάφιος της συνοικίας Καμίνι μπαίνει στη θάλασσα και διαβάζεται η Ακολουθία του Επιταφίου, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα κατανυκτική. Αυτό γίνεται για να ευλογηθούν τα νερά και να γίνει δέηση υπέρ των ναυτικών που ταξιδεύουν, για ήσυχα ταξίδια και καλό γυρισμό.
Στη Νάξο, δεν φιλάνε τη Μεγάλη Παρασκευή, γιατί με το φιλί του πρόδωσε ο Ιούδας το Χριστό, ενώ δεν σφάζουν, «για το αίμα του Χριστού».
Στην Αμοργό, τη Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα προσφέρονται ψωμί, ελιές και νηστίσιμα γλυκά σε κατοίκους και επισκέπτες. Το ίδιο βράδυ, κατά την περιφορά του Επιταφίου στα χωριά, οι γυναίκες, από τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, ραίνουν τον κόσμο με κολόνιες και αρώματα.
Στην Τήνο τη Μεγάλη Παρασκευή, όλοι οι επιτάφιοι μαζί και των καθολικών συναντώνται στην Εξέδρα της Χώρας , ψάλλουν για λίγο μαζί και συνεχίζουν οι καθένας την πένθιμη πορεία του προς τους δρόμους της εκάστοτε ενορίας. Ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάουτης Τήνου μπαίνει επίσης στη θάλασσα και το όλο σκηνικό που δημιουργούν οι πυρσοί, ο φλεγόμενος σταυρός, οι σειρήνες από τα πλοία, οι ψαλμωδίες και οι χιλιάδες πιστοί που παρακολουθούν είναι πολύ όμορφο.
Δυο θρησκευτικοί κόσμοι, ο ορθόδοξος και ο καθολικός, συναντώνται στην πλατεία τηςΣύρου, για να γιορτάσουν με κατάνυξη και αμοιβαίο σεβασμό τη Mεγάλη Παρασκευή. Oι Eπιτάφιοι των Kαθολικών στην Aνω Σύρο ξεκινούν από τον Nαό του Aγίου Γεωργίου και στην Eρμούπολη από τον ιερό Nαό Eυαγγελιστών. Oι Eπιτάφιοι των Oρθοδόξων ξεκινούν από τις ενορίες Aγίου Nικολάου, της Kοιμήσεως και τη Mητρόπολη της Mεταμορφώσεως. Mετά την περιφορά καταλήγουν όλοι στην Kεντρική Πλατεία Mιαούλη, όπου γίνεται κατανυκτική δέηση και ψάλλονται τροπάρια της Mεγάλης Παρασκευής από τη χορωδία του Aγίου Nικολάου και Iεροψάλτες.
Στο Μελιγαλά, τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, ανάβουν “φουνταρίες”. Κάθε νοικοκυρά, όταν σημαίνει η καμπάνα για τον Επιτάφιο, ρίχνει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της δυο – τρία μάτσα κληματόβεργες και τους βάζει φωτιά. Μέχρι να βγει ο Επιτάφιος, οι κληματόβεργες έχουν πλέον γίνει θράκα. Την ώρα που o παπάς περνά έξω από το δρόμο του σπιτιού της, η νοικοκυρά ρίχνει πάνω στη θράκα μια χούφτα μοσχολίβανο.
Ύδρα: Στην Ύδρα, έχουν ένα ξεχωριστό έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή. Εκεί στην συνοικία Καμίνι, ο Επιτάφιος μπαίνει στην θάλασσα και διαβάζεται η ακολουθία του. Ξεχωριστή θέση έχουν και τα πολύχρωμα βαρελότα που φωτίζουν στην συνέχεια τον ουρανό.
Στη Σαντορίνη, ξεκινώντας από νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, δεκάδες παιδιά τοποθετούν σε ταράτσες, μπαλκόνια, δρόμους, αλλά και στα τείχη του μεσαιωνικού κάστρου χιλιάδες «τενεκεδάκια». Πρόκειται για αυτοσχέδια λυχνάρια που καίνε παραφινέλαιο και μόλις πέσει το σκοτάδι και λίγο πριν την έναρξη της περιφοράς του Επιταφίου, ανάβουν και προσδίδουν μαγική ατμόσφαιρα στο νησί.
Στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων,  τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά το τέλος της ακολουθίας των Παθών, κάτοικοι συγκεντρώνονται στην εκκλησία και στολίζουν τον Επιτάφιο με άνθη και οι ενορίες συναγωνίζονται ποιος θα στολίσει τον καλύτερο Επιτάφιο. Τον στολίζουν κορίτσια κυρίως με βιολέτες
Ζάκυνθος: Στο νησί της Ζακύνθου, ο Επιτάφιος, γίνεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί , σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο, η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση.
Λιτόχωρο: Στο Λιτόχωρο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στολίζονται οι επιτάφιοι που φτιάχνονται από ανύπαντρες κοπέλες, που όλη την Σαρακοστή φτιάχνουν λουλούδια από ύφασμα. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών, δημιουργώντας έτσι ένα εκπληκτικό θέαμα.

Ε Χατζηγεωργίου: "Ο θρήνος της Παναγίας για τον μονογενή της στην λαϊκή παράδοση"

Η σταύρωση και η ταφή του Ιησού και ο πόνος της μάνας που περνάει η Παναγία μας, είναι συμβάντα τα οποία συγκλόνιζαν και συγκλονίζουν τον λαό μας. Τον πόνο ακριβώς αυτό της Παρθένου Μαρίας, τον πόνο της μάνας, που βλέπει το μοναχογιό της να βασανίζεται βάναυσα και να καταλήγει στον σταυρό και στον τάφο, ο λαός μας τον πήρε και τον έκανε δικό του, και προσπαθεί μέσα από απλές  φράσεις να συμπαρασταθεί στην μάνα- Παναγία μας.

Αν ψάξει κάποιος την παράδοση μας στον ελληνικό χώρο θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν εκπληκτικής ομορφιάς ύμνοι με  διάφορες παραλλαγές του θρήνου της Παναγίας, τη Μεγάλη Πέμπτη ή και τη Μ. Παρασκευή, ας δούμε μια παραλλαγή της Κύπρου.
Ο θρήνος της Παναγίας
Άρχοντες αφιγκράστε μου της Δέσποινας τον Θρήνον που κλαίει τον μονογενήν εις τον σταυρόν εκείνον.
Αδέ  μαντάτον σκοτεινόν τζαι μέρα λυπημένη
που ηρτεν σήμερον σε μεν την πολλοπικραμένην.

Αδέ χαράν που δκιάβασα τζι' εγέννησα τον ήλιον
τον φόον που επέρασα στης γέννηοης τον σπήλιον
για τον Ηρώδην τον πικρόν μεν χάσει, το βασίλειον.

Γρουσόν δεντρόν εβλάστησε ο εύσπλαχνος υιός μου
Τζ’ έβκαλεν κλώνους δώδεκα για σιεπασμόν του κόσμου.

Τωρά οι κλώνοι κόπηκαν τα φύλλα μαραθήκαν
τζι η βρύση εσταμάτησεν, όλα εξερανθήκαν.

Ιούδας τον επρόδωσεν αργύρια τριάντα
τζι ενόμισεν ο μιαρός πως θα τα  έσιει πάντα.

Τζι ο κωμοδρόμος άνομος απού να δκιακονήσει
μήτε  ψουμίν νά ’βρει να φα, με ρούχον να φορήσει.

Είπαν του κόψε τέσσερα, τζαι τζιείνος κόφκει πέντε         νήεν κοπούν τα  γρόνια του να μείνουν μέρες πέντε.

Πέντε καρφκιά εβάλασιν επάνω στον υιόν μου
τζι εκάμαν τον τζι’ εφύρτηκεν το φως των οφθαλμών μου.

Ω! Πανσεβάσμιε σταυρέ ξύλον  ευλογημένον
όπου βαστάζεις τον Θεόν πάνω σου κρεμασμένον.

Σκύψε Σταυρέ να δυνηθώ, να τον καταφιλήσω
τον ποιητήν μου τζαι Θεόν να τον ποσιαιρετήσω.

Όρη αναστενάξετε τζαι πέτρες ραγιστείτε
τζαι ζωντανοί τες λύπες μου κλάψετε και θρηνείτε.

Κλάψετε χήρες τζι ορφανά, όλοι την συντροφιά σας
κλάψετε τον διδάσκαλον τζαι την παρηγοριάν σας.

Τζαί που μασιέριν να σφαώ τζαι που κρεμόν να δώσω           τζαι που ποτάμιν σύνθολον να μπω να παραδώσω.

Τζι’ η Δέσποινα που το ’βκαλεν προφήτισσα λοάτε
τζιείνης πρέπει η δόξασις τζ’εμέναν τ' ως πολλά ’τε.

(Πηγή : Μιχάλης Ττερλικκάς από το Cd του «Των Γενών τζαί της Λαμπρής », που, όπως αναφέρει ο ίδιος, πηγή του είναι παλιό χειρόγραφο από το χωριό του Καπούτι της περιοχής Μόρφου).

Θρήνο της Παναγίας της Λήμνου όπως μας τον δίνει η Δέσποινα Βογδάνου- Κωνσταντινιού στο βιβλίο της Λήμνος το νησί μας.
Το τραγούδι της Παναγίας               (Μ. Παρασκευή )
Σώθηκεν η Σαρακοστή,
κι ήλθαν Μεγάλες Μέρες,
που τραγουδούνε το Χριστό,
 στον κόσμο οι κοπέλες.
Κι η Παναγιά, η Δέσποινα,
καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε,
για τον μονογενή της.

Φωνή εξήλθε απ’ουρανού,
και απ’ αρχαγγέλου στόμα.

-Σώνουν, κυρά μ’ οι προσευχές,
σώνουν και οι μετάνοιες,
και τον υιό σου πιάσανε,
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά ,
οι τρισκαταραμμένοι.

-Σαν τι να τον επιάσανε,
σαν τι να τον επάνε;

-Σαν κλέφτη τον επιάσανε,
και σαν ληστή τον πάνε,
και στου Πιλάτου τις αυλές,
εκεί τον τυραγνάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε,
έπεσε και λιγώθει.

Στάμνα  νερό της ρίξανε,
και δυο κανάτια μόσχο,
εφτά σταμνιά ροδόσταμο,
ώσπου να συνεφέρει.

Συνήφερεν η Παναγιά,
κι αυτόν το λόγο λέγει.
Όσοι αγαπάτε το Χριστό,
Συντρέξετε μαζί μου.

Συντρέξανε και πήγανε,
πεντάγεννες γυναίκες,
η Μάρθα, η Μαγδαληνή
και του Λαζάρου η μάνα,
και του Προδρόμου, η αδελφή,
και τέσσερις αντάμα.

Έπιασαν το στρατί-στρατί,
στρατί το μονοπάτι,
και  το στρατί τους έβγαλε,
στου ατσίγγανου την πόρτα.

Το μοιρολόι της Παναγίας στην Κρήτη έχει πάρα  πολλές ομοιότητες με το Κύρκελέησον το κυπριακό:
Κάτω στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στοῦ Κυρίου τὸν τάφο
κάθετ᾿ ἡ Κερὰ Παναγιά, τὴν προσευχή της κάνει.
Θωρεῖ τὸν Ἰωάννη τζη κι εἶναι βαργιὰ κλαμένος.
Ἴντά ῾χῃς Ἰωάννη μου κ᾿ εἶσαι βαργιὰ κλαμένος;
Ὁ Δάσκαλός σου σ᾿ ἔδειρε γιὰ τὸ χαρτί σου χάνεις;
Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, στόμα νὰ σοῦ μιλήσω
δὲν ἔχω χεροπάλαμα τὸν τόπο νὰ σοῦ δείξω.
Θωρεῖς το ῾κεῖνο τὸ βουνό, τὸ μαυροφορεμένο;
Ἐκειὰ τὸν ἔχουν τὸ Χριστό, μπιστάγκωνα δεμένο.
Κι ἡ Παναγιὰ ὡς τ᾿ ἄκουσε ἔπεσε λιγωμένη,
ῥοδόσταμο τῆς χύσανε ὥστε νὰ συνεφέρει.
Κι ἀπήτις ἐσυνήφερε κι ἔφερεν τὰ σωστά τζη,
καλεῖ τσὶ δύο γειτόνισσες δίδει τσῆ μιᾶς λιβάνι
καὶ τσ᾿ ἄλλης δίδει θυμιατὸ νὰ πά᾿ νὰ ῾δεῖ ἴντα κάνει.
Δῶστε μου μένα θυμιατό, δῶστε μου τὸ λιβάνι
καὶ ῾γὼ ποὺ τὸν ἐγέννησα θὰ πά᾿ νὰ δῶ ἴντα κάνει.
Στὴ στράτα ποὺ πηγαίνανε, στὴ στράτα ποὺ διαβαίνουν
θωρεῖ τσὶ πόρτες σφαλιχτὲς καὶ τὰ κλειδιὰ παρμένα.
Ἄνοιξε πόρτα τοῦ σπιτιοῦ καὶ πόρτα τοῦ Τζελάτη
κι ἡ πόρτα ᾿ποὺ τὸ φόβο τζη ἄνοιξε μοναχὴ τζη.
Θωρεῖ τσ᾿ Ἀγγέλους ἐκειδὰ καὶ τὸ Μονογενῆ τζη.
- Κατέβα γιέ μου ἀπ᾿ τὸ Σταυρὸ νὰ σὲ γλυκοφιλήσω.
- Δὲν κατεβαίνω μάνα μου, γιατὶ εἶμαι σταυρωμένος·
σέρσου μάνα στὸ σπίτι σου, σέρσου καὶ στὴ δουλειά σου,
μὰ ῾γὼ τὸ Μέγα Σάββατο, θὰ ἔρθω μὲ τσ᾿ Ἀγγέλους,
ποὺ λειτουργοῦνε οἱ ἐκκλησὲς καὶ ψάλλουν οἱ παπάδες,
ποὺ βάνουν οἱ γραμματικοὶ νερὸ στὰ καλαμάρια.
-Ποὖναι ἀγκρεμὸς νὰ γκρεμιστῶ, ποὖναι ἀγκρεμὸς νὰ δώσω·
ποὖναι μαχαίρι νὰ σφαγῶ, ν᾿ ἀδικοθανατώσω.
- Μάνα, μὴ σύρῃς στὸ σφαγμὸ νὰ σφάζουνται οἱ μανάδες,
καὶ κάμε τὴν παρηγοριὰ νὰ τήνε κάμουν κι ἄλλες.
Πήγαινε μάνα σπίτι μας νὰ στρώσεις τὸν σοφρᾶ σου,
νὰ φᾶνε οἱ πεινασμένοι μας, νὰ πιοῦν οἱ διψασμένοι,
νὰ φᾶς καὶ σὺ μανούλα μου ποὔχεις καρδιὰ καμένη.
Ὅποιος τὸ λέει σώνεται, ὅποιος τ᾿ ἀκούει ἁγιάζει,
κι ὅποιος τὰ κολοφουγκράζεται, παράδεισο θὰ λάβει,
παράδεισο καὶ λίβανο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Τάφο,
ποὺ τὸν ἀφέντη τὸν Χριστὸ κι ὅπου πονεῖ θὰ γιάνει.
Θα κλείσω με το εκπληκτικό τραγούδι της Ανάστασης της Κύπρου μας, που ομάδα νεαρών τραγουδάει σε όλα τα σπίτια του χωριού για να πάει ο κόσμος στην εκκλησία για την λειτουργία της Αναστάσεως του Κυρίου:

         Το τραούδιν της Ανάστασης

Άρχοντες, αγροικήσατε, διά να σας συντύχω
 και πάνω στην Ανάστασιν θέλω να σας μιλήσω.

 Δράμετε όλοι γρήγορα μέσα στην εκκλησία 
με πόθος και ευλάβειαν, γυναίκες και παιδία,
να φθάσετε εις την λιτήν ν’ άψετε τα κεριά σας
και να πανηγυρίσετε δια την Πασχαλιάν σας.

Ν’ ακούσετ’  Ευαγγέλιον και το Χριστός Ανέστη 
πως ανεστήθην ο Χριστός κι ο ουρανός εξέστη.

Οι μυροφόροι έδραμον τον τάφον να ιδούσιν
και είδαν την Ανάστασην καθώς το μαρτυρούσιν.

Μαρία τότες έβλεψεν τον Ιησούν εστώτα           
και ως κηπουρόν ενόμισεν και τούτον επηρώτα.

Διότι κείνον τον καιρόν εκεί ήτουν περιβόλιν 
Πού ’τουν  ο τάφος του Χριστού καθώς το ξέρουν όλοι.

Στην Γαλιλαίαν είπεν τους να παν να τον ιδούσιν 
και να το πουν στους μαθητές και κείνοι να χαρούσιν.

Τρέχει Μαρία παρευθύς για να τον προσκυνήσει
και ο Ιησούς εφώναξε «Μαρία μην μου εγγίσεις ,
μόνον να πας στους μαθητές και να τους το κηρύξεις».

Ο Ιωάννης έτρεξεν στον τάφον και ο Πέτρος
και είδασιν τα σάβανα στο δεξιόν το μέρος.

Ο Ιωάννης έμπηκεν μέσα και γύρισεν το
και είδεν την αλήθειαν κι έβγην και κήρυξε το.

Δεν ηύρεν άλλον τίποτε παρά το σινδονίον 
και κείνον το μανδήλιον που λέγουν σουδαρίον.

Βγαίνουν οι δυό Απόστολοι κι οι πέντε μυροφόρες                   
κηρύξαν την Ανάστασην τες πρωϊνές τες ώρες.

Εις την ζωήν σας, άρκοντες, στην οικογένεια σας
σας εύχομαι χρόνια πολλά σε σας και τα παιδιά σας.

Να αξιώσει ο Θεός γρόνους πολλούς να ζιήτε 
και στην αιώνιον ζωήν να καταξιωθείτε,
και τον μιστόν του κόπου μας, να μεν μας τον κρατήτε.
Κι εγώ για σας παρακαλώ εμπρός εις τας εικόνας,                        
η δόξα και το κράτος Σου , Χριστέ μου στους αιώνας.
( Μιχάλης Τερλικκάς από το Cd του «Των Γεννών τζαί της Λαμπρής»)

Ελένη Χατζηγεωργίου
Πρόεδρος Συλλόγου Κυπρίων Ξάνθης

Ο θρήνος της Παναγίας μας



Μήτηρ του Θεού, Θεοτόκος, Χώρα του Αχωρήτου, Ζωοδόχος Πηγή, Αγία Σκέπη, Γλυκοφιλούσα, Γοργοϋπήκοος, Παραμυθία, η Παναγία μας ή απλώς η Μητέρα όλων. Στη συνείδηση του απλού ορθόδοξου λαού η Παναγία δεν είναι ένα απόμακρο, απόκοσμο πρόσωπο σε κάποιο θρόνο κι ας τη λέει Παντάνασσα εικονίζοντας τη δόξα της. Ούτε είναι ισόθεος, αλλά οι ορθόδοξοι την τιμούν ιδιαιτέρως. Περισσότερο την αισθάνονται ως τον πιο δικό τους άνθρωπο στον οποίο μπορούν να καταφύγουν σε κάθε δύσκολη στιγμή. Η φράση «Παναγία μου» εκφέρεται πρώτη στο στόμα του κόσμου. Στην Παναγία τρέχουν ασθενείς και πεφορτισμένοι για να βρουν ανάπαυση και στην Παναγία εναποθέτουν οι πιστοί τις ελπίδες τους. Ξέρουν ότι η γλυκύτατη Μητέρα του Χριστού δεν παραβλέπει τις αιτήσεις μας και γίνεται ο καλύτερος πρεσβευτής μας ενώπιον του Θεού και Υιού της.

Τέτοιες ημέρες των παθών, της Σταύρωσης και του θανάτου του Χριστού μας, ο λαός στρέφεται προς το πρόσωπο της Παναγίας του συναισθανόμενος τον σπαραγμό της πάναγνης ψυχής της βλέποντας τον γυιο της να χύνει το άμωμο αίμα Του για να μας σώσει. Η υμνωδία της Εκκλησίας αλλά και η λαϊκή μούσα αναπαράγει εις τους αιώνες τον πόνο και τον θρήνο της, τον πόνο και τον θρήνο της μάνας που βλέπει το τέλος του γυιου της, που παρά την φύσιν των πραγμάτων θάβει πρώτη εκείνη το σπλάχνο της.

Η δημοτική μας παράδοση μάς κατέλιπε μέσω του στόματος του απλού λαού -ο οποίος δεν θεολογεί αλλά αισθάνεται βαθύτατα τη θλίψη της Μητέρας του και συμπονεί- μερικά από τα συγκλονιστικότερα μοιρολόγια. Όπως είναι φυσικό δεν αναμένουμε ούτε μια πεζή ιστορική καταγραφή των γεγονότων, ούτε μια θεολογική προσέγγιση. Με το ύφος του δημοτικού τραγουδιού και την επιτρεπόμενη ανθρωποκεντρική υπερβολή, το μοιρολόι της Παναγίας συγκλονίζει τον πιστό Έλληνα ακόμη και σήμερα. Όπως γράφει η Μιράντα Τερζοπούλου (δίσκος: Δόμνα Σαμίου, Τα Πασχαλινά):

Το ευρύτατα διαδεδομένο σ' όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής. Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας. Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον «τάφο» του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου.
Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο.


Επιπρόσθετα μαθαίνουμε πως στην Κύπρο
Ο θρήνος της Παναγίας τραγουδιόταν τη νύχτα της Μ. Παρασκευής μετά την περιφορά του Επιταφίου, μέσα ή στο προαύλιο της εκκλησίας. Τον τραγουδούσαν μέσα από χειρόγραφα τετράδια δύο-τρία άτομα (συνήθως πάντα τα ίδια) ο ένας μετά τον άλλο με θρηνώδες ύφος, παρασέρνοντας σε δάκρυα τους πιστούς που συμμετείχαν με τον τρόπο αυτόν στον πόνο της Μητέρας του Θεού, μα και στον ανθρώπινο πόνο της μάνας Μαρίας. (δίσκος: Μιχάλης Τερλικκάς, Των Γεννών τζαι της Λαμπρής: Θρησκευτικά τραγούδια της Κύπρου και ύμνοι).
Μέσα σ' αυτό το λαϊκό πνεύμα κινούνται και οι στίχοι του Κώστα Βάρναλη που μελοποιήθηκαν από τον Λουκά Θάνου και έγιναν γνωστοί με μοναδική φωνή του Ξυλούρη.

Πού να σε κρύψω γιόκα μου 
να μη σε φτάνουν οι κακοί 
σε ποιο νησί του ωκεανού 
σε πια κορφή ερημική. 

Δεν θα σε μάθω να μιλάς 
και τ' άδικο φωνάξεις 
ξέρω πως θα 'χεις την καρδιά 
τόσο καλή τόσο γλυκή 
που μες τα βρόχια της οργής 
ταχιά, ταχιά θε να σπαράξεις. 

Συ θα'χεις μάτια γαλανά 
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό 
θα σε φυλάω από ματιά κακή 
και από κακό καιρό 

Από το πρώτο ξάφνιασμα 
της ξυπνημένης νιότης 
δεν είσαι συ για μάχητες 
δεν είσαι συ για το σταυρό 
εσύ νοικοκερόπουλο 
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης 

Κι αν κάποτε τα φρένα σου 
το δίκιο φως της αστραπής 
κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε 
παιδάκι μου να μην τα πεις 

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν 
το φως να το σηκώσουν 
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ' την αλήθεια της σιωπής 
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, 
τόσες θα σε σταυρώσουν.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Η ΕΠΙ ΓΗΣ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ




Η ΕΠΙ ΓΗΣ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ  ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ
Η ΕΠΙ ΓΗΣ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ

Ἡ ἐπὶ γῆς ζωὴ τῆς Θεοτόκου Μαρίας

  • Ἡ Παναγία, συλλαμβάνεται, ὡς καρπὸς προσευχῆς, ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, τοὺς γονεῖς της, ὑπὲρ τοὺς νόμους τῆς φύσεως (διότι, ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ γηραιά, ὅταν συνέλαβε).  Ἡ Σύλληψις τῆς Παναγίας εἰς τὴν κοιλίαν τῆς ἁγίας Ἄννης ἑορτάζεται τὴν 9ην  Δεκεμβρίου.
  • Ἡ Παναγία γεννᾶται, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα τὸ ἔτος 16 π.Χ.  Τὸ Γενέθλιον τῆς Παναγίας ἑορτάζομε τὴν 8ην Σεπτεμβρίου.
  • Εἰς ἡλικίαν τριῶν ἐτῶν, οἱ γονεῖς της τὴν ἀφιερώνουν εἰς τὸν Θεόν, καὶ τὴν παραδίδουν εἰς τὰ χέρια τοῦ προφήτη Ζαχαρία, ἀρχιερέα, τότε, τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, καὶ πατρὸς, μετέπειτα, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὁ ὁποῖος τὴν είσάγει, θείᾳ νεύσει, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος.  Ἡ εἴσοδος τῆς Παναγίας εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἑορτάζεται τὴν 21ην Νοεμβρίου.
  • Ἐκεῖ, ἡ Παναγία, περέμεινε ἔγκλειστη δώδεκα χρόνια, ἕως ὅτου ἔγινε ἡλικίας 15 ἐτῶν.  Καθ’ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, ἐτρέφετο, καθημερινῶς μὲ οὐράνιο ἄρτο, διὰ χειρὸς τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἔζη ὑπὲρ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, καὶ ἦτο ἀφιερωμένη εἰς ἀδιάλειπτον νοερὰν προσευχήν.
  • Εἰς ἡλικίαν 15 ἐτῶν, τὴν ἐξάγει, θείᾳ νεύσει, ὁ προφήτης Ζαχαρίας, ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, καὶ τὴν μνηστεύει, παραδίδοντάς την πρὸς προσταςίαν, μὲ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ, τοῦ ὁποίου ἡ νόμιμη σύζυγος εἶχε ἀποθάνει, καὶ μὲ τὴν ὁποίαν εἶχε ἀποκτήσει υἱοὺς καὶ θυγατέρας.  Ὁ Ἰωσήφ, παραλαμβάνει τὴν Παναγία καὶ τὴν ἐγκαθιστᾶ εἰς τὸν οἶκον του εἰς τὴν Ναζαρέτ.
  • Ἐκεῖ, μετὰ 4 μῆνες ἀπὸ τὴν ἄφιξή της, καὶ 6 μῆνες ἀπὸ τὴ Σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου εἰς τὴν γηραλέα μήτρα τῆς Ἐλισάβετ, λαμβάνει χώραν ὁ Εὐαγγελισμός της, ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ (Λουκ., α’ 26-27).  Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Παναγίας ἑορτάζεται τὴν 25ην Μαρτίου.
  • Ταυτόχρονα, μετὰ τὴν συγκατάθεσή της εἰς τὸ μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, λαμβάνει χώραν καὶ ἡ ἄσπορος καὶ ἄφραστος Σύλληψις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Παναγίας (Λουκ., α’ 38).
  • Ἀμέσως μετὰ τὸν Εὐαγγελισμό της, ἡ Παναγία μεταβαίνει εἰς τὴν πνευματική της μητέρα, τὴν Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἡ ὁποία ἐκατοικοῦσε εἰς τὴν ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας, καὶ παραμένει μαζί της τρεῖς μῆνες, μέχρις ὅτου ἡ Ἐλισάβετ γεννήση τὸν Τίμιο Πρόδρομο (τότε, ἡ Ἐλισάβετ ἦτο ἔγκυος 6 μηνῶν) (Λουκ., α’ 39 καὶ 56).
  • Ὅταν ἡ Παναγία ἦτο ἔγκυος 9 μηνῶν τὸν Χριστόν, μεταβαίνει, μὲ τὸν μνήστορα Ἰωσήφ, εἰς τὴν Βηθλεέμ, γιὰ τὴν ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ (Λουκ., β’ 3-4).
  • Ἐκεῖ, εἰς τὴν Βηθλεέμ, γεννᾶ ἡ Παναγία τὸν Χριστόν, μέσα εἰς τὴν φάτνη, ἀφθόρως καὶ χωρὶς λοχείαν, ὑπὲρ τοὺς νόμους τῆς φύσεως (Λουκ., β’ 7).  Ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται τὴν 25ην Δεκεμβρίου.  Ἐκεῖ, ἔρχονται καὶ προσκυνοῦν τὸν Χριστὸν οἱ ποιμένες τῶν προβάτων (Λουκ., β’ 16).
  • Μακρυά, τώρα, εἰς τὴν Περσία, μόλις ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἐφάνη ἕνας παράξενα κινούμενος ἀστέρας εἰς τὸν οὐρανό.  Παρατηρήσαντες αὐτόν, οἱ μάγοι, ξεκίνησαν καὶ τὸν ἠκολούθησαν μέχρι τὴν Ἰουδαία, τὰ Ἱεροσόλυμα (Ματθ., β’ 1-2).  Τὸ ταξείδι αὐτὸ, διήρκεσε περίπου δύο χρόνια.
  • Ἐν τῷ μεταξύ, μετὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, παρέμειναν, ἡ Παναγία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Ἰωσήφ, εἰς τὴν Βηθλεὲμ, μέχρις ὅτου συνεπληρώθησαν οἱ νομικὲς ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ της (Λουκ., β’ 22).
  • Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν Γέννησιν, λαμβάνει χώρα, εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἡ Περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.  Τότε, ἔλαβε ὁ Χριστὸς τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς» (δηλ. «Σωτὴρ») (Λουκ., β’ 22).  Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται τὴν 2αν Φεβρουαρίου.
  • Μετὰ τὴν Ὑπαπαντή, ὁδηγεῖ, ὁ Ἰωσήφ, τὴν Παναγία μὲ τὸν Χριστὸ, εἰς τὸν οἶκον του, εἰς τὴν Ναζαρέτ.
  • Μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν, μεταβαίνουν, ὡς εἶχε συνήθειαν ὁ Ἰωσήφ, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ νομικοῦ Πάσχα (Λουκ., β’ 41).
  • Μετά, ἢ πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, μεταβαίνουν εἰς τὴν Βηθλεέμ, γιὰ λίγες ἡμέρες, ὅπου διαμένουν εἰς κάποιαν οἰκίαν.
  • Ὅταν οἱ μάγοι ἔφθασαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἠρώτησαν ποῦ εὑρίσκετο ὁ Χριστός (Ματθ., β’ 1).  Ὁ Ἡρώδης τοὺς ἀποστέλλει εἰς τὴν Βηθλεέμ (Ματθ., β’ 8-9).
  • Ἐκεῖ, εἰς τὴν Βηθλεέμ, ὁ ἀστέρας τοὺς ὁδηγεῖ ἀκριβῶς εἰς τὴν οἰκία, ὅπου εὑρίσκοντο ἡ Παναγία μὲ τὸν Χριστὸν, τὸν ὁποῖον οἱ μάγοι προσκυνοῦν, ὡς Θεὸν καὶ Βασιλέα, μέσα εἰς τὴν οἰκίαν αὐτήν (Ματθ., β’ 9 καὶ 11).
  • Ὅταν οἱ μάγοι ἀνεχώρησαν, ἀναχωροῦν, ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστὸν, γιὰ τὴν Αἴγυπτο, τὴν νύκτα τῆς ἰδίας ἡμέρας (Ματθ., β’ 14).
  • Μετὰ μερικὲς ἡμέρες, ὁ Ἡρώδης ἀποστέλλει στρατιῶτες εἰς τὴν Βηθλεὲμ καὶ τὰ πέριξ, καὶ σφάζει τὰ νήπια (Ματθ., β’ 16).
  • Ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστὸ, παρέμειναν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἕως ὅτου ἀπέθανεν ὁ Ἡρώδης (Ματθ., β’ 19).  Ἐκεῖ, ἔμειναν τρία ἔτη, εἰς τὴν Ἡλιούπολιν τῆς Μέμφιδος.
  • Μετά, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ναζαρέτ, ὅπου παρέμειναν μόνιμα, μέχρις ὅτου ὁ Χριστὸς ἔγινε τριάκοντα ἐτῶν ἡλικίας (Ματθ., β’ 23, Μάρκ., α’ 9, Λουκ., β’ 51 καὶ γ’ 23).
  • Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, ἤρχοντο κατ’ ἔτος εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα (Λουκ., β’ 41).
  • Μετὰ τὴν Βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἡ Παναγία ἠκολούθει τὸν Χριστόν, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὶς Μυροφόρες, καὶ Τὸν διακονοῦσε μέχρι καὶ τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν Του (Ματθ., κζ’ 55-56, Μάρκ., ιε’ 40-41, Λουκ., κγ’ 49, καὶ Ἰωάν., β’ 12 καὶ ιθ’ 25-26).
  • Μετὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ, παρέλαβε τὴν Παναγία ὁ ἀπὸστολος Ἰωάννης, ὁ Θεολόγος καὶ Εὐαγγελιστής, εἰς τὸν οἶκον του, εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ (Ἰωάν., ιθ’ 27), μετὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς προσταςίας της εἰς αὐτόν, ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν., κ’ 27).  Αὐτὸς ὁ οἶκος ἦταν ἡ μόνιμη κατοικία της, μέχρι τὴ μακαρία της Κοίμηση.
  • Μετὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, πρώτη ἡ Παναγία, μαζὶ μὲ τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, εἶδε τὸν ἀναστάντα Χριστὸν (Ματθ., κη’ 1, Μάρκ., κστ’ 1, Λουκ., κδ’ 10), καὶ ἠσπάσθη τοὺς πόδας Αὐτοῦ.
  • Κατὰ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ, ἡ Παναγία εὑρίσκετο μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους, εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
  • Κατὰ τὴν Πεντηκοστήν, πάλιν, ἡ Παναγία, εὑρίσκετο μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς δώδεκα καὶ τοὺς ἑβδομήκοντα.
  • Ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρει, ὅτι ἡ Παναγία μετέβη εἰς τὴν Κύπρον ὡς καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή της.
  • Ἡ Παναγία ἐκοιμήθη εἰς ἡλικίαν 59 ἐτῶν.  Ἐτάφη εἰς τὸν κῆπον τῆς Γεθσημανῆ, εἰς Ἱεροσόλυμα, ἀπὸ ὅπου ἀνέστη τριήμερος, καὶ ἀμέσως ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς, μὲ τὸ σῶμα της, ὅπως καὶ ὁ Χριστός.

Περὶ ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου

(Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΘ’ εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα)

«… Ἐπεὶ δὲ οὕτω ταῦτα, ἢ τοῦτο, ἔδει δὲ μὴ τοῖς ἄνω μόνον τὴν προσκύνησιν περιγράφεσθαι, ἀλλ’ εἶναί τινας καὶ κάτω προσκυνητάς, ἵνα πληρωθῇ τὰ πάντα δόξης Θεοῦ, ἐπεὶ καὶ Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο κτίζεται ἄνθρωπος, χειρὶ Θεοῦ τιμηθεὶς καὶ εἰκόνι.  Τοῦτον δὲ φθόνῳ διαβόλου καὶ πικρᾷ γεύσει τῆς ἁμαρτίας, Θεοῦ τοῦ πεποιηκότος ἐλεεινῶς χωριζόμενον παριδεῖν, οὐ Θεοῦ.  Τί γίνεται; Καὶ τί τὸ μέγα περὶ ἡμᾶς μυστήριον;  Καινοτομοῦνται φύσεις καὶ Θεὸς ἄνθρωπος γίνεται· καὶ ὁ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατά ἀνατολὰς τῆς ἰδίας δόξης τε καὶ λαμπρότητος, ἐπὶ δυσμῶν δοξάζεται τῆς ἡμετέρας εὐτελείας καὶ ταπεινότητος, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δέχεται καὶ υἱὸς ἀνθρώπου γενέσθαι τε καὶ κληθῆναι.  Οὐχ ὅ ἦν μεταβαλὼν (ἄτρεπτον γάρ), ἵνα χωρηθῇ ὁ ἀχώρητος, διὰ μέσης σαρκὸς ὁμιλήσας ἡμῖν, ὡς ἐκ παραπετάσματος, ἐπειδὴ καθορᾶν αὐτοῦ τὴν θεότητα φέρειν, οὐ τῆς ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ φύσεως.  Διὰ τοῦτο τὰ ἄμικτα μίγνυται· οὐ γενέσει μόνον Θεός, οὐδὲ σαρκὶ νοῦς, οὐδὲ χρόνῳ τὸ ἄχρονον, οὐδὲ μέτρῳ τὸ ἀπερίγραπτον, ἀλλὰ καὶ παρθενίᾳ γέννησις, καὶ ἀτιμίᾳ τῷ καὶ τιμῆς ἁπάσης ὑψηλοτέρῳ, καὶ πάθει τὸ ἀπαθές, καὶ τῷ φθαρτῷ τὸ ἀθάνατον.  Ἐπειδὴ γὰρ ᾤετο ἀήττητος εἶναι τῆς κακίας ὁ σοφιστής, θεότητος ἐλπίδι δελεάσας ἡμᾶς, σαρκὸς προβλήματι δελεάζεται·  ἵν’ ὡς τῷ Ἀδὰμ προσβαλών, τῷ Θεῷ περιπέσῃ, καὶ οὕτως ὁ νέος Ἀδὰμ τὸν παλαιὸν ἀνασώσηται, καὶ λυθῇ τὸ κατάκριμα τῆς σαρκός, σαρκὶ τοῦ θανάτου θανατωθέντος» (τῇ Ἀναστάσει).

Δαμασκηνὸς μοναχὸς Ἁγιορείτης


Βιβλιογραφία

1.         «Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
2.         Κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
3.         «Ἑορτοδρόμιο» ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
4.         Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, «Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου».